{η}  διαστολή Subst.  [diastoli, thiastoli, diastolh]

{die}    Subst.
(36)
{die}    Subst.
(0)

Etymologie zu διαστολή

διαστολή Koine-Griechisch διαστολή altgriechisch διαστολή


GriechischDeutsch
Ισόθερμη, αδιαβατική διαστολή και συμπίεση, κύκλοι κινητήρα, σταθερός όγκος και σταθερή πίεση, ψύκτες και αντλίες θερμότητας.Isotherme, adiabatische Ausdehnung und Verdichtung, Motorzyklen, konstantes Volumen und konstante Drücke, Kühlanlagen und Wärmepumpen;

Übersetzung bestätigt

«κινητήρας εξωτερικής καύσης» θερμικός κινητήρας στον οποίο ο θάλαμος καύσης και ο θάλαμος διαστολής είναι φυσικά διαχωρισμένοι και στον οποίο ένα εσωτερικό ρευστό λειτουργίας θερμαίνεται μέσω καύσης σε εξωτερική πηγή: η θερμότητα από την εξωτερική καύση προκαλεί τη διαστολή του εσωτερικού ρευστού λειτουργίας, το οποίο διαστέλλεται και επιδρά στον μηχανισμό του κινητήρα, παράγοντας κίνηση και ωφέλιμο έργο·durch die bei der externen Verbrennung entstehende Hitze wird das interne Arbeitsmedium ausgedehnt, das dann durch diese Ausdehnung und das Einwirken auf den Mechanismus des Motors Bewegung erzeugt und nutzbare Arbeit verrichtet;

Übersetzung bestätigt

Παράρτημα 9 — Διαδικασία δοκιμών για τη δυναμική διαστολή των ελαστικών επισώτρωνAnhang 9 — Prüfverfahren für die dynamische Ausdehnung der Reifen

Übersetzung bestätigt

Δυναμική διαστολή ελαστικών επισώτρωνDynamische Ausdehnung des Reifens

Übersetzung bestätigt

Το σύμπαν υπέστη μια εκθετική διαστολή που ονομάζεται πληθωρισμός (inflation).Dann durchlief das Universum eine Phase exponentieller Ausdehnung, die so genannte Inflation.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter



Griechische Definition zu διαστολή

διαστολή η [δiastolí] : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαστέλλω. 1. ANT συστολή. α. (φυσ.) αύξηση των διαστάσεων ενός υλικού σώματος με την επίδραση της θερμότητας: διαστολή των στερεών / των υγρών / των αερίων. Γραμμική / επιφανειακή / κυβική διαστολή των στερεών. || διαστολή του χρόνου. || (αστρον.) διαστολή του σύμπαντος, το φαινόμενο της απομάκρυνσης των γαλαξιών. β. (φυσιολ.) αύξηση του όγκου ενός οργάνου του σώματος: διαστολή της κόρης του οφθαλμού / του στομάχου / της μήτρας. Φυσική / τεχνητή διαστολή. || διαστολή των μυών της καρδιάς / των αρτηριών. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback