διάρκεια  

  • Dauer
    upvotedownvote

Beispielsätze

Αυτός πήγαινε για σκι κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Μπομπ έζησε πολλές επικίνδυνες περιπέτειες.

Έχεις ταξιδέψει πουθενά κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού;

Quelle: mululatv, mululatv, mululatv


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

diarkia, thiarkia, diarkeia


Deutsche Synonyme zu: διάρκεια

Phase (zeitliches) Intervall Zeitlang Spanne Weile Zeitdifferenz Zeitspanne Dauer Zeitabstand (zeitlicher) Abstand Zeit Zeitraum Frist Periode Zeitabschnitt Zeitintervall Zeitdauer Zeitrahmen


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ διάρκεια διάρκειες
Genitiv διάρκειας
Akkusativ διάρκεια διάρκειες
Vokativ διάρκεια διάρκειες
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15