δημοσιεύω  Verb  [dimosievo, thimosievo, dhmosieyw]


Beispielsätze δημοσιεύω

... έχει καθορίσει 17 κανόνες, που είναι γνωστοί ως Κανόνες Παιχνιδιού και δημοσιεύονται από τη FIFA. Κάθε κανόνας περιγράφει προδιαγραφές ή ορίζει κατευθυντήριες ...

... νέο σχέδιο συμβαδίζει με τις κατευθυντήριες γραμμές και, στη συνέχεια, δημοσιεύει τις σχετικές πληροφορίες στο δικτυακό της τόπο. Η Επιτροπή είναι η έγκυρη ...

... δημοσιογράφοι συλλέγουν πληροφορίες, είτε προφορικά είτε γραπτά, και τις δημοσιεύουν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Τους δημοσιογράφους τους χωρίζουμε σε πολλές ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze veröffentlichen

... Wir veröffentlichen alle Sätze, die wir sammeln, unter der Creative Commons Attributionslizenz. ...

... Als erstes werde ich entscheiden müssen, in welcher Form ich mein Buch veröffentlichen werde. ...

... Ich meine, dass man in einem veröffentlichen Werk fremde Zitate kenntlich macht. ...

Quelle: jakov, al_ex_an_der, Esperantostern

Grammatik


ΔΗΜΟΣΙΕΥΩ
I publish
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δημοσιεύωδημοσιεύουμε, δημοσιεύομεδημοσιεύομαιδημοσιευόμαστε
δημοσιεύειςδημοσιεύετεδημοσιεύεσαιδημοσιεύεστε, δημοσιευόσαστε
δημοσιεύειδημοσιεύουν(ε)δημοσιεύεταιδημοσιεύονται
Imper
fekt
δημοσίευαδημοσιεύαμεδημοσιευόμουν(α)δημοσιευόμαστε
δημοσίευεςδημοσιεύατεδημοσιευόσουν(α)δημοσιευόσαστε
δημοσίευεδημοσίευαν, δημοσιεύαν(ε)δημοσιευόταν(ε)δημοσιεύονταν
Aoristδημοσίευσαδημοσιεύσαμεδημοσιεύτηκα, δημοσιεύθηκαδημοσιευτήκαμε, δημοσιευθήκαμε
δημοσίευσεςδημοσιεύσατεδημοσιεύτηκες, δημοσιεύθηκεςδημοσιευτήκατε, δημοσιευθήκατε
δημοσίευσεδημοσίευσαν, δημοσιεύσαν(ε)δημοσιεύτηκε, δημοσιεύθηκεδημοσιεύτηκαν, δημοσιευθήκαν(ε)
Per
fect
έχω δημοσιεύσει
έχω δημοσιευμένο
έχουμε δημοσιεύσει
έχουμε δημοσιευμένο
έχω δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
είμαι δημοσιευμένος, -η
έχουμε δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
είμαστε δημοσιευμένοι, -ες
έχεις δημοσιεύσει
έχεις δημοσιευμένο
έχετε δημοσιεύσει
έχετε δημοσιευμένο
έχεις δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
είσαι δημοσιευμένος, -η
έχετε δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
είστε δημοσιευμένοι, -ες
έχει δημοσιεύσει
έχει δημοσιευμένο
έχουν δημοσιεύσει
έχουν δημοσιευμένο
έχει δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
είναι δημοσιευμένος, -η, -ο
έχουν δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
είναι δημοσιευμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα δημοσιεύσει
είχα δημοσιευμένο
είχαμε δημοσιεύσει
είχαμε δημοσιευμένο
είχα δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
ήμουν δημοσιευμένος, -η
είχαμε δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
ήμαστε δημοσιευμένοι, -ες
είχες δημοσιεύσει
είχες δημοσιευμένο
είχατε δημοσιεύσει
είχατε δημοσιευμένο
είχες δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
ήσουν δημοσιευμένος, -η
είχατε δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
ήσαστε δημοσιευμένοι, -ες
είχε δημοσιεύσει
είχε δημοσιευμένο
είχαν δημοσιεύσει
είχαν δημοσιευμένο
είχε δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
ήταν δημοσιευμένος, -η, -ο
είχαν δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
ήταν δημοσιευμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δημοσιεύωθα δημοσιεύουμε, θα δημοσιεύομεθα δημοσιεύομαιθα δημοσιευόμαστε
θα δημοσιεύειςθα δημοσιεύετεθα δημοσιεύεσαιθα δημοσιεύεστε, θα δημοσιευόσαστε
θα δημοσιεύειθα δημοσιεύουν(ε)θα δημοσιεύεταιθα δημοσιεύονται
Fut
ur
θα δημοσιεύσωθα δημοσιεύσουμε, θα δημοσιεύσομεθα δημοσιευτώ, θα δημοσιευθώθα δημοσιευτούμε, θα δημοσιευθούμε
θα δημοσιεύσειςθα δημοσιεύσετεθα δημοσιευτείς, θα δημοσιευθείςθα δημοσιευτείτε, θα δημοσιευθείτε
θα δημοσιεύσειθα δημοσιεύσουν(ε)θα δημοσιευτεί, θα δημοσιευθείθα δημοσιευτούν(ε), θα δημοσιευθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δημοσιεύσει
θα έχω δημοσιευμένο
θα έχουμε δημοσιεύσει
θα έχουμε δημοσιευμένο
θα έχω δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
θα είμαι δημοσιευμένος, -η
θα έχουμε δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
θα είμαστε δημοσιευμένοι, -ες
θα έχεις δημοσιεύσει
θα έχεις δημοσιευμένο
θα έχετε δημοσιεύσει
θα έχετε δημοσιευμένο
θα έχεις δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
θα είσαι δημοσιευμένος, -η
θα έχετε δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
θα είστε δημοσιευμένοι, -ες
θα έχει δημοσιεύσει
θα έχει δημοσιευμένο
θα έχουν δημοσιεύσει
θα έχουν δημοσιευμένο
θα έχει δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
θα είναι δημοσιευμένος, -η, -ο
θα έχουν δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
θα είναι δημοσιευμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δημοσιεύωνα δημοσιεύουμε, να δημοσιεύομενα δημοσιεύομαινα δημοσιευόμαστε
να δημοσιεύειςνα δημοσιεύετενα δημοσιεύεσαινα δημοσιεύεστε, να δημοσιευόσαστε
να δημοσιεύεινα δημοσιεύουν(ε)να δημοσιεύεταινα δημοσιεύονται
Aoristνα δημοσιεύσωνα δημοσιεύσουμε, να δημοσιεύσομενα δημοσιευτώ, να δημοσιευθώνα δημοσιευτούμε, να δημοσιευθούμε
να δημοσιεύσειςνα δημοσιεύσετενα δημοσιευτείς, να δημοσιευθείςνα δημοσιευτείτε, να δημοσιευθείτε
να δημοσιεύσεινα δημοσιεύσουν(ε)να δημοσιευτεί, να δημοσιευθείνα δημοσιευτούν(ε), να δημοσιευθούν(ε)
Perfνα έχω δημοσιεύσει
να έχω δημοσιευμένο
να έχουμε δημοσιεύσει
να έχουμε δημοσιευμένο
να έχω δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
να είμαι δημοσιευμένος, -η
να έχουμε δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
να είμαστε δημοσιευμένοι, -ες
να έχεις δημοσιεύσει
να έχεις δημοσιευμένο
να έχετε δημοσιεύσει
να έχετε δημοσιευμένο
να έχεις δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
να είσαι δημοσιευμένος, -η
να έχετε δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
να είστε δημοσιευμένοι, -ες
να έχει δημοσιεύσει
να έχει δημοσιευμένο
να έχουν δημοσιεύσει
να έχουν δημοσιευμένο
να έχει δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
να είναι δημοσιευμένος, -η, -ο
να έχουν δημοσιευτεί/δημοσιευθεί
να είναι δημοσιευμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδημοσίευεδημοσιεύετεδημοσιεύεστε
Aoristδημοσίευσεδημοσιεύστε, δημοσιεύσετεδημοσιεύσουδημοσιευτείτε, δημοσιευθείτε
Part
izip
Presδημοσιεύονταςδημοσιευόμενος
Perfέχοντας δημοσιεύσει, έχοντας δημοσιευμένοδημοσιευμένος, -η, -οδημοσιευμένοι, -ες, -α
InfinAoristδημοσιεύσειδημοσιευτεί, δημοσιευθεί






Griechische Definition zu δημοσιεύω

δημοσιεύω [δimosiévo] -ομαι : 1. ανακοινώνω, καθιστώ κτ. ευρύτερα γνωστό κυρίως μέσο του τύπου: Οι εφημερίδες δημοσίευσαν τα αποτελέσματα των εκλογών / το κείμενο του νομοσχεδίου / τα ονόματα των επιτυχόντων στις εξετάσεις. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δημοσιεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15