δελεάζω  Verb  [deleazo, theleazo, deleazw]

Ähnliche Bedeutung wie δελεάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze δελεάζω

... για την σκληρότητά της και για το οτι παραφύλαγε κοντά σε απόκρημνα βράχια, δελεάζοντας τα πλοία προς την καταδίκη τους. Είχε εννέα κόρες με τον Εγκίρ. ...

... το ίδιο και στη Σουηδία όπου άλλες φορές έχει ουρά αλεπούς. Η χούλντρα δελεάζει τους άντρες να περπατήσουν μες στο δάσος και να κάνουν σεξ μαζί της. Αν ...

... που τους προκαλούσαν: εικόνες αγαπημένων προσώπων των ταξιδιωτών. Επίσης δελέαζαν νεαρά παρθένα αγόρια και τα αποπλανούσαν με την ομορφιά τους. Το αντίστοιχο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze locken

... Die bunten Marktstände locken uns heute nicht. ...

... Bittere Erfahrungen haben mich gelehrt: Glück und Reichtum locken Neider. Leider! ...

... Die Möglichkeit gebührenfrei zu studieren und die Qualität der deutschen Universitäten locken immer mehr chinesische Studenten nach Deutschland. Deshalb lernen jetzt viele junge Chinesen die deutsche Sprache. ...

Quelle: al_ex_an_der, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΔΕΛΕΑΖΩ
I tempt
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δελεάζωδελεάζουμε, δελεάζομεδελεάζομαιδελεαζόμαστε
δελεάζειςδελεάζετεδελεάζεσαιδελεάζεστε, δελεαζόσαστε
δελεάζειδελεάζουν(ε)δελεάζεταιδελεάζονται
Imper
fekt
δελέαζαδελεάζαμεδελεαζόμουν(α)δελεαζόμαστε, δελεαζόμασταν
δελέαζεςδελεάζατεδελεαζόσουν(α)δελεαζόσαστε, δελεαζόσασταν
δελέαζεδελέαζαν, δελεάζαν(ε)δελεαζόταν(ε)δελεάζονταν, δελεαζόντανε, δελεαζόντουσαν
Aoristδελέασαδελεάσαμεδελεάστηκαδελεαστήκαμε
δελέασεςδελεάσατεδελεάστηκεςδελεαστήκατε
δελέασεδελέασαν, δελεάσαν(ε)δελεάστηκεδελεάστηκαν, δελεαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω δελεάσει
έχω δελεασμένο
έχουμε δελεάσει
έχουμε δελεασμένο
έχω δελεαστεί
είμαι δελεασμένος, -η
έχουμε δελεαστεί
είμαστε δελεασμένοι, -ες
έχεις δελεάσει
έχεις δελεασμένο
έχετε δελεάσει
έχετε δελεασμένο
έχεις δελεαστεί
είσαι δελεασμένος, -η
έχετε δελεαστεί
είστε δελεασμένοι, -ες
έχει δελεάσει
έχει δελεασμένο
έχουν δελεάσει
έχουν δελεασμένο
έχει δελεαστεί
είναι δελεασμένος, -η, -ο
έχουν δελεαστεί
είναι δελεασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα δελεάσει
είχα δελεασμένο
είχαμε δελεάσει
είχαμε δελεσμένο
είχα δελεαστεί
ήμουν δελεασμένος, -η
είχαμε δελεαστεί
ήμαστε δελεασμένοι, -ες
είχες δελεάσει
είχες δελεασμένο
είχατε δελεάσει
είχατε δελεασμένο
είχες δελεαστεί
ήσουν δελεασμένος, -η
είχατε δελεαστεί
ήσαστε δελεασμένοι, -ες
είχε δελεάσει
είχε δελεασμένο
είχαν δελεάσει
είχαν δελεασμένο
είχε δελεαστεί
ήταν δελεασμένος, -η, -ο
είχαν δελεαστεί
ήταν δελεασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δελεάζωθα δελεάζουμε, θα δελεάζομεθα δελεάζομαιθα δελεαζόμαστε
θα δελεάζειςθα δελεάζετεθα δελεάζεσαιθα δελεάζεστε, θα δελεαζόσαστε
θα δελεάζειθα δελεάζουν(ε)θα δελεάζεταιθα δελεάζονται
Fut
ur
θα δελεάσωθα δελεάσουμε, θα δελεάζομεθα δελεαστώθα δελεαστούμε
θα δελεάσειςθα δελεάσετεθα δελεαστείςθα δελεαστείτε
θα δελεάσειθα δελεάσουν(ε)θα δελεαστείθα δελεαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δελεάσει
θα έχω δελεασμένο
θα έχουμε δελεάσει
θα έχουμε δελεασμένο
θα έχω δελεαστεί
θα είμαι δελεασμένος, -η
θα έχουμε δελεαστεί
θα είμαστε δελεασμένοι, -ες
θα έχεις δελεάσει
θα έχεις δελεασμένο
θα έχετε δελεάσει
θα έχετε δελεασμένο
θα έχεις δελεαστεί
θα είσαι δελεασμένος, -η
θα έχετε δελεαστεί
θα είστε δελεασμένοι, -ες
θα έχει δελεάσει
θα έχει δελεασμένο
θα έχουν δελεάσει
θα έχουν δελεασμένο
θα έχει δελεαστεί
θα είναι δελεασμένος, -η, -ο
θα έχουν δελεαστεί
θα είναι δελεασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δελεάζωνα δελεάζουμε, να δελεάζομενα δελεάζομαινα δελεαζόμαστε
να δελεάζειςνα δελεάζετενα δελεάζεσαινα δελεάζεστε, να δελεαζόσαστε
να δελεάζεινα δελεάζουν(ε)να δελεάζεταινα δελεάζονται
Aoristνα δελεάσωνα δελεάσουμε, να δελεάσομενα δελεαστώνα δελεαστούμε
να δελεάσειςνα δελεάσετενα δελεαστείςνα δελεαστείτε
να δελεάσεινα δελεάσουν(ε)να δελεαστείνα δελεαστούν(ε)
Perfνα έχω δελεάσει
να έχω δελεασμένο
να έχουμε δελεάσει
να έχουμε δελεασμένο
να έχω δελεαστεί
να είμαι δελεασμένος, -η
να έχουμε δελεαστεί
να είμαστε δελεασμένοι, -ες
να έχεις δελεάσει
να έχεις δελεασμένο
να έχετε δελεάσει
να έχετε δελεασμένο
να έχεις δελεαστεί
να είσαι δελεασμένος, -η
να έχετε δελεαστεί
να είστε δελεασμένοι, -ες
να έχει δελεάσει
να έχει δελεασμένο
να έχουν δελεάσει
να έχουν δελεασμένο
να έχει δελεαστεί
να είναι δελεασμένος, -η, -ο
να έχουν δελεαστεί
να είναι δελεασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδελέαζεδελεάζετεδελεάζεστε
Aoristδελέασεδελεάστεδελεάσουδελεαστείτε
Part
izip
Presδελεάζονταςδελεαζόμενος
Perfέχοντας δελεάσει, έχοντας δελεασμένοδελεασμένος, -η, -οδελεασμένοι, -ες, -α
InfinAoristδελεάσειδελεαστεί



Person Wortform
Präsens ich locke
du lockst
er, sie, es lockt
Präteritum ich lockte
Konjunktiv II ich lockte
Imperativ Singular locke!
Plural lockt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelockt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:locken








Griechische Definition zu δελεάζω

δελεάζω [δeleázo] -ομαι : προσελκύω, παρασύρω κπ., τον πείθω ή τον συγκινώ χρησιμοποιώντας κτ. ως δέλεαρ: Προσπάθησε να με δελεάσει με μια σημαντική προσφορά. Δελεάστηκε από τα θέλγητρά της.

[λόγ. < αρχ. δελεάζω `πιάνω με δόλωμα, ασκώ δέλεαρ΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δελεάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15