δελεάζω Verb  [deleazo, theleazo, deleazw]

  Verb
(1)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu δελεάζω

δελεάζω altgriechisch δελεάζω δέλεαρ


GriechischDeutsch
Ήταν λάθος μου να σε δελεάζω με εκείνη, να παίζω με τα αισθήματά σου.Mir nicht. Es war falsch, mit ihr zu locken. Dich zu manipulieren.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
απατώ
βάζω σε πειρασμό
βαυκαλίζω
γοητεύω
δένω με μάγια
διαβουκολώ
δολώνω
εξαπατώ
κάνω μάγια
λικνίζω
μαγγανεύω
μαγεύω
μαλαγρώνω
ξεγελάω / ξεγελώ
ξελογιάζω
ξεμυαλίζω
ξεπλανεύω
παγιδεύω
παραπλανώ
παρασέρνω
παρασύρω
πλανεύω
προσελκύω
ρίχνω μαλάγρα
σαγηνεύω
σηκώνω + τα μυαλά / το τσερβέλο
στήνω παγίδα
την φέρνω
τουμπάρω
τραβάω το ενδιαφέρον
τυλίγω
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu δελεάζω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δελεάζωδελεάζουμε, δελεάζομεδελεάζομαιδελεαζόμαστε
δελεάζειςδελεάζετεδελεάζεσαιδελεάζεστε, δελεαζόσαστε
δελεάζειδελεάζουν(ε)δελεάζεταιδελεάζονται
Imper
fekt
δελέαζαδελεάζαμεδελεαζόμουν(α)δελεαζόμαστε, δελεαζόμασταν
δελέαζεςδελεάζατεδελεαζόσουν(α)δελεαζόσαστε, δελεαζόσασταν
δελέαζεδελέαζαν, δελεάζαν(ε)δελεαζόταν(ε)δελεάζονταν, δελεαζόντανε, δελεαζόντουσαν
Aoristδελέασαδελεάσαμεδελεάστηκαδελεαστήκαμε
δελέασεςδελεάσατεδελεάστηκεςδελεαστήκατε
δελέασεδελέασαν, δελεάσαν(ε)δελεάστηκεδελεάστηκαν, δελεαστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω δελεάσει
έχω δελεασμένο
έχουμε δελεάσει
έχουμε δελεασμένο
έχω δελεαστεί
είμαι δελεασμένος, -η
έχουμε δελεαστεί
είμαστε δελεασμένοι, -ες
έχεις δελεάσει
έχεις δελεασμένο
έχετε δελεάσει
έχετε δελεασμένο
έχεις δελεαστεί
είσαι δελεασμένος, -η
έχετε δελεαστεί
είστε δελεασμένοι, -ες
έχει δελεάσει
έχει δελεασμένο
έχουν δελεάσει
έχουν δελεασμένο
έχει δελεαστεί
είναι δελεασμένος, -η, -ο
έχουν δελεαστεί
είναι δελεασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα δελεάσει
είχα δελεασμένο
είχαμε δελεάσει
είχαμε δελεσμένο
είχα δελεαστεί
ήμουν δελεασμένος, -η
είχαμε δελεαστεί
ήμαστε δελεασμένοι, -ες
είχες δελεάσει
είχες δελεασμένο
είχατε δελεάσει
είχατε δελεασμένο
είχες δελεαστεί
ήσουν δελεασμένος, -η
είχατε δελεαστεί
ήσαστε δελεασμένοι, -ες
είχε δελεάσει
είχε δελεασμένο
είχαν δελεάσει
είχαν δελεασμένο
είχε δελεαστεί
ήταν δελεασμένος, -η, -ο
είχαν δελεαστεί
ήταν δελεασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δελεάζωθα δελεάζουμε, θα δελεάζομεθα δελεάζομαιθα δελεαζόμαστε
θα δελεάζειςθα δελεάζετεθα δελεάζεσαιθα δελεάζεστε, θα δελεαζόσαστε
θα δελεάζειθα δελεάζουν(ε)θα δελεάζεταιθα δελεάζονται
Fut
ur
θα δελεάσωθα δελεάσουμε, θα δελεάζομεθα δελεαστώθα δελεαστούμε
θα δελεάσειςθα δελεάσετεθα δελεαστείςθα δελεαστείτε
θα δελεάσειθα δελεάσουν(ε)θα δελεαστείθα δελεαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δελεάσει
θα έχω δελεασμένο
θα έχουμε δελεάσει
θα έχουμε δελεασμένο
θα έχω δελεαστεί
θα είμαι δελεασμένος, -η
θα έχουμε δελεαστεί
θα είμαστε δελεασμένοι, -ες
θα έχεις δελεάσει
θα έχεις δελεασμένο
θα έχετε δελεάσει
θα έχετε δελεασμένο
θα έχεις δελεαστεί
θα είσαι δελεασμένος, -η
θα έχετε δελεαστεί
θα είστε δελεασμένοι, -ες
θα έχει δελεάσει
θα έχει δελεασμένο
θα έχουν δελεάσει
θα έχουν δελεασμένο
θα έχει δελεαστεί
θα είναι δελεασμένος, -η, -ο
θα έχουν δελεαστεί
θα είναι δελεασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δελεάζωνα δελεάζουμε, να δελεάζομενα δελεάζομαινα δελεαζόμαστε
να δελεάζειςνα δελεάζετενα δελεάζεσαινα δελεάζεστε, να δελεαζόσαστε
να δελεάζεινα δελεάζουν(ε)να δελεάζεταινα δελεάζονται
Aoristνα δελεάσωνα δελεάσουμε, να δελεάσομενα δελεαστώνα δελεαστούμε
να δελεάσειςνα δελεάσετενα δελεαστείςνα δελεαστείτε
να δελεάσεινα δελεάσουν(ε)να δελεαστείνα δελεαστούν(ε)
Perfνα έχω δελεάσει
να έχω δελεασμένο
να έχουμε δελεάσει
να έχουμε δελεασμένο
να έχω δελεαστεί
να είμαι δελεασμένος, -η
να έχουμε δελεαστεί
να είμαστε δελεασμένοι, -ες
να έχεις δελεάσει
να έχεις δελεασμένο
να έχετε δελεάσει
να έχετε δελεασμένο
να έχεις δελεαστεί
να είσαι δελεασμένος, -η
να έχετε δελεαστεί
να είστε δελεασμένοι, -ες
να έχει δελεάσει
να έχει δελεασμένο
να έχουν δελεάσει
να έχουν δελεασμένο
να έχει δελεαστεί
να είναι δελεασμένος, -η, -ο
να έχουν δελεαστεί
να είναι δελεασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδελέαζεδελεάζετεδελεάζεστε
Aoristδελέασεδελεάστεδελεάσουδελεαστείτε
Part
izip
Presδελεάζονταςδελεαζόμενος
Perfέχοντας δελεάσει, έχοντας δελεασμένοδελεασμένος, -η, -οδελεασμένοι, -ες, -α
InfinAoristδελεάσειδελεαστεί











Griechische Definition zu δελεάζω

δελεάζω [δeleázo] -ομαι : προσελκύω, παρασύρω κπ., τον πείθω ή τον συγκινώ χρησιμοποιώντας κτ. ως δέλεαρ: Προσπάθησε να με δελεάσει με μια σημαντική προσφορά. Δελεάστηκε από τα θέλγητρά της.

[λόγ. < αρχ. δελεάζω `πιάνω με δόλωμα, ασκώ δέλεαρ΄]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback