δανείζω  Verb  [danizo, thanizo, daneizw]

Ähnliche Bedeutung wie δανείζω


Beispielsätze δανείζω

... το ρόλο της Σκάρλετ, ζήτησε από τον Γουόρνερ την Ντέιβις. Ο Γουόρνερ θα δάνειζε τη Ντέιβις στο Σέλζνικ με την προϋπόθεση ότι ο Έρολ Φλιν θα αναλάμβανε ...

... 0, 1, και 2, είναι όλοι οι μη αρνητικοί ακέραιοι αριθμοί, το επίθετο δανείζει επίσης το όνομά του στο ισορροπημένο τριαδικό σύστημα, που χρησιμοποιείται ...

... Φεβρουαρίου 1967) είναι Αμερικανός ηθοποιός, κωμικός και ηθοποιός που δανείζει τη φωνή του. Είναι καλύτερα γνωστός ως μέλος του αρχικού καστ του MADtv ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze verleihen

... Wir verleihen unserem Denken mittels der Sprache Ausdruck. ...

... Es ist unglaublich, wie viel Kraft die Seele dem Körper zu verleihen mag. ...

... diesem Faust oder Handfläche auf den Tisch schlagen – Wut/Bestimmtheit ausdrückend oder einer Aussage oder energisch Nachdruck verleihen Beide Hände flach ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΔΑΝΕΙΖΩ
I lend
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δανείζωδανείζουμε, δανείζομεδανείζομαιδανειζόμαστε
δανείζειςδανείζετεδανείζεσαιδανείζεστε, δανειζόσαστε
δανείζειδανείζουν(ε)δανείζεταιδανείζονται
Imper
fekt
δάνειζαδανείζαμεδανειζόμουν(α)δανειζόμαστε, δανειζόμασταν
δάνειζεςδανείζατεδανειζόσουν(α)δανειζόσαστε, δανειζόσασταν
δάνειζεδάνειζαν, δανείζαν(ε)δανειζόταν(ε)δανείζονταν, δανειζόντανε, δανειζόντουσαν
Aoristδάνεισαδανείσαμεδανείστηκαδανειστήκαμε
δάνεισεςδανείσατεδανείστηκεςδανειστήκατε
δάνεισεδάνεισαν, δανείσαν(ε)δανείστηκεδανείστηκαν, δανειστήκαν(ε)
Per
fect
έχω δανείσει
έχω δανεισμένο
έχουμε δανείσει
έχουμε δανεισμένο
έχω δανειστεί
είμαι δανεισμένος, -η
έχουμε δανειστεί
είμαστε δανεισμένοι, -ες
έχεις δανείσει
έχεις δανεισμένο
έχετε δανείσει
έχετε δανεισμένο
έχεις δανειστεί
είσαι δανεισμένος, -η
έχετε δανειστεί
είστε δανεισμένοι, -ες
έχει δανείσει
έχει δανεισμένο
έχουν δανείσει
έχουν δανεισμένο
έχει δανειστεί
είναι δανεισμένος, -η, -ο
έχουν δανειστεί
είναι δανεισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα δανείσει
είχα δανεισμένο
είχαμε δανείσει
είχαμε δανεισμένο
είχα δανειστεί
ήμουν δανεισμένος, -η
είχαμε δανειστεί
ήμαστε δανεισμένοι, -ες
είχες δανείσει
είχες δανεισμένο
είχατε δανείσει
είχατε δανεισμένο
είχες δανειστεί
ήσουν δανεισμένος, -η
είχατε δανειστεί
ήσαστε δανεισμένοι, -ες
είχε δανείσει
είχε δανεισμένο
είχαν δανείσει
είχαν δανεισμένο
είχε δανειστεί
ήταν δανεισμένος, -η, -ο
είχαν δανειστεί
ήταν δανεισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δανείζωθα δανείζουμε, θα δανείζομεθα δανείζομαιθα δανειζόμαστε
θα δανείζειςθα δανείζετεθα δανείζεσαιθα δανείζεστε, θα δανειζόσαστε
θα δανείζειθα δανείζουν(ε)θα δανείζεταιθα δανείζονται
Fut
ur
θα δανείσωθα δανείσουμε, θα δανείζομεθα δανειστώθα δανειστούμε
θα δανείσειςθα δανείσετεθα δανειστείςθα δανειστείτε
θα δανείσειθα δανείσουν(ε)θα δανειστείθα δανειστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δανείσει
θα έχω δανεισμένο
θα έχουμε δανείσει
θα έχουμε δανεισμένο
θα έχω δανειστεί
θα είμαι δανεισμένος, -η
θα έχουμε δανειστεί
θα είμαστε δανεισμένοι, -ες
θα έχεις δανείσει
θα έχεις δανεισμένο
θα έχετε δανείσει
θα έχετε δανεισμένο
θα έχεις δανειστεί
θα είσαι δανεισμένος, -η
θα έχετε δανειστεί
θα είστε δανεισμένοι, -ες
θα έχει δανείσει
θα έχει δανεισμένο
θα έχουν δανείσει
θα έχουν δανεισμένο
θα έχει δανειστεί
θα είναι δανεισμένος, -η, -ο
θα έχουν δανειστεί
θα είναι δανεισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δανείζωνα δανείζουμε, να δανείζομενα δανείζομαινα δανειζόμαστε
να δανείζειςνα δανείζετενα δανείζεσαινα δανείζεστε, να δανειζόσαστε
να δανείζεινα δανείζουν(ε)να δανείζεταινα δανείζονται
Aoristνα δανείσωνα δανείσουμε, να δανείσομενα δανειστώνα δανειστούμε
να δανείσειςνα δανείσετενα δανειστείςνα δανειστείτε
να δανείσεινα δανείσουν(ε)να δανειστείνα δανειστούν(ε)
Perfνα έχω δανείσει
να έχω δανεισμένο
να έχουμε δανείσει
να έχουμε δανεισμένο
να έχω δανειστεί
να είμαι δανεισμένος, -η
να έχουμε δανειστεί
να είμαστε δανεισμένοι, -ες
να έχεις δανείσει
να έχεις δανεισμένο
να έχετε δανείσει
να έχετε δανεισμένο
να έχεις δανειστεί
να είσαι δανεισμένος, -η
να έχετε δανειστεί
να είστε δανεισμένοι, -ες
να έχει δανείσει
να έχει δανεισμένο
να έχουν δανείσει
να έχουν δανεισμένο
να έχει δανειστεί
να είναι δανεισμένος, -η, -ο
να έχουν δανειστεί
να είναι δανεισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδάνειζεδανείζετεδανείζεστε
Aoristδάνεισεδανείστεδανείσουδανειστείτε
Part
izip
Presδανείζονταςδανειζόμενος
Perfέχοντας δανείσει, έχοντας δανεισμένοδανεισμένος, -η, -οδανεισμένοι, -ες, -α
InfinAoristδανείσειδανειστεί






Griechische Definition zu δανείζω

δανείζω [δanízo] -ομαι : 1. παραχωρώ σε κπ. κτ. δικό μου για να το χρησιμοποιήσει, με την προϋπόθεση να μου το επιστρέψει μέσα σε κάποιο χρονικό διάστημα: Bιβλία δε δανείζω. Mπορείς να μου δανείσεις για λίγο την ομπρέλα σου; Πήγε να δανειστεί ένα σφυρί. || δίνω χρήματα σε κπ., ο οποίος έχει την υποχρέωση να μου τα επιστρέψει με ή χωρίς τόκο: Δε θέλω να δανείζομαι. Δανείστηκε με υψηλό / χαμηλό τόκο. Οι τράπεζες δε δανείζουν σε πρόσωπα αφερέγγυα. ΠAΡ Όποιος δίνει σε φτωχό, δανείζει στο Θεό, ο Θεός θα του το ανταποδώσει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δανείζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15