δανείζω Verb  [danizo, thanizo, daneizw]

  Verb
(2)
  Verb
(1)
  Verb
(0)

Etymologie zu δανείζω

δανείζω altgriechisch δανείζω δάνος δαίω


GriechischDeutsch
Όχι. Σημαίνει δα...δανείζω, βλάκα.Es bedeutet aus...ausleihen, Dummkopf.

Übersetzung nicht bestätigt

Στο δανείζω, αν θέλεις.Du kannst es dir ausleihen, wenn du willst.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu δανείζω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δανείζωδανείζουμε, δανείζομεδανείζομαιδανειζόμαστε
δανείζειςδανείζετεδανείζεσαιδανείζεστε, δανειζόσαστε
δανείζειδανείζουν(ε)δανείζεταιδανείζονται
Imper
fekt
δάνειζαδανείζαμεδανειζόμουν(α)δανειζόμαστε, δανειζόμασταν
δάνειζεςδανείζατεδανειζόσουν(α)δανειζόσαστε, δανειζόσασταν
δάνειζεδάνειζαν, δανείζαν(ε)δανειζόταν(ε)δανείζονταν, δανειζόντανε, δανειζόντουσαν
Aoristδάνεισαδανείσαμεδανείστηκαδανειστήκαμε
δάνεισεςδανείσατεδανείστηκεςδανειστήκατε
δάνεισεδάνεισαν, δανείσαν(ε)δανείστηκεδανείστηκαν, δανειστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω δανείσει
έχω δανεισμένο
έχουμε δανείσει
έχουμε δανεισμένο
έχω δανειστεί
είμαι δανεισμένος, -η
έχουμε δανειστεί
είμαστε δανεισμένοι, -ες
έχεις δανείσει
έχεις δανεισμένο
έχετε δανείσει
έχετε δανεισμένο
έχεις δανειστεί
είσαι δανεισμένος, -η
έχετε δανειστεί
είστε δανεισμένοι, -ες
έχει δανείσει
έχει δανεισμένο
έχουν δανείσει
έχουν δανεισμένο
έχει δανειστεί
είναι δανεισμένος, -η, -ο
έχουν δανειστεί
είναι δανεισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα δανείσει
είχα δανεισμένο
είχαμε δανείσει
είχαμε δανεισμένο
είχα δανειστεί
ήμουν δανεισμένος, -η
είχαμε δανειστεί
ήμαστε δανεισμένοι, -ες
είχες δανείσει
είχες δανεισμένο
είχατε δανείσει
είχατε δανεισμένο
είχες δανειστεί
ήσουν δανεισμένος, -η
είχατε δανειστεί
ήσαστε δανεισμένοι, -ες
είχε δανείσει
είχε δανεισμένο
είχαν δανείσει
είχαν δανεισμένο
είχε δανειστεί
ήταν δανεισμένος, -η, -ο
είχαν δανειστεί
ήταν δανεισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δανείζωθα δανείζουμε, θα δανείζομεθα δανείζομαιθα δανειζόμαστε
θα δανείζειςθα δανείζετεθα δανείζεσαιθα δανείζεστε, θα δανειζόσαστε
θα δανείζειθα δανείζουν(ε)θα δανείζεταιθα δανείζονται
Fut
ur
θα δανείσωθα δανείσουμε, θα δανείζομεθα δανειστώθα δανειστούμε
θα δανείσειςθα δανείσετεθα δανειστείςθα δανειστείτε
θα δανείσειθα δανείσουν(ε)θα δανειστείθα δανειστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δανείσει
θα έχω δανεισμένο
θα έχουμε δανείσει
θα έχουμε δανεισμένο
θα έχω δανειστεί
θα είμαι δανεισμένος, -η
θα έχουμε δανειστεί
θα είμαστε δανεισμένοι, -ες
θα έχεις δανείσει
θα έχεις δανεισμένο
θα έχετε δανείσει
θα έχετε δανεισμένο
θα έχεις δανειστεί
θα είσαι δανεισμένος, -η
θα έχετε δανειστεί
θα είστε δανεισμένοι, -ες
θα έχει δανείσει
θα έχει δανεισμένο
θα έχουν δανείσει
θα έχουν δανεισμένο
θα έχει δανειστεί
θα είναι δανεισμένος, -η, -ο
θα έχουν δανειστεί
θα είναι δανεισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δανείζωνα δανείζουμε, να δανείζομενα δανείζομαινα δανειζόμαστε
να δανείζειςνα δανείζετενα δανείζεσαινα δανείζεστε, να δανειζόσαστε
να δανείζεινα δανείζουν(ε)να δανείζεταινα δανείζονται
Aoristνα δανείσωνα δανείσουμε, να δανείσομενα δανειστώνα δανειστούμε
να δανείσειςνα δανείσετενα δανειστείςνα δανειστείτε
να δανείσεινα δανείσουν(ε)να δανειστείνα δανειστούν(ε)
Perfνα έχω δανείσει
να έχω δανεισμένο
να έχουμε δανείσει
να έχουμε δανεισμένο
να έχω δανειστεί
να είμαι δανεισμένος, -η
να έχουμε δανειστεί
να είμαστε δανεισμένοι, -ες
να έχεις δανείσει
να έχεις δανεισμένο
να έχετε δανείσει
να έχετε δανεισμένο
να έχεις δανειστεί
να είσαι δανεισμένος, -η
να έχετε δανειστεί
να είστε δανεισμένοι, -ες
να έχει δανείσει
να έχει δανεισμένο
να έχουν δανείσει
να έχουν δανεισμένο
να έχει δανειστεί
να είναι δανεισμένος, -η, -ο
να έχουν δανειστεί
να είναι δανεισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδάνειζεδανείζετεδανείζεστε
Aoristδάνεισεδανείστεδανείσουδανειστείτε
Part
izip
Presδανείζονταςδανειζόμενος
Perfέχοντας δανείσει, έχοντας δανεισμένοδανεισμένος, -η, -οδανεισμένοι, -ες, -α
InfinAoristδανείσειδανειστεί









Griechische Definition zu δανείζω

δανείζω [δanízo] -ομαι : 1. παραχωρώ σε κπ. κτ. δικό μου για να το χρησιμοποιήσει, με την προϋπόθεση να μου το επιστρέψει μέσα σε κάποιο χρονικό διάστημα: Bιβλία δε δανείζω. Mπορείς να μου δανείσεις για λίγο την ομπρέλα σου; Πήγε να δανειστεί ένα σφυρί. || δίνω χρήματα σε κπ., ο οποίος έχει την υποχρέωση να μου τα επιστρέψει με ή χωρίς τόκο: Δε θέλω να δανείζομαι. Δανείστηκε με υψηλό / χαμηλό τόκο. Οι τράπεζες δε δανείζουν σε πρόσωπα αφερέγγυα. ΠAΡ Όποιος δίνει σε φτωχό, δανείζει στο Θεό, ο Θεός θα του το ανταποδώσει. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback