γονατίζω  Verb  [gonatizo, ronatizo, gonatizw]

Ähnliche Bedeutung wie γονατίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze γονατίζω

... έδαφος. Η μία γυναίκα είναι όρθια και κρατάει ένα κλαδί ελιάς και η άλλη γονατίζει εμπρός σε έναν κίτρινο βωμό που είναι αναμμένος και που βρίσκεται ανάμεσά ...

... μας όλους, Για να σε προστατεύουμε, Ω Φερόες, χώρα μου. Και γι΄αυτό, γονατίζω, στο Θεό σου, με προσευχές, είθε να έχεις ειρήνη, και σπλαχνίσου με, η ...

... Κατά το τελετουργικό αυτό ο προς αυτοκτονία στρέφεται προς τον Ήλιο και γονατίζοντας σύρει το εγχειρίδιο του, το οποίο και στη συνέχεια καρφώνει στη κοιλιακή ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze knien

... Knie steht für: Kniegelenk, Gelenk bei Mensch und Wirbeltieren Circus Knie, ein Schweizer Zirkus Zirkus Charles Knie, ein deutscher Zirkus Circus ...

... Charles Knie und der österreichischen Zirkusse Circus Louis Knie und Circus Louis Knie junior entstammen ebenfalls der Knie-Dynastie. Friedrich Knie (sen ...

... (1921–2013) sowie Fredy Knie senior und Bruder von Fredy Knie junior, dem artistischen Leiter des Circus Knie und Cousin von Franco Knie, technischer Direktor ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΓΟΝΑΤΙΖΩ
I make kneel
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γονατίζωγονατίζουμε, γονατίζομε
γονατίζειςγονατίζετε
γονατίζειγονατίζουν(ε)
Imper
fekt
γονάτιζαγονατίζαμε
γονάτιζεςγονατίζατε
γονάτιζεγονάτιζαν, γονατίζαν(ε)
Aoristγονάτισαγονατίσαμε
γονάτισεςγονατίσατε
γονάτισεγονάτισαν, γονατίσαν(ε)
Per
fect
έχω γονατίσειέχουμε γονατίσει
έχεις γονατίσειέχετε γονατίσει
έχει γονατίσειέχουν γονατίσει
Plu
per
fect
είχα γονατίσειείχαμε γονατίσει
είχες γονατίσειείχατε γονατίσει
είχε γονατίσειείχαν γονατίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γονατίζωθα γονατίζουμε, θα γονατίζομε
θα γονατίζειςθα γονατίζετε
θα γονατίζειθα γονατίζουν(ε)
Fut
ur
θα γονατίσωθα γονατίσουμε, θα γονατίζομε
θα γονατίσειςθα γονατίσετε
θα γονατίσειθα γονατίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γονατίσειθα έχουμε γονατίσει
θα έχεις γονατίσειθα έχετε γονατίσει
θα έχει γονατίσειθα έχουν γονατίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γονατίζωνα γονατίζουμε, να γονατίζομε
να γονατίζειςνα γονατίζετε
να γονατίζεινα γονατίζουν(ε)
Aoristνα γονατίσωνα γονατίσουμε, να γονατίσομε
να γονατίσειςνα γονατίσετε
να γονατίσεινα γονατίσουν(ε)
Perfνα έχω γονατίσεινα έχουμε γονατίσει
να έχεις γονατίσεινα έχετε γονατίσει
να έχει γονατίσεινα έχουν γονατίσει
Imper
ativ
Presγονάτιζεγονατίζετε
Aoristγονάτισεγονατίστε
Part
izip
Presγονατίζοντας
Perfέχοντας γονατίσει
γονατισμένος
InfinAoristγονατίσει



Person Wortform
Präsens ich knie
du kniest
er, sie, es kniet
Präteritum ich kniete
Konjunktiv II ich kniete
Imperativ Singular knie!
Plural kniet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gekniet haben
Alle weiteren Formen: Flexion:knien




Griechische Definition zu γονατίζω

γονατίζω [γonatízo] .1α μππ. γονατισμένος : 1α. λυγίζω τα γόνατα και τα ακουμπώ κάτω, ώστε να στηρίζω το βάρος του σώματος επάνω τους: Γονάτισα για να καθαρίσω κάτω από το κρεβάτι. || πέφτω στα γόνατα σε ένδειξη σεβασμού, ικεσίας ή υποταγής: Γονάτισε μπροστά του και του φίλησε το χέρι. Ήταν γονατισμένη μπροστά στο εικόνισμα. β. κάνω κπ. να λυγίσει τα γόνατα και να τα ακουμπήσει κάτω: Ο παλαιστής γονάτισε τον αντίπαλο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu γονατίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15