γιατρεύω  Verb  [giatrevo, jiatrevo, giatreyw]

Ähnliche Bedeutung wie γιατρεύω


Beispielsätze γιατρεύω

... και Αίγλης ή ως κόρη του Αμφιάραου. Ως παράγωγα του ρήματος ιάομαι (= θεραπεύω) φέρονται τα ονόματα: Ίασις (Ίαση) - Ιάσων - Ιασούς - Ιησούς (συνεκδοχικά) ...

... θεότητα. Το όνομα της έχει τη ρίζα του στο αρχαίο ρήμα ακέομαι, που σημαίνει θεραπεύω. Θεωρήθηκε ως η θεά της διαδικασίας επούλωσης. Emmy Patsi-Garin: Επίτομο ...

... αναφερθεί στην κατάσταση του να θεραπεύεσαι, ή να γιατρεύεσαι. Το ποσοστό των ανθρώπων με μια ασθένεια που θεραπεύονται από μια δοσμένη θεραπεία, αποκαλούμενη ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze therapieren

... Therapie (altgriechisch θεραπεία therapeia „Dienst, Pflege, Heilung“) oder Behandlung bezeichnet alle Maßnahmen, die darauf abzielen, Behinderungen, Krankheiten ...

... Kräfte gelernt werden kann, Gefühle und Verhalten aktiv zu verändern. Die Therapie setzt an (gegenwärtigen und vergangenen) Konflikten auf der Einstellungs- ...

... früh erkennen und therapieren zu können. Die Fortschritte in der Krebsforschung haben dazu beigetragen, neue wirkungsvollere Therapien gegen Krebs zu entwickeln ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΓΙΑΤΡΕΥΩ
I heal
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γιατρεύωγιατρεύουμε, γιατρεύομεγιατρεύομαιγιατρευόμαστε
γιατρεύειςγιατρεύετεγιατρεύεσαιγιατρεύεστε, γιατρευόσαστε
γιατρεύειγιατρεύουν(ε)γιατρεύεταιγιατρεύονται
Imper
fekt
γιάτρευαγιατρεύαμεγιατρευόμουν(α)γιατρευόμαστε, γιατρευόμασταν
γιάτρευεςγιατρεύατεγιατρευόσουν(α)γιατρευόσαστε, γιατρευόσασταν
γιάτρευεγιάτρευαν, γιατρεύαν(ε)γιατρευότανεγιατρεύονταν, γιατρευόντανε, γιατρευόντουσαν
Aoristγιάτρεψαγιατρέψαμεγιατρεύτηκαγιατρευτήκαμε
γιάτρεψεςγιατρέψατεγιατρεύτηκεςγιατρευτήκατε
γιάτρεψεγιάτρεψαν, γιατρέψαν(ε)γιατρεύτηκεγιατρεύτηκαν, γιατρευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω γιατρέψει
έχω γιατρεμένο
έχουμε γιατρέψει
έχουμε γιατρεμένο
έχω γιατρευτεί
είμαι γιατρεμένος, -η
έχουμε γιατρευτεί
είμαστε γιατρεμένοι, -ες
έχεις γιατρέψει
έχεις γιατρεμένο
έχετε γιατρέψει
έχετε γιατρεμένο
έχεις γιατρευτεί
είσαι γιατρεμένος, -η
έχετε γιατρευτεί
είστε γιατρεμένοι, -ες
έχει γιατρέψει
έχει γιατρεμένο
έχουν γιατρέψει
έχουν γιατρεμένο
έχει γιατρευτεί
είναι γιατρεμένος, -η, -ο
έχουν γιατρευτεί
είναι γιατρεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα γιατρέψει
είχα γιατρεμένο
είχαμε γιατρέψει
είχαμε γιατρεμένο
είχα γιατρευτεί
ήμουν γιατρεμένος, -η
είχαμε γιατρευτεί
ήμαστε γιατρεμένοι, -ες
είχες γιατρέψει
είχες γιατρεμένο
είχατε γιατρέψει
είχατε γιατρεμένο
είχες γιατρευτεί
ήσουν γιατρεμένος, -η
είχατε γιατρευτεί
ήσαστε γιατρεμένοι, -ες
είχε γιατρέψει
είχε γιατρεμένο
είχαν γιατρέψει
είχαν γιατρεμένο
είχε γιατρευτεί
ήταν γιατρεμένος, -η, -ο
είχαν γιατρευτεί
ήταν γιατρεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γιατρεύωθα γιατρεύουμε, θα γιατρεύομεθα γιατρεύομαιθα γιατρευόμαστε
θα γιατρεύειςθα γιατρεύετεθα γιατρεύεσαιθα γιατρεύεστε, θα γιατρευόσαστε
θα γιατρεύειθα γιατρεύουν(ε)θα γιατρεύεταιθα γιατρεύονται
Fut
ur
θα γιατρέψωθα γιατρέψουμε, θα γιατρέψομεθα γιατρευτώθα γιατρευτούμε
θα γιατρέψειςθα γιατρέψετεθα γιατρευτείςθα γιατρευτείτε
θα γιατρέψειθα γιατρέψουν(ε)θα γιατρευτείθα γιατρευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γιατρέψει
θα έχω γιατρεμένο
θα έχουμε γιατρέψει
θα έχουμε γιατρεμένο
θα έχω γιατρευτεί
θα είμαι γιατρεμένος, -η
θα έχουμε γιατρευτεί
θα είμαστε γιατρεμένοι, -ες
θα έχεις γιατρέψει
θα έχεις γιατρεμένο
θα έχετε γιατρέψει
θα έχετε γιατρεμένο
θα έχεις γιατρευτεί
θα είσαι γιατρεμένος, -η
θα έχετε γιατρευτεί
θα είστε γιατρεμένοι, -ες
θα έχει γιατρέψει
θα έχει γιατρεμένο
θα έχουν γιατρέψει
θα έχουν γιατρεμένο
θα έχει γιατρευτεί
θα είναι γιατρεμένος, -η, -ο
θα έχουν γιατρευτεί
θα είναι γιατρεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γιατρεύωνα γιατρεύουμενα γιατρεύομαινα γιατρευόμαστε
να γιατρεύειςνα γιατρεύετενα γιατρεύεσαινα γιατρεύεστε, να γιατρευόσαστε
να γιατρεύεινα γιατρεύουννα γιατρεύεταινα γιατρεύονται
Aoristνα γιατρέψωνα γιατρέψουμενα γιατρευτώνα γιατρευτούμε
να γιατρέψειςνα γιατρέψετενα γιατρευτείςνα γιατρευτείτε
να γιατρέψεινα γιατρέψουννα γιατρευτείνα γιατρευτούν(ε)
Perfνα έχω γιατρέψει
να έχω γιατρεμένο
να έχουμε γιατρέψει
να έχουμε γιατρεμένο
να έχω γιατρευτεί
να είμαι γιατρεμένος, -η
να έχουμε γιατρευτεί
να είμαστε γιατρεμένοι, -ες
να έχεις γιατρέψει
να έχεις γιατρεμένο
να έχετε γιατρέψει
να έχετε γιατρεμένο
να έχεις γιατρευτεί
να είσαι γιατρεμένος, -η
να έχετε γιατρευτεί
να είστε γιατρεμένοι, -ες
να έχει γιατρέψει
να έχει γιατρεμένο
να έχουν γιατρέψει
να έχουν γιατρεμένο
να έχει γιατρευτεί
να είναι γιατρεμένος, -η, -ο
να έχουν γιατρευτεί
να είναι γιατρεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presγιάτρευεγιατρεύετεγιατρεύεστε
Aoristγιάτρεψεγιατρέψτε, γιατρεύτεγιατρέψουγιατρευτείτε
Part
izip
Presγιατρεύοντας
Perfέχοντας γιατρέψει, έχοντας γιατρεμένογιατρεμένος, -η, -ογιατρεμένοι, -ες, -α
InfinAoristγιατρέψειγιατρευτεί





Person Wortform
Präsens ich heile
du heilst
er, sie, es heilt
Präteritum ich heilte
Konjunktiv II ich heilte
Imperativ Singular heile!
Plural heilt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geheilt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:heilen






Griechische Definition zu γιατρεύω

γιατρεύω [jatrévo] -ομαι : (οικ.) 1. θεραπεύω, κάνω καλά κπ. ή κτ.: Mε διάφορα βότανα προσπάθησε να μου γιατρέψει την πληγή. Aκόμα δε γιατρεύτηκε το πόδι σου. Kανένας γιατρός δεν μπόρεσε να με γιατρέψει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu γιατρεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15