βόσκω  Verb  [vosko, boskw]

Ähnliche Bedeutung wie βόσκω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze βόσκω

... Ο βοσκός (γερμανικά: Der einsame Hirte‎, αγγλικά: The Lonely Shepherd‎) είναι ο τίτλος μελωδικού τραγουδιού σε σύνθεση Τζέημς Λαστ, σε εκτέλεση Γκεόργκε ...

... Ο Μενοίτιος στην Ελληνική μυθολογία ήταν ο μόνος ζωντανός θνητός βοσκός των κοπαδιών του Άδη στον Κάτω Κόσμο.Συμβούλεψε τον Γηρυόνη να αφήσει τα περίφημα ...

... πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Η κρητική μετάφραση, με τον τίτλο Ο πιστικός βοσκός, είναι αγνώστου συγγραφέα. Το άλλο ελληνικό έργο είναι η Πανώρια, του Γεώργιου ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze weiden

... Auf der Allmende zu weiden ist niemand verboten. ...

... Auf der Wiese weiden Schafe. Unsere Anwesenheit wird sie unruhig machen. ...

Quelle: Esperantostern, al_ex_an_der

Grammatik


ΒΟΣΚΩ
I graze
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βοσκάω, βοσκώ, bosko">βόσκωβοσκάμε, βοσκούμεβοσκιέμαιβοσκιόμαστε
βοσκάςβοσκάτεβοσκιέσαιβοσκιέστε, βοσκιόσαστε
βοσκάει, βοσκάβοσκάν(ε), βοσκούν(ε)βοσκιέταιβοσκιούνται, βοσκιόνται
Imper
fekt
βοσκούσα, βόσκαγαβοσκούσαμε, βοσκάγαμεβοσκιόμουν(α)βοσκιόμαστε, βοσκιόμασταν
βοσκούσες, βόσκαγεςβοσκούσατε, βοσκάγατεβοσκιόσουν(α)βοσκιόσαστε, βοσκιόσασταν
βοσκούσε, βόσκαγεβοσκούσαν(ε), βόσκαγαν, βοσκάγανεβοσκιόταν(ε)βοσκιόνταν(ε), βοσκιούνταν, βοσκιόντουσαν
Aoristβόσκησαβοσκήσαμεβοσκήθηκαβοσκηθήκαμε
βόσκησεςβοσκήσατεβοσκήθηκεςβοσκηθήκατε
βόσκησεβόσκησαν, βοσκήσαν(ε)βοσκήθηκεβοσκήθηκαν, βοσκηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω βοσκήσει
έχω βοσκημένο
έχουμε βοσκήσει
έχουμε βοσκημένο
έχω βοσκηθεί
είμαι βοσκημένος, -η
έχουμε βοσκηθεί
είμαστε βοσκημένοι, -ες
έχεις βοσκήσει
έχεις βοσκημένο
έχετε βοσκήσει
έχετε βοσκημένο
έχεις βοσκηθεί
είσαι βοσκημένος, -η
έχετε βοσκηθεί
είστε βοσκημένοι, -ες
έχει βοσκήσει
έχει βοσκημένο
έχουν βοσκήσει
έχουν βοσκημένο
έχει βοσκηθεί
είναι βοσκημένος, -η, -ο
έχουν βοσκηθεί
είναι βοσκημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα βοσκήσει
είχα βοσκημένο
είχαμε βοσκήσει
είχαμε βοσκημένο
είχα βοσκηθεί
ήμουν βοσκημένος, -η
είχαμε βοσκηθεί
ήμαστε βοσκημένοι, -ες
είχες βοσκήσει
είχες βοσκημένο
είχατε βοσκήσει
είχατε βοσκημένο
είχες βοσκηθεί
ήσουν βοσκημένος, -η
είχατε βοσκηθεί
ήσαστε βοσκημένοι, -ες
είχε βοσκήσει
είχε βοσκημένο
είχαν βοσκήσει
είχαν βοσκημένο
είχε βοσκηθεί
ήταν βοσκημένος, -η, -ο
είχαν βοσκηθεί
ήταν βοσκημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βοσκάω, θα βοσκώθα βοσκάμε, θα βοσκούμεθα βοσκιέμαιθα βοσκιόμαστε
θα βοσκάςθα βοσκάτεθα βοσκιέσαιθα βοσκιέστε, θα βοσκιόσαστε
θα βοσκάει, θα βοσκάθα βοσκάν(ε), θα βοσκούν(ε)θα βοσκιέταιθα βοσκιούνται, θα βοσκιόνται
Fut
ur
θα βοσκήσωθα βοσκήσουμε, θα βοσκήσομεθα βοσκηθώθα βοσκηθούμε
θα βοσκήσειςθα βοσκήσετεθα βοσκηθείςθα βοσκηθείτε
θα βοσκήσειθα βοσκήσουν(ε)θα βοσκηθείθα βοσκηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βοσκήσει
θα έχω βοσκημένο
θα έχουμε βοσκήσει
θα έχουμε βοσκημένο
θα έχω βοσκηθεί
θα είμαι βοσκημένος, -η
θα έχουμε βοσκηθεί
θα είμαστε βοσκημένοι, -ες
θα έχεις βοσκήσει
θα έχεις βοσκημένο
θα έχετε βοσκήσει
θα έχετε βοσκημένο
θα έχεις βοσκηθεί
θα είσαι βοσκημένος, -η
θα έχετε βοσκηθεί
θα είστε βοσκημένοι, -ες
θα έχει βοσκήσει
θα έχει βοσκημένο
θα έχουν βοσκήσει
θα έχουν βοσκημένο
θα έχει βοσκηθεί
θα είναι βοσκημένος, -η, -ο
θα έχουν βοσκηθεί
θα είναι βοσκημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βοσκάω, να βοσκώνα βοσκάμε, να βοσκούμενα βοσκιέμαινα βοσκιόμαστε
να βοσκάςνα βοσκάτενα βοσκιέσαινα βοσκιέστε, να βοσκιόσαστε
να βοσκάει, να βοσκάνα βοσκάν(ε), να βοσκούν(ε)να βοσκιέταινα βοσκιούνται, να βοσκιόνται
Aoristνα βοσκήσωνα βοσκήσουμε, να βοσκήσομενα βοσκηθώνα βοσκηθούμε
να βοσκήσειςνα βοσκήσετενα βοσκηθείςνα βοσκηθείτε
να βοσκήσεινα βοσκήσουν(ε)να βοσκηθείνα βοσκηθούν(ε)
Perfνα έχω βοσκήσει
να έχω βοσκημένο
να έχουμε βοσκήσει
να έχουμε βοσκημένο
να έχω βοσκηθεί
να είμαι βοσκημένος, -η
να έχουμε βοσκηθεί
να είμαστε βοσκημένοι, -ες
να έχεις βοσκήσει
να έχεις βοσκημένο
να έχετε βοσκήσει
να έχετε βοσκημένο
να έχεις βοσκηθεί
να είσαι βοσκημένος, -η
να έχετε βοσκηθεί
να είστε βοσκημένοι, -η
να έχει βοσκήσει
να έχει βοσκημένο
να έχουν βοσκήσει
να έχουν βοσκημένο
να έχει βοσκηθεί
να είναι βοσκημένος, -η, -ο
να έχουν βοσκηθεί
να είναι βοσκημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presβόσκα, βόσκαγεβοσκάτεβοσκιέστε
Aoristβόσκησε, βόσκαβοσκήστεβοσκήσουβοσκηθείτε
Part
izip
Presβοσκώντας
Perfέχοντας βοσκήσει, έχοντας βοσκημένοβοσκημένος, -η, -οβοσκημένοι, -ες, -α
InfinAoristβοσκήσειβοσκηθεί





Person Wortform
Präsens ich grase
du grast
er, sie, es grast
Präteritum ich graste
Konjunktiv II ich graste
Imperativ Singular gras!
grase!
Plural grast!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gegrast haben
Alle weiteren Formen: Flexion:grasen


Griechische Definition zu βόσκω

βόσκω [vósko] Ρ αόρ. βόσκησα, απαρέμφ. βοσκήσει & βοσκώ [voskó] & -άω .1α : 1. (για φυτοφάγα ζώα) αναζητώ, τρώω την τροφή μου, τρέφομαι: Tα πρόβατα βόσκουν ήσυχα στο λιβάδι. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βόσκω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15