βράζω  Verb  [vrazo, brazw]

Ähnliche Bedeutung wie βράζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze βράζω

... του από την πιο σημαντική γιορτή του μήνα αυτού, τα Πυανέψια (Πυάνος+έψω=βράζω κουκιά) που γιορτάζονταν προς τιμή του Απόλλωνα. Σύμφωνα με την παράδοση ...

... την παρατήρηση ονόμασε το υλικό ζεόλιθος, από τις ελληνικές λέξεις «ζέω» (βράζω) και «λίθος» (πέτρα). Ο ζεόλιθος μπορεί να είναι αυτοφυής ή να παράγεται ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze kochen

... Lassen Sie die Champignons ungefähr 3 Minuten kochen und geben Sie am Ende die gewaschene und fein geschnittene Petersilie hinzu. ...

... Was kochen Sie? ...

... Sie wird für alle kochen müssen. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


ΒΡΑΖΩ
I boil
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βράζωβράζουμε, βράζομεβράζομαιβραζόμαστε
βράζειςβράζετεβράζεσαιβράζεστε, βραζόσαστε
βράζειβράζουν(ε)βράζεταιβράζονται
Imper
fekt
έβραζαβράζαμεβραζόμουν(α)βραζόμαστε, βραζόμασταν
έβραζεςβράζατεβραζόσουν(α)βραζόσαστε, βραζόσασταν
έβραζεέβραζαν, βράζαν(ε)βραζόταν(ε)βράζονταν, βραζόντανε, βραζόντουσαν
Aoristέβρασαβράσαμεβράστηκαβραστήκαμε
έβρασεςβράσατεβράστηκεςβραστήκατε
έβρασεέβρασαν, βράσαν(ε)βράστηκεβράστηκαν, βραστήκαν(ε)
Per
fect
έχω βράσει
έχω βρασμένο
έχουμε βράσει
έχουμε βρασμένο
έχω βραστεί
είμαι βρασμένος, -η
έχουμε βραστεί
είμαστε βρασμένοι, -ες
έχεις βράσει
έχεις βρασμένο
έχετε βράσει
έχετε βρασμένο
έχεις βραστεί
είσαι βρασμένος, -η
έχετε βραστεί
είστε βρασμένοι, -ες
έχει βράσει
έχει βρασμένο
έχουν βράσει
έχουν βρασμένο
έχει βραστεί
είναι βρασμένος, -η, -ο
έχουν βραστεί
είναι βρασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα βράσει
είχα βρασμένο
είχαμε βράσει
είχαμε βρσμένο
είχα βραστεί
ήμουν βρασμένος, -η
είχαμε βραστεί
ήμαστε βρασμένοι, -ες
είχες βράσει
είχες βρασμένο
είχατε βράσει
είχατε βρασμένο
είχες βραστεί
ήσουν βρασμένος, -η
είχατε βραστεί
ήσαστε βρασμένοι, -ες
είχε βράσει
είχε βρασμένο
είχαν βράσει
είχαν βρασμένο
είχε βραστεί
ήταν βρασμένος, -η, -ο
είχαν βραστεί
ήταν βρασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βράζωθα βράζουμε, θα βράζομεθα βράζομαιθα βραζόμαστε
θα βράζειςθα βράζετεθα βράζεσαιθα βράζεστε, θα βραζόσαστε
θα βράζειθα βράζουν(ε)θα βράζεταιθα βράζονται
Fut
ur
θα βράσωθα βράσουμε, θα βράζομεθα βραστώθα βραστούμε
θα βράσειςθα βράσετεθα βραστείςθα βραστείτε
θα βράσειθα βράσουν(ε)θα βραστείθα βραστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βράσει
θα έχω βρασμένο
θα έχουμε βράσει
θα έχουμε βρασμένο
θα έχω βραστεί
θα είμαι βρασμένος, -η
θα έχουμε βραστεί
θα είμαστε βρασμένοι, -ες
θα έχεις βράσει
θα έχεις βρασμένο
θα έχετε βράσει
θα έχετε βρασμένο
θα έχεις βραστεί
θα είσαι βρασμένος, -η
θα έχετε βραστεί
θα είστε βρασμένοι, -ες
θα έχει βράσει
θα έχει βρασμένο
θα έχουν βράσει
θα έχουν βρασμένο
θα έχει βραστεί
θα είναι βρασμένος, -η, -ο
θα έχουν βραστεί
θα είναι βρασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βράζωνα βράζουμε, να βράζομενα βράζομαινα βραζόμαστε
να βράζειςνα βράζετενα βράζεσαινα βράζεστε, να βραζόσαστε
να βράζεινα βράζουν(ε)να βράζεταινα βράζονται
Aoristνα βράσωνα βράσουμε, να βράσομενα βραστώνα βραστούμε
να βράσειςνα βράσετενα βραστείςνα βραστείτε
να βράσεινα βράσουν(ε)να βραστείνα βραστούν(ε)
Perfνα έχω βράσει
να έχω βρασμένο
να έχουμε βράσει
να έχουμε βρασμένο
να έχω βραστεί
να είμαι βρασμένος, -η
να έχουμε βραστεί
να είμαστε βρασμένοι, -ες
να έχεις βράσει
να έχεις βρασμένο
να έχετε βράσει
να έχετε βρασμένο
να έχεις βραστεί
να είσαι βρασμένος, -η
να έχετε βραστεί
να είστε βρασμένοι, -ες
να έχει βράσει
να έχει βρασμένο
να έχουν βράσει
να έχουν βρασμένο
να έχει βραστεί
να είναι βρασμένος, -η, -ο
να έχουν βραστεί
να είναι βρασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presβράζεβράζετεβράζεστε
Aoristβράσεβράστεβράσουβραστείτε
Part
izip
Presβράζονταςβραζόμενος
Perfέχοντας βράσει, έχοντας βρασμένοβρασμένος, -η, -οβρασμένοι, -ες, -α
InfinAoristβράσειβραστεί



Person Wortform
Präsens ich koche
du kochst
er, sie, es kocht
Präteritum ich kochte
Konjunktiv II ich kochte
Imperativ Singular koch!
koche!
Plural kocht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gekocht haben
Alle weiteren Formen: Flexion:kochen


Griechische Definition zu βράζω

βράζω [vrázo] -ομαι : 1. θερμαίνω ένα υγρό ώσπου να αρχίσει να αναταράζεται και να βγάζει φυσαλίδες: Πρώτα βράζουμε το νερό και μετά προσθέτουμε λίγο αλάτι. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βράζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15