βουλιάζω  Verb  [vuliazo, boyliazw]

Ähnliche Bedeutung wie βουλιάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze einsinken

... Eine verschlissene Kette hat sich so weit gelängt, dass die Kettenlehre ganz einsinken kann ...

... einem Enophthalmus (Ophthalmos, griech.: „Augapfel“) versteht man das Einsinken des Augapfels in die Augenhöhle (Orbita). Es handelt sich hierbei um ein ...

... Sehr starke Krängung bei einem Segelboot mit lateralem Einsinken in das Wasser in Lee ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΒΟΥΛΙΑΖΩ
I ruin
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βουλιάζωβουλιάζουμε, βουλιάζομε
βουλιάζειςβουλιάζετε
βουλιάζειβουλιάζουν(ε)
Imper
fekt
βούλιαζαβουλιάζαμε
βούλιαζεςβουλιάζατε
βούλιαζεβούλιαζαν, βουλιάζαν(ε)
Aoristβούλιαξαβουλιάξαμε
βούλιαξεςβουλιάξατε
βούλιαξεβούλιαξαν, βουλιάξαν(ε)
Per
fect
έχω βουλιάξειέχουμε βουλιάξει
έχεις βουλιάξειέχετε βουλιάξει
έχει βουλιάξειέχουν βουλιάξει>
Plu
per
fect
είχα βουλιάξειείχαμε βουλιάξει
είχες βουλιάξειείχατε βουλιάξει
είχε βουλιάξειείχαν βουλιάξει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βουλιάζωθα βουλιάζουμε, θα βουλιάζομε
θα βουλιάζειςθα βουλιάζετε
θα βουλιάζειθα βουλιάζουν(ε)
Fut
ur
θα βουλιάξωθα βουλιάξουμε, θα βουλιάξομε
θα βουλιάξειςθα βουλιάξετε
θα βουλιάξειθα βουλιάξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βουλιάξειθα έχουμε βουλιάξει
θα έχεις βουλιάξειθα έχετε βουλιάξει
θα έχει βουλιάξειθα έχουν βουλιάξει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βουλιάζωνα βουλιάζουμε, να βουλιάζομε
να βουλιάζειςνα βουλιάζετε
να βουλιάζεινα βουλιάζουν(ε)
Aoristνα βουλιάξωνα βουλιάξουμε, να βουλιάξομε
να βουλιάξειςνα βουλιάξετε
να βουλιάξεινα βουλιάξουν(ε)
Perfνα έχω βουλιάξεινα έχουμε βουλιάξει
να έχεις βουλιάξεινα έχετε βουλιάξει
να έχει βουλιάξεινα έχουν βουλιάξει
Imper
ativ
Presβούλιαζεβουλιάζετε
Aoristβούλιαξεβουλιάξτε, βουλιάχτε
Part
izip
Presβουλιάζοντας
Perfέχοντας βουλιάξει
βουλιαγμένος
InfinAoristβουλιάξει









Person Wortform
Präsens ich sinke
du sinkst
er, sie, es sinkt
Präteritum ich sank
Konjunktiv II ich sänke
Imperativ Singular sinke!
sink!
Plural sinkt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gesunken sein
Alle weiteren Formen: Flexion:sinken


Griechische Definition zu βουλιάζω

βουλιάζω [vulázo] .2α μππ. βουλιαγμένος : 1α. κάνω κτ. να πάει κάτω από την επιφάνεια ενός υγρού, προς το βυθό· βυθίζω: Mεγάλα κύματα απειλούσαν να βουλιάξουν το καράβι. Tα βομβαρδιστικά βούλιαξαν το εχθρικό πλοίο. β. πηγαίνω στο βυθό· βυθίζομαι: H βάρκα δεν άντεξε το βάρος του φορτίου και βούλιαξε. H ελαφρόπετρα επιπλέει, δε βουλιάζει. || Tα πόδια του βούλιαξαν στη λάσπη / στο χιόνι / στο βούρκο, βυθίστηκαν. || Bούλιαξε ευχαριστημένος στην αναπαυτική πολυθρόνα, βυθίστηκε. ΦΡ βούλιαξαν τα καράβια* σου; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βουλιάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15