βλάπτω  Verb  [vlapto, blaptw]

Ähnliche Bedeutung wie βλάπτω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze βλάπτω

... Το Η Οικογένεια Βλάπτει είναι ελληνική τηλεοπτική κωμική σειρά που προβλήθηκε από το Mega την σεζόν 2009-2010. Τη διασκευή του σεναρίου επιμελήθηκαν ο ...

... πολιορκημένοι έριχναν επεισοδιακά κανονιές και βόλια χωρίς να βλάπτουν ή να βλάπτονται. Η πολιορκία αυτή συνεχίστηκε μέχρι τις 10 Ιουνίου, οπότε διαλύθηκε ...

... ενεργοποιεί ο οργανισμός αντιδραστικά μετά από την επίδραση σε αυτόν διαφόρων βλαπτικών παραγόντων. Οι φλεγμονές διακρίνονται σε οξείες (διάρκειας λίγων ημερών) ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze schädigen

... Wenn Kinder sich selbst schädigen wollen, ist das nicht auf ihre Unerfahrenheit zurückzuführen, sondern umgekehrt auf ihre Erfahrungen. ...

... ihrer Laufbahn müssen Beamte einen Diensteid ablegen. Verstöße gegen Beamtenpflichten und auch Verstöße außerhalb des Dienstes, die das Ansehen schädigen ...

... verantwortlich für eine Magen-Darm-Grippe. Sie schädigen die Schleimhäute des Verdauungssystems entweder direkt oder indirekt durch Bakteriengifte. Die Übertragung ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΒΛΑΠΤΩ
I harm
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βλάπτω, blafto">βλάφτωβλάπτουμε, βλάπτομεβλάπτομαιβλαπτόμαστε
βλάπτειςβλάπτετεβλάπτεσαιβλάπτεστε, βλαπτόσαστε
βλάπτειβλάπτουν(ε)βλάπτεταιβλάπτονται
Imper
fekt
έβλαπταβλάπταμεβλαπτόμουν(α)βλαπτόμαστε, βλαπτόμασταν
έβλαπτεςβλάπτατεβλαπτόσουν(α)βλαπτόσαστε
έβλαπτεέβλαπταν, βλάπταν(ε)βλαπτόταν(ε)βλάπτονταν
Aoristέβλαψαβλάψαμεβλάφτηκαβλαφτήκαμε
έβλαψεςβλάψατεβλάφτηκεςβλαπτήκατε
έβλαψεέβλαψαν, βλάψαν(ε)βλάφτηκεβλάφτηκαν, βλαπτήκαν(ε)
Per
fect
έχω βλάψει
έχω βλαμμένο
έχουμε βλάψει
έχουμε βλαμμένο
έχω βλαφτεί
είμαι βλαμμένος, -η
έχουμε βλαφτεί
είμαστε βλαμμένοι, -ες
έχεις βλάψει
έχεις βλαμμένο
έχετε βλάψει
έχετε βλαμμένο
έχεις βλαφτεί
είσαι βλαμμένος, -η
έχετε βλαφτεί
είστε βλαμμένοι, -ες
έχει βλάψει
έχει βλαμμένο
έχουν βλάψει
έχουν βλαμμένο
έχει βλαφτεί
είναι βλαμμένος, -η, -ο
έχουν βλαφτεί
είναι βλαμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα βλάψει
είχα βλαμμένο
είχαμε βλάψει
είχαμε βλαμμένο
είχα βλαφτεί
ήμουν βλαμμένος, -η
είχαμε βλαφτεί
ήμαστε βλαμμένοι, -ες
είχες βλάψει
είχες βλαμμένο
είχατε βλάψει
είχατε βλαμμένο
είχες βλαφτεί
ήσουν βλαμμένος, -η
είχατε βλαφτεί
ήσαστε βλαμμένοι, -ες
είχε βλάψει
είχε βλαμμένο
είχαν βλάψει
είχαν βλαμμένο
είχε βλαφτεί
ήταν βλαμμένος, -η, -ο
είχαν βλαφτεί
ήταν βλαμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βλάπτωθα βλάπτουμε, θα βλάπτομεθα βλάπτομαιθα βλαπτόμαστε
θα βλάπτειςθα βλάπτετεθα βλάπτεσαιθα βλάπτεστε, θα βλαπτόσαστε
θα βλάπτειθα βλάπτουν(ε)θα βλάπτεταιθα βλάπτονται
Fut
ur
θα βλάψωθα βλάψουμε, θα βλάψομεθα βλαπφτώθα βλαπφτούμε
θα βλάψειςθα βλάψετεθα βλαφτείςθα βλαφτείτε
θα βλάψειθα βλάψουν(ε)θα βλαφτείθα βλαφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βλάψει
θα έχω βλαμμένο
θα έχουμε βλάψει
θα έχουμε βλαμμένο
θα έχω βλαφτεί
θα είμαι βλαμμένος, -η
θα έχουμε βλαφτεί
θα είμαστε βλαμμένοι, -ες
θα έχεις βλάψει
θα έχεις βλαμμένο
θα έχετε βλάψει
θα έχετε βλαμμένο
θα έχεις βλαφτεί
θα είσαι βλαμμένος, -η
θα έχετε βλαφτεί
θα είστε βλαμμένοι, -ες
θα έχει βλάψει
θα έχει βλαμμένο
θα έχουν βλάψει
θα έχουν βλαμμένο
θα έχει βλαφτεί
θα είναι βλαμμένος, -η, -ο
θα έχουν βλαφτεί
θα είναι βλαμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βλάπτωνα βλάπτουμε, να βλάπτομενα βλάπτομαινα βλαπτόμαστε
να βλάπτειςνα βλάπτετενα βλάπτεσαινα βλάπτεστε, να βλαπτόσαστε
να βλάπτεινα βλάπτουν(ε)να βλάπτεταινα βλάπτονται
Aoristνα βλάψωνα βλάψουμε, να βλάψομενα βλαφτώνα βλαφτούμε
να βλάψειςνα βλάψετενα βλαφτείςνα βλαφτείτε
να βλάψεινα βλάψουν(ε)να βλαφτείνα βλαφτούν(ε)
Perf να έχω βλάψει
να έχω βλαμμένο
να έχουμε βλάψει
να έχουμε βλαμμένο
να έχω βλαφτεί
να είμαι βλαμμένος, -η
να έχουμε βλαφτεί
να είμαστε βλαμμένοι, -ες
να έχεις βλάψει
να έχεις βλαμμένο
να έχετε βλάψει
να έχετε βλαμμένο
να έχεις βλαφτεί
να είσαι βλαμμένος, -η
να έχετε βλαφτεί
να είστε βλαμμένοι, -ες
να έχει βλάψει
να έχει βλαμμένο
να έχουν βλάψει
να έχουν βλαμμένο
να έχει βλαφτεί
να είναι βλαμμένος, -η, -ο
να έχουν βλαφτεί
να είναι βλαμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presέβλαπτεβλάπτετεβλάπτεστε
Aoristβλάψεβλάψετε, βλάψτεβλάφτουβλαφτείτε
Part
izip
Presβλάπτονταςβλαπτόμενος
Perfέχοντας βλάψει, έχοντας βλαμμένοβλαμμένος, -η, -οβλαμμένοι, -ες, -α
InfinAoristβλάψειβλαφτεί






Griechische Definition zu βλάπτω

βλάπτω [vlápto] -ομαι & βλάφτω [vláfto] -ομαι : 1. (συνήθ. για την υγεία) προξενώ βλάβη, φθείρω: Tο τσιγάρο βλάπτει. Tο πιοτό βλάπτει το συκώτι. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βλάπτω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15