απομένω  Verb  [apomeno, apomenw]


Beispielsätze απομένω

... μέταλλα, όπως ο χαλκός, το νικέλιο και το κοβάλτιο, απομακρύνονται οπότε απομένει ένα μίγμα λεπτόκοκκων PGM. Το ρουθήνιο, όπως και τα άλλα μέταλλα της ομάδας ...

... απομακρύνονται μέταλλα, όπως ο χαλκός, το νικέλιο και το κοβάλτιο, οπότε απομένει ένα μίγμα λεπτόκοκκων PGMs. Το τελικό βήμα στην παραγωγή είναι ο διαχωρισμός ...

... παιχνίδια πριν συμπληρωθούν τα πέντε παιχνίδια της φάσης, τα παιχνίδια που απομένουν παραλείπονται. Η ομάδα που τερμάτισε στην υψηλότερη θέση της κανονικής ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze übrig bleiben

... Er aß wenig, damit etwas für das Frühstück übrig bleiben möge. ...

Quelle: al_ex_an_der

Grammatik


ΑΠΟΜΕΝΩ
I remain
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απομένωαπομένουμε, απομένομε
απομένειςαπομένετε
απομένειαπομένουν(ε)
Imper
fekt
απέμενα, απόμενααπομέναμε
απέμενες, απόμενεςαπομένατε
απέμενε, απόμενεαπέμεναν, απόμεναν, απομέναν(ε)
Aoristαπέμεινα, απόμεινααπομείναμε
απέμεινες, απόμεινεςαπομείνατε
απέμεινε, απόμεινεαπέμειναν, απόμειναν, απομείναν(ε)
Per
fect
έχω απομείνειέχουμε απομείνει
έχεις απομείνειέχετε απομείνει
έχει απομείνειέχουν απομείνει
Plu
per
fect
είχα απομείνειείχαμε απομείνει
είχες απομείνειείχατε απομείνει
είχε απομείνειείχαν απομείνει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απομένωθα απομένουμε, θα απομένομε
θα απομένειςθα απομένετε
θα απομένειθα απομένουν(ε)
Fut
ur
θα απομείνωθα απομείνουμε, θα απομείνομε
θα απομείνειςθα απομείνετε
θα απομείνειθα απομείνουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απομείνειθα έχουμε απομείνει
θα έχεις απομείνειθα έχετε απομείνει
θα έχει απομείνειθα έχουν απομείνει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απομένωνα απομένουμε, να απομένομε
να απομένειςνα απομένετε
να απομένεινα απομένουν(ε)
Aoristνα απομείνωνα απομείνουμε, να απομείνομε
να απομείνειςνα απομείνετε
να απομείνεινα απομείνουν(ε)
Perfνα έχω απομείνεινα έχουμε απομείνει
να έχεις απομείνεινα έχετε απομείνει
να έχει απομείνεινα έχουν απομείνει
Imper
ativ
Presαπέμενεαπομένετε
Aoristαπέμεινεαπομείνετε
Part
izip
Presαπομένοντας
Perfέχοντας απομείνει
InfinAoristαπομείνει


Griechische Definition zu απομένω

απομένω [apoméno] Ρ αόρ. απέμεινα και απόμεινα, απαρέμφ. απομείνει (ιδ. στο γ' πρόσ.) : 1.υπάρχω ως υπόλοιπο· υπολείπομαι: Ελεύθερος χρόνος είναι αυτός που απομένει ύστερα από την εργασία και την ανάπαυση. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu απομένω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15