απολύω  Verb  [apolio, apolyw]

Ähnliche Bedeutung wie απολύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze απολύω

... Το «Νυν απολύεις» είναι μια χριστιανική προσευχή η οποία καταγράφεται στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον (β΄ 25-35). Αποδίδεται στον Συμεών, ο οποίος κατοικούσε ...

... Μαρτίου 2005. Είναι βασισμένη στην ξένη σειρά The Nanny. Η Μαίρη Παπαδάκη απολύεται από το κατάστημα νυφικών όπου δούλευε, αφού την παράτησε ο φίλος της και ...

... των Εσπερινών, κατ΄ άλλους στο ότι υπενθυμίζουν το λόγο του Συμεών «Νυν απολύεις τον δούλον Σου Δέσποτα κλπ.». Εκτός όμως των Εσπερινών τα απολυτίκια ψάλλονται ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze kündigen

... Anfang und Ende einer Beziehung kündigen sich dadurch an, dass man sich scheut, mit dem anderen allein zu sein. ...

... Anfang und Ende einer Beziehung kündigen sich dadurch an, dass man sich scheut mit dem anderen allein zu sein. ...

... Sagte Tom, warum er kündigen will? ...

Quelle: Esperantostern, Esperantostern, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΑΠΟΛΥΩ
I release
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απολύωαπολύουμε, απολύομεαπολύομαιαπολυόμαστε
απολύειςαπολύετεαπολύεσαιαπολύεστε, απολυόσαστε
απολύειαπολύουν(ε)απολύεταιαπολύονται
Imper
fekt
απέλυααπολύαμεαπολυόμουν(α)απολυόμαστε
απέλυεςαπολύατεαπολυόσουν(α)απολυόσαστε
απέλυεαπέλυαν, απολύαν(ε)απολυόταν(ε)απολύονταν
Aoristαπέλυσα, απόλυσααπολύσαμεαπολύθηκααπολυθήκαμε
απέλυσες, απόλυσεςαπολύσατεαπολύθηκεςαπολυθήκατε
απέλυσε, απόλυσεαπέλυσαν, απολύσαν(ε)απολύθηκεαπολύθηκαν, απολυθήκαν(ε)
Per
fect
έχω απολύσει
έχω απολυμένο
έχουμε απολύσει
έχουμε απολυμένο
έχω απολυθεί
είμαι απολυμένος, -η
έχουμε απολυθεί
είμαστε απολυμένοι, -ες
έχεις απολύσει
έχεις απολυμένο
έχετε απολύσει
έχετε απολυμένο
έχεις απολυθεί
είσαι απολυμένος, -η
έχετε απολυθεί
είστε απολυμένοι, -ες
έχει απολύσει
έχει απολυμένο
έχουν απολύσει
έχουν απολυμένο
έχει απολυθεί
είναι απολυμένος, -η, -ο
έχουν απολυθεί
είναι απολυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα απολύσει
είχα απολυμένο
είχαμε απολύσει
είχαμε απολυμένο
είχα απολυθεί
ήμουν απολυμένος, -η
είχαμε απολυθεί
ήμαστε απολυμένοι, -ες
είχες απολύσει
είχες απολυμένο
είχατε απολύσει
είχατε απολυμένο
είχες απολυθεί
ήσουν απολυμένος, -η
είχατε απολυθεί
ήσαστε απολυμένοι, -ες
είχε απολύσει
είχε απολυμένο
είχαν απολύσει
είχαν απολυμένο
είχε απολυθεί
ήταν απολυμένος, -η, -ο
είχαν απολυθεί
ήταν απολυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απολύωθα απολύουμε, θα απολύομεθα απολύομαιθα απολυόμαστε
θα απολύειςθα απολύετεθα απολύεσαιθα απολύεστε θα απολυόσαστε
θα απολύειθα απολύουν(ε)θα απολύεταιθα απολύονται
Fut
ur
θα απολύσωθα απολύσουμε, θα απολύσομεθα απολυθώθα απολυθούμε
θα απολύσειςθα απολύσετεθα απολυθείςθα απολυθείτε
θα απολύσειθα απολύσουν(ε)θα απολυθείθα απολυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απολύσει
θα έχω απολυμένο
θα έχουμε απολύσει
θα έχουμε απολυμένο
θα έχω απολυθεί
θα είμαι απολυμένος, -η
θα έχουμε απολυθεί
θα είμαστε απολυμένοι, -ες
θα έχεις απολύσει
θα έχεις απολυμένο
θα έχετε απολύσει
θα έχετε απολυμένο
θα έχεις απολυθεί
θα είσαι απολυμένος, -η
θα έχετε απολυθεί
θα είστε απολυμένοι, -ες
θα έχει απολύσει
θα έχει απολυμένο
θα έχουν απολύσει
θα έχουν απολυμένο
θα έχει απολυθεί
θα είναι απολυμένος, -η, -ο
θα έχουν απολυθεί
θα είναι απολυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απολύωνα απολύουμε, να απολύομενα απολύομαινα απολυόμαστε
να απολύειςνα απολύετενα απολύεσαινα απολύεστε, να απολυόσαστε
να απολύεινα απολύουν(ε)να απολύεταινα απολύονται
Aoristνα απολύσωνα απολύσουμε, να απολύσομενα απολυθώνα απολυθούμε
να απολύσειςνα απολύσετενα απολυθείςνα απολυθείτε
να απολύσεινα απολύσουν(ε)να απολυθείνα απολυθούν(ε)
Perfνα έχω απολύσει
να έχω απολυμένο
να έχουμε απολύσει
να έχουμε απολυμένο
να έχω απολυθεί
να είμαι απολυμένος, -η
να έχουμε απολυθεί
να είμαστε απολυμένοι, -ες
να έχεις απολύσει
να έχεις απολυμένο
να έχετε απολύσει
να έχετε απολυμένο
να έχεις απολυθεί
να είσαι απολυμένος, -η
να έχετε απολυθεί
να είστε απολυμένοι, -ες
να έχει απολύσει
να έχει απολυμένο
να έχουν απολύσει
να έχουν απολυμένο
να έχει απολυθεί
να είναι απολυμένος, -η, -ο
να έχουν απολυθεί
να είναι απολυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαπόλυεαπολύετεαπολύεστε
Aoristαπόλυσεαπολύσετε, απολύστεαπολύσουαπολυθείτε
Part
izip
Presαπολύοντας
Perfέχοντας απολύσει, έχοντας απολυμένοαπολυμένος, -η, -οαπολυμένοι, -ες, -α
InfinAoristαπολύσειαπολυθεί






Griechische Definition zu απολύω

απολύω [apolío] -ομαι Ρ αόρ. απέλυσα και (σπάν.) απόλυσα, απαρέμφ. απολύσει, παθ. αόρ. απολύθηκα, απαρέμφ. απολυθεί, μππ. απολυμένος : 1.διακόπτω την εργασιακή σχέση κάποιου, τον παύω από την εργασία ή από την υπηρεσία του: απολύω έναν εργαζόμενο / υπάλληλο, τον σταματώ, τον διώχνω. H εταιρεία απέλυσε τους πρωταίτιους της απεργίας. Aπολύθηκε το ένα τρίτο του προσωπικού για λόγους οικονομίας. Οι εποχιακοί υπάλληλοι απολύονται μετά τη λήξη της σύμβασής τους. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu απολύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15