αντιπροσωπεύω  Verb  [antiprosopevo, antiproswpeyw]

Ähnliche Bedeutung wie αντιπροσωπεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αντιπροσωπεύω

... 6ο αι. π.Χ.): Αντιστοιχεί στο διάστημα της Βαβυλωνιακής Εξορίας και αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό τον κύριο όγκο της Εβραϊκής Βίβλου που διαμορφώθηκε ...

... καθοριστικά τη ρωμαϊκή πολιτική σε μια αποφασιστική περίοδο και κατέληξε να αντιπροσωπεύει, όσο καμιά άλλη γυναίκα στην αρχαιότητα, το πρότυπο της μοιραίας γυναίκας ...

... στο επίπεδο της κοινωνιολογίας, για την οποία ο ίδιος θεωρούσε ότι αντιπροσωπεύει την «εφηρμοσμένη ψυχολογία». Στο έργο αυτό, προσπάθησε να εκθέσει το ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze repräsentieren

... Im selben Alter wollte ich auch vieles über Stoffe erfahren und ich glaubte, dass unterschiedliche Farben sicherlich immer auch unterschiedliche Stoffe repräsentieren würden. ...

... Sie repräsentieren nicht nur sich selbst, sondern auch diese Institution. ...

... Sie repräsentieren in der Tat die Bevölkerung der Mitgliedstaaten, die Bürger. ...

Quelle: al_ex_an_der, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΩ
I represent
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αντιπροσωπεύωαντιπροσωπεύουμε, αντιπροσωπεύομεαντιπροσωπεύομαιαντιπροσωπευόμαστε
αντιπροσωπεύειςαντιπροσωπεύετεαντιπροσωπεύεσαιαντιπροσωπεύεστε, αντιπροσωπευόσαστε
αντιπροσωπεύειαντιπροσωπεύουν(ε)αντιπροσωπεύεταιαντιπροσωπεύονται
Imper
fekt
αντιπροσώπευααντιπροσωπεύαμεαντιπροσωπευόμουν(α)αντιπροσωπευόμαστε
αντιπροσώπευεςαντιπροσωπεύατεαντιπροσωπευόσουν(α)αντιπροσωπευόσαστε
αντιπροσώπευεαντιπροσώπευαν, αντιπροσωπεύαν(ε)αντιπροσωπευόταν(ε)αντιπροσωπεύονταν
Aoristαντιπροσώπευσααντιπροσωπεύσαμεαντιπροσωπεύτηκα, αντιπροσωπεύθηκααντιπροσωπευτήκαμε, αντιπροσωπευθήκαμε
αντιπροσώπευσεςαντιπροσωπεύσατεαντιπροσωπεύτηκες, αντιπροσωπεύθηκεςαντιπροσωπευτήκατε, αντιπροσωπευθήκατε
αντιπροσώπευσεαντιπροσώπευσαν, αντιπροσωπεύσαν(ε)αντιπροσωπεύτηκε, αντιπροσωπεύθηκεαντιπροσωπεύτηκαν, αντιπροσωπευθήκαν(ε)
Per
fect
έχω αντιπροσωπεύσει
έχω αντιπροσωπευμένο
έχουμε αντιπροσωπεύσει
έχουμε αντιπροσωπευμένο
έχω αντιπροσωπευτεί
έχω αντιπροσωπευθεί
είμαι αντιπροσωπευμένος, -η
έχουμε αντιπροσωπευτεί
έχουμε αντιπροσωπευθεί
είμαστε αντιπροσωπευμένοι, -ες
έχεις αντιπροσωπεύσει
έχεις αντιπροσωπευμένο
έχετε αντιπροσωπεύσει
έχετε αντιπροσωπευμένο
έχεις αντιπροσωπευτεί
έχεις αντιπροσωπευθεί
είσαι αντιπροσωπευμένος, -η
έχετε αντιπροσωπευτεί
έχετε αντιπροσωπευθεί
είστε αντιπροσωπευμένοι, -ες
έχει αντιπροσωπεύσει
έχει αντιπροσωπευμένο
έχουν αντιπροσωπεύσει
έχουν αντιπροσωπευμένο
έχει αντιπροσωπευτεί
έχει αντιπροσωπευθεί
είναι αντιπροσωπευμένος, -η, -ο
έχουν αντιπροσωπευτεί
έχουν αντιπροσωπευθεί
είναι αντιπροσωπευμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αντιπροσωπεύσει
είχα αντιπροσωπευμένο
είχαμε αντιπροσωπεύσει
είχαμε αντιπροσωπευμένο
είχα αντιπροσωπευτεί
είχα αντιπροσωπευθεί
ήμουν αντιπροσωπευμένος, -η
είχαμε αντιπροσωπευτεί
είχαμε αντιπροσωπευθεί
ήμαστε αντιπροσωπευμένοι, -ες
είχες αντιπροσωπεύσει
είχες αντιπροσωπευμένο
είχατε αντιπροσωπεύσει
είχατε αντιπροσωπευμένο
είχες αντιπροσωπευτεί
είχες αντιπροσωπευθεί
ήσουν αντιπροσωπευμένος, -η
είχατε αντιπροσωπευτεί
είχατε αντιπροσωπευθεί
ήσαστε αντιπροσωπευμένοι, -ες
είχε αντιπροσωπεύσει
είχε αντιπροσωπευμένο
είχαν αντιπροσωπεύσει
είχαν αντιπροσωπευμένο
είχε αντιπροσωπευτεί
είχε αντιπροσωπευθεί
ήταν αντιπροσωπευμένος, -η, -ο
είχαν αντιπροσωπευτεί
είχαν αντιπροσωπευθεί
ήταν αντιπροσωπευμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αντιπροσωπεύωθα αντιπροσωπεύουμε, θα αντιπροσωπεύομεθα αντιπροσωπεύομαιθα αντιπροσωπευόμαστε
θα αντιπροσωπεύειςθα αντιπροσωπεύετεθα αντιπροσωπεύεσαιθα αντιπροσωπεύεστε, θα αντιπροσωπευόσαστε
θα αντιπροσωπεύειθα αντιπροσωπεύουν(ε)θα αντιπροσωπεύεταιθα αντιπροσωπεύονται
Fut
ur
θα αντιπροσωπεύσωθα αντιπροσωπεύσουμε, θα αντιπροσωπεύσομεθα αντιπροσωπευτώ, θα αντιπροσωπευθώθα αντιπροσωπευτούμε, θα αντιπροσωπευθούμε
θα αντιπροσωπεύσειςθα αντιπροσωπεύσετεθα αντιπροσωπευτείς, θα αντιπροσωπευθείςθα αντιπροσωπευτείτε, θα αντιπροσωπευθείτε
θα αντιπροσωπεύσειθα αντιπροσωπεύσουν(ε)θα αντιπροσωπευτεί, θα αντιπροσωπευθείθα αντιπροσωπευτούν(ε), θα αντιπροσωπευθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αντιπροσωπεύσει
θα έχω αντιπροσωπευμένο
θα έχουμε αντιπροσωπεύσει
θα έχουμε αντιπροσωπευμένο
θα έχω αντιπροσωπευτεί
θα έχω αντιπροσωπευθεί
θα είμαι αντιπροσωπευμένος, -η
θα έχουμε αντιπροσωπευτεί
θα έχουμε αντιπροσωπευθεί
θα είμαστε αντιπροσωπευμένοι, -ες
θα έχεις αντιπροσωπεύσει
θα έχεις αντιπροσωπευμένο
θα έχετε αντιπροσωπεύσει
θα έχετε αντιπροσωπευμένο
θα έχεις αντιπροσωπευτεί
θα έχεις αντιπροσωπευθεί
θα είσαι αντιπροσωπευμένος, -η
θα έχετε αντιπροσωπευτεί
θα έχετε αντιπροσωπευθεί
θα είστε αντιπροσωπευμένοι, -ες
θα έχει αντιπροσωπεύσει
θα έχει αντιπροσωπευμένο
θα έχουν αντιπροσωπεύσει
θα έχουν αντιπροσωπευμένο
θα έχει αντιπροσωπευτεί
θα έχει αντιπροσωπευθεί
θα είναι αντιπροσωπευμένος, -η, -ο
θα έχουν αντιπροσωπευτεί
θα έχουν αντιπροσωπευθεί
θα είναι αντιπροσωπευμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αντιπροσωπεύωνα αντιπροσωπεύουμε, να αντιπροσωπεύομενα αντιπροσωπεύομαινα αντιπροσωπευόμαστε
να αντιπροσωπεύειςνα αντιπροσωπεύετενα αντιπροσωπεύεσαινα αντιπροσωπεύεστε, να αντιπροσωπευόσαστε
να αντιπροσωπεύεινα αντιπροσωπεύουν(ε)να αντιπροσωπεύεταινα αντιπροσωπεύονται
Aoristνα αντιπροσωπεύσωνα αντιπροσωπεύσουμε, να αντιπροσωπεύσομενα αντιπροσωπευτώ, να αντιπροσωπευθώνα αντιπροσωπευτούμε, να αντιπροσωπευθούμε
να αντιπροσωπεύσειςνα αντιπροσωπεύσετενα αντιπροσωπευτείς, να αντιπροσωπευθείςνα αντιπροσωπευτείτε, να αντιπροσωπευθείτε
να αντιπροσωπεύσεινα αντιπροσωπεύσουν(ε)να αντιπροσωπευτεί, να αντιπροσωπευθείνα αντιπροσωπευτούν(ε), να αντιπροσωπευθούν(ε)
Perfνα έχω αντιπροσωπεύσει
να έχω αντιπροσωπευμένο
να έχουμε αντιπροσωπεύσει
να έχουμε αντιπροσωπευμένο
να έχω αντιπροσωπευτεί
να έχω αντιπροσωπευθεί
να είμαι αντιπροσωπευμένος, -η
να έχουμε αντιπροσωπευτεί
να έχουμε αντιπροσωπευθεί
να είμαστε αντιπροσωπευμένοι, -ες
να έχεις αντιπροσωπεύσει
να έχεις αντιπροσωπευμένο
να έχετε αντιπροσωπεύσει
να έχετε αντιπροσωπευμένο
να έχεις αντιπροσωπευτεί
να έχεις αντιπροσωπευθεί
να είσαι αντιπροσωπευμένος, -η
να έχετε αντιπροσωπευτεί
να έχετε αντιπροσωπευθεί
να είστε αντιπροσωπευμένοι, -ες
να έχει αντιπροσωπεύσει
να έχει αντιπροσωπευμένο
να έχουν αντιπροσωπεύσει
να έχουν αντιπροσωπευμένο
να έχει αντιπροσωπευτεί
να έχει αντιπροσωπευθεί
να είναι αντιπροσωπευμένος, -η, -ο
να έχουν αντιπροσωπευτεί
να έχουν αντιπροσωπευθεί
να είναι αντιπροσωπευμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαντιπροσώπευεαντιπροσωπεύετεαντιπροσωπεύεστε
Aoristαντιπροσώπευσεαντιπροσωπεύστε, αντιπροσωπεύσετεαντιπροσωπεύσουαντιπροσωπευτείτε, αντιπροσωπευθείτε
Part
izip
Presαντιπροσωπεύονταςαντιπροσωπευόμενος
Perfέχοντας αντιπροσωπεύσει, έχοντας αντιπροσωπευμένοαντιπροσωπευμένος, -η, -οαντιπροσωπευμένοι, -ες, -α
InfinAoristαντιπροσωπεύσειαντιπροσωπευτεί, αντιπροσωπευθεί






Griechische Definition zu αντιπροσωπεύω

αντιπροσωπεύω [andiprosopévo] -ομαι : (πρβ. εκπροσωπώ) 1. βρίσκομαι κάπου με εντολή κάποιου άλλου και ενεργώ για λογαριασμό του: Ο Έλληνας πρεσβευτής θα αντιπροσωπεύσει τη χώρα μας στο συνέδριο για την ειρήνη. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αντιπροσωπεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15