αντιπροσωπεύω Verb  [antiprosopevo, antiproswpeyw]

  Verb
(5)
  Verb
(1)

Etymologie zu αντιπροσωπεύω

αντιπροσωπεύω αντιπρόσωπος + -εύω ((Lehnübersetzung) französisch représenter)


GriechischDeutsch
Χαίρομαι για το γεγονός ότι το κράτος μέλος που έχω την τιμή να αντιπροσωπεύω κατάλαβε ότι θα πρέπει να υιοθετηθούν ιδιαίτερα μέτρα, όπως ακριβώς συνέβη στις Κάτω Χώρες, προκειμένου να επιτευχθεί μία συνεπής απλοποίηση της νομοθεσίας.Erfreulicherweise hat der Mitgliedstaat, den hier vertreten zu dürfen ich die Ehre habe, eingesehen, dass es besonderer Maßnahmen bedarf, so wie es in den Niederlanden geschehen ist, um eine zielgerichtete Vereinfachung der Gesetzgebung zu erreichen.

Übersetzung bestätigt

(NL) Κυρία Πρόεδρε, έχω πραγματικά την χαρά να αντιπροσωπεύω σήμερα την Προεδρία, καθώς ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν μπορεί δυστυχώς να παρευρεθεί στην σημερινή συνεδρίαση.Es ist mir in der Tat ein Vergnügen, hier den Vorsitz zu vertreten, da der Justizminister leider nicht anwesend sein kann.

Übersetzung bestätigt

Ως βουλευτής του ΕΚ, επιθυμώ να αντιπροσωπεύω το οικονομικό και οικολογικό συμφέρον των ψηφοφόρων μου.Als Abgeordneter möchte ich sowohl die wirtschaftlichen als auch ökologischen Interessen meiner Wählerschaft vertreten.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu αντιπροσωπεύω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αντιπροσωπεύωαντιπροσωπεύουμε, αντιπροσωπεύομεαντιπροσωπεύομαιαντιπροσωπευόμαστε
αντιπροσωπεύειςαντιπροσωπεύετεαντιπροσωπεύεσαιαντιπροσωπεύεστε, αντιπροσωπευόσαστε
αντιπροσωπεύειαντιπροσωπεύουν(ε)αντιπροσωπεύεταιαντιπροσωπεύονται
Imper
fekt
αντιπροσώπευααντιπροσωπεύαμεαντιπροσωπευόμουν(α)αντιπροσωπευόμαστε
αντιπροσώπευεςαντιπροσωπεύατεαντιπροσωπευόσουν(α)αντιπροσωπευόσαστε
αντιπροσώπευεαντιπροσώπευαν, αντιπροσωπεύαν(ε)αντιπροσωπευόταν(ε)αντιπροσωπεύονταν
Aoristαντιπροσώπευσααντιπροσωπεύσαμεαντιπροσωπεύτηκα, αντιπροσωπεύθηκααντιπροσωπευτήκαμε, αντιπροσωπευθήκαμε
αντιπροσώπευσεςαντιπροσωπεύσατεαντιπροσωπεύτηκες, αντιπροσωπεύθηκεςαντιπροσωπευτήκατε, αντιπροσωπευθήκατε
αντιπροσώπευσεαντιπροσώπευσαν, αντιπροσωπεύσαν(ε)αντιπροσωπεύτηκε, αντιπροσωπεύθηκεαντιπροσωπεύτηκαν, αντιπροσωπευθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω αντιπροσωπεύσει
έχω αντιπροσωπευμένο
έχουμε αντιπροσωπεύσει
έχουμε αντιπροσωπευμένο
έχω αντιπροσωπευτεί
έχω αντιπροσωπευθεί
είμαι αντιπροσωπευμένος, -η
έχουμε αντιπροσωπευτεί
έχουμε αντιπροσωπευθεί
είμαστε αντιπροσωπευμένοι, -ες
έχεις αντιπροσωπεύσει
έχεις αντιπροσωπευμένο
έχετε αντιπροσωπεύσει
έχετε αντιπροσωπευμένο
έχεις αντιπροσωπευτεί
έχεις αντιπροσωπευθεί
είσαι αντιπροσωπευμένος, -η
έχετε αντιπροσωπευτεί
έχετε αντιπροσωπευθεί
είστε αντιπροσωπευμένοι, -ες
έχει αντιπροσωπεύσει
έχει αντιπροσωπευμένο
έχουν αντιπροσωπεύσει
έχουν αντιπροσωπευμένο
έχει αντιπροσωπευτεί
έχει αντιπροσωπευθεί
είναι αντιπροσωπευμένος, -η, -ο
έχουν αντιπροσωπευτεί
έχουν αντιπροσωπευθεί
είναι αντιπροσωπευμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα αντιπροσωπεύσει
είχα αντιπροσωπευμένο
είχαμε αντιπροσωπεύσει
είχαμε αντιπροσωπευμένο
είχα αντιπροσωπευτεί
είχα αντιπροσωπευθεί
ήμουν αντιπροσωπευμένος, -η
είχαμε αντιπροσωπευτεί
είχαμε αντιπροσωπευθεί
ήμαστε αντιπροσωπευμένοι, -ες
είχες αντιπροσωπεύσει
είχες αντιπροσωπευμένο
είχατε αντιπροσωπεύσει
είχατε αντιπροσωπευμένο
είχες αντιπροσωπευτεί
είχες αντιπροσωπευθεί
ήσουν αντιπροσωπευμένος, -η
είχατε αντιπροσωπευτεί
είχατε αντιπροσωπευθεί
ήσαστε αντιπροσωπευμένοι, -ες
είχε αντιπροσωπεύσει
είχε αντιπροσωπευμένο
είχαν αντιπροσωπεύσει
είχαν αντιπροσωπευμένο
είχε αντιπροσωπευτεί
είχε αντιπροσωπευθεί
ήταν αντιπροσωπευμένος, -η, -ο
είχαν αντιπροσωπευτεί
είχαν αντιπροσωπευθεί
ήταν αντιπροσωπευμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αντιπροσωπεύωθα αντιπροσωπεύουμε, θα αντιπροσωπεύομεθα αντιπροσωπεύομαιθα αντιπροσωπευόμαστε
θα αντιπροσωπεύειςθα αντιπροσωπεύετεθα αντιπροσωπεύεσαιθα αντιπροσωπεύεστε, θα αντιπροσωπευόσαστε
θα αντιπροσωπεύειθα αντιπροσωπεύουν(ε)θα αντιπροσωπεύεταιθα αντιπροσωπεύονται
Fut
ur
θα αντιπροσωπεύσωθα αντιπροσωπεύσουμε, θα αντιπροσωπεύσομεθα αντιπροσωπευτώ, θα αντιπροσωπευθώθα αντιπροσωπευτούμε, θα αντιπροσωπευθούμε
θα αντιπροσωπεύσειςθα αντιπροσωπεύσετεθα αντιπροσωπευτείς, θα αντιπροσωπευθείςθα αντιπροσωπευτείτε, θα αντιπροσωπευθείτε
θα αντιπροσωπεύσειθα αντιπροσωπεύσουν(ε)θα αντιπροσωπευτεί, θα αντιπροσωπευθείθα αντιπροσωπευτούν(ε), θα αντιπροσωπευθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αντιπροσωπεύσει
θα έχω αντιπροσωπευμένο
θα έχουμε αντιπροσωπεύσει
θα έχουμε αντιπροσωπευμένο
θα έχω αντιπροσωπευτεί
θα έχω αντιπροσωπευθεί
θα είμαι αντιπροσωπευμένος, -η
θα έχουμε αντιπροσωπευτεί
θα έχουμε αντιπροσωπευθεί
θα είμαστε αντιπροσωπευμένοι, -ες
θα έχεις αντιπροσωπεύσει
θα έχεις αντιπροσωπευμένο
θα έχετε αντιπροσωπεύσει
θα έχετε αντιπροσωπευμένο
θα έχεις αντιπροσωπευτεί
θα έχεις αντιπροσωπευθεί
θα είσαι αντιπροσωπευμένος, -η
θα έχετε αντιπροσωπευτεί
θα έχετε αντιπροσωπευθεί
θα είστε αντιπροσωπευμένοι, -ες
θα έχει αντιπροσωπεύσει
θα έχει αντιπροσωπευμένο
θα έχουν αντιπροσωπεύσει
θα έχουν αντιπροσωπευμένο
θα έχει αντιπροσωπευτεί
θα έχει αντιπροσωπευθεί
θα είναι αντιπροσωπευμένος, -η, -ο
θα έχουν αντιπροσωπευτεί
θα έχουν αντιπροσωπευθεί
θα είναι αντιπροσωπευμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αντιπροσωπεύωνα αντιπροσωπεύουμε, να αντιπροσωπεύομενα αντιπροσωπεύομαινα αντιπροσωπευόμαστε
να αντιπροσωπεύειςνα αντιπροσωπεύετενα αντιπροσωπεύεσαινα αντιπροσωπεύεστε, να αντιπροσωπευόσαστε
να αντιπροσωπεύεινα αντιπροσωπεύουν(ε)να αντιπροσωπεύεταινα αντιπροσωπεύονται
Aoristνα αντιπροσωπεύσωνα αντιπροσωπεύσουμε, να αντιπροσωπεύσομενα αντιπροσωπευτώ, να αντιπροσωπευθώνα αντιπροσωπευτούμε, να αντιπροσωπευθούμε
να αντιπροσωπεύσειςνα αντιπροσωπεύσετενα αντιπροσωπευτείς, να αντιπροσωπευθείςνα αντιπροσωπευτείτε, να αντιπροσωπευθείτε
να αντιπροσωπεύσεινα αντιπροσωπεύσουν(ε)να αντιπροσωπευτεί, να αντιπροσωπευθείνα αντιπροσωπευτούν(ε), να αντιπροσωπευθούν(ε)
Perfνα έχω αντιπροσωπεύσει
να έχω αντιπροσωπευμένο
να έχουμε αντιπροσωπεύσει
να έχουμε αντιπροσωπευμένο
να έχω αντιπροσωπευτεί
να έχω αντιπροσωπευθεί
να είμαι αντιπροσωπευμένος, -η
να έχουμε αντιπροσωπευτεί
να έχουμε αντιπροσωπευθεί
να είμαστε αντιπροσωπευμένοι, -ες
να έχεις αντιπροσωπεύσει
να έχεις αντιπροσωπευμένο
να έχετε αντιπροσωπεύσει
να έχετε αντιπροσωπευμένο
να έχεις αντιπροσωπευτεί
να έχεις αντιπροσωπευθεί
να είσαι αντιπροσωπευμένος, -η
να έχετε αντιπροσωπευτεί
να έχετε αντιπροσωπευθεί
να είστε αντιπροσωπευμένοι, -ες
να έχει αντιπροσωπεύσει
να έχει αντιπροσωπευμένο
να έχουν αντιπροσωπεύσει
να έχουν αντιπροσωπευμένο
να έχει αντιπροσωπευτεί
να έχει αντιπροσωπευθεί
να είναι αντιπροσωπευμένος, -η, -ο
να έχουν αντιπροσωπευτεί
να έχουν αντιπροσωπευθεί
να είναι αντιπροσωπευμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαντιπροσώπευεαντιπροσωπεύετεαντιπροσωπεύεστε
Aoristαντιπροσώπευσεαντιπροσωπεύστε, αντιπροσωπεύσετεαντιπροσωπεύσουαντιπροσωπευτείτε, αντιπροσωπευθείτε
Part
izip
Presαντιπροσωπεύονταςαντιπροσωπευόμενος
Perfέχοντας αντιπροσωπεύσει, έχοντας αντιπροσωπευμένοαντιπροσωπευμένος, -η, -οαντιπροσωπευμένοι, -ες, -α
InfinAoristαντιπροσωπεύσειαντιπροσωπευτεί, αντιπροσωπευθεί







Griechische Definition zu αντιπροσωπεύω

αντιπροσωπεύω [andiprosopévo] -ομαι : (πρβ. εκπροσωπώ) 1. βρίσκομαι κάπου με εντολή κάποιου άλλου και ενεργώ για λογαριασμό του: Ο Έλληνας πρεσβευτής θα αντιπροσωπεύσει τη χώρα μας στο συνέδριο για την ειρήνη. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback