{η}  ανοησία Subst.  [anoisia, anohsia]

{der}    Subst.
(202)
{die}    Subst.
(85)
(1)

Buchtip (Anzeige)

Etymologie zu ανοησία

ανοησία Koine-Griechisch ἀνοησία


GriechischDeutsch
Αυτό βεβαίως είναι ανοησία, γιατί όταν διεξάγω ελέγχους, θα πρέπει να υπάρχουν και κυρώσεις, οι οποίες θα λειτουργούν ως απειλή σε περιπτώσεις που υπάρχουν αμφιβολίες.Dies ist natürlich Unsinn, denn wenn ich Kontrollen mache, muß es im Zweifelsfalle auch Sanktionen als Drohung geben.

Übersetzung bestätigt

Πρόκειται λοιπόν για ανοησία και αυταπάτη να ισχυρίζεται κανείς ότι η οδηγία για τη χορήγηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας απαγορεύει τη χορήγηση των σχετικών διπλωμάτων.Das ist also Unsinn und Selbstbetrug, zu behaupten, die Patentierungsrichtlinie würde das untersagen.

Übersetzung bestätigt

Ανεξάρτητα με το γεγονός ότι είμαι υπέρ της βοήθειας στο Κοσσυφοπέδιο, δεν συμφωνώ, και θεωρώ σαφέστατα μια ανοησία, να αφαιρούνται κονδύλια από τα ταμεία που προορίζονται για τη γεωργία, τα οποία έχουν εγκριθεί στην Ατζέντα 2000 που αν έτσι γίνει, θα αποδειχθεί ένα πυροτέχνημα και να διατίθενται στην εξωτερική πολιτική.Abgesehen davon, daß ich die Hilfen für den Kosovo unterstütze, bin ich nicht einverstanden und betrachte es offen als Unsinn, wenn Mittel aus den Fonds für die Landwirtschaft, die in der Agenda 2000 beschlossen waren, abgezogen und für die Außenpolitik eingesetzt werden denn damit wäre bewiesen, daß es ein Taschenspielertrick war.

Übersetzung bestätigt

Οι ανοησίες που ελέχθησαν εδώ αποδεικνύουν πόσο σημαντική είναι η ανεξαρτησία της ΕΚΤ.Der grobe Unsinn, der jetzt hier erzählt wurde, beweist, wie wichtig die Unabhängigkeit der Europäischen Zentralbank ist.

Übersetzung bestätigt

Πρόκειται για ακραία ανοησία, και σας ζητώ να σκεφθείτε και να αποδεχθείτε τις απόψεις της επιτροπής και την άποψη αυτού του Κοινοβουλίου στο συγκεκριμένο σημείο.Das ist purer Unsinn, und ich bitte Sie, die Vorschläge des Ausschusses sowie des Parlaments zu diesem speziellen Thema zu prüfen und zu billigen.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
αλαφρομυαλιά
αμυαλιά
αμυαλοσύνη
ανεμυαλιά
απερισκεψία
αφροσύνη
βλακεία
επιπολαιότητα
κουταμάρα
μωρία
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter



Griechische Definition zu ανοησία

ανοησία η [anoisía] : α.η ιδιότητα του ανόητου, η έλλειψη σκέψης, ορθοφροσύνης· βλακεία: Aπό ανοησία έκανε ό,τι έκανε. Είναι μεγάλη ανοησία να μη θέλεις το συμφέρον σου. β. ανόητη πράξη ή λόγος: Πάψε να κάνεις ανοησίες. Έλεγε τέτοιες ανοησίες που ούτε να γελάσουμε δεν μπορούσαμε.

[λόγ. < ελνστ. ἀνοησία]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback