ανατέλλω  Verb  [anatello, anatellw]

Ähnliche Bedeutung wie ανατέλλω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ανατέλλω

... μετοχή του ρήματος lever που σημαίνει «αυξάνω, υψώνω, ανατέλλω» (όπως στο «levant soleil», «ανατέλλων ήλιος») που με τη σειρά του προέρχεται από το λατινικό ...

... λεγόμενος «ήλιος του μεσονυχτίου»: το καλοκαίρι ο ήλιος στην περιοχή ανατέλλει στις 03:00 και δύει στις 23:40 - δεν σκοτεινιάζει εντελώς καθόλου, κατά ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze aufgehen

... Selbst wenn die Sonne im Westen aufgehen würde, würde ich meine Meinung nicht ändern. ...

... Selbst wenn die Sonne im Westen aufgehen würde, würde ich meinen Entschluss nicht ändern. ...

... Selbst wenn die Sonne im Westen aufgehen würde, würde sie ihre Entscheidung nicht ändern. ...

Quelle: xtofu80, xtofu80, xtofu80

Grammatik


ΑΝΑΤΕΛΛΩ
I rise
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ανατέλλωανατέλλουμε, ανατέλλομε
ανατέλλειςανατέλλετε
ανατέλλειανατέλλουν(ε)
Imper
fekt
ανέτελλα, ανάτελλαανατέλλαμε
ανέτελλες, ανάτελλεςανατέλλατε
ανέτελλε, ανάτελλεανάτελλαν, ανατέλλαν(ε), ανήτελλαν
Aoristανέτειλα, ανάτειλαανατείλαμε
ανέτειλες, ανάτειλεςανατείλατε
ανέτειλε, ανάτειλεανέτειλαν, ανατείλαν(ε), ανάτειλαν
Per
fect
έχω ανατείλειέχουμε ανατείλει
έχεις ανατείλειέχετε ανατείλει
έχει ανατείλειέχουν ανατείλει
Plu
per
fect
είχα ανατείλειείχαμε ανατείλει
είχες ανατείλειείχατε ανατείλει
είχε ανατείλειείχαν ανατείλει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ανατέλλωθα ανατέλλουμε, θα ανατέλλομε
θα ανατέλλειςθα ανατέλλετε
θα ανατέλλειθα ανατέλλουν(ε)
Fut
ur
θα ανατείλωθα ανατείλουμε, θα ανατείλομε
θα ανατείλειςθα ανατείλετε
θα ανατείλειθα ανατείλουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ανατείλειθα έχουμε ανατείλει
θα έχεις ανατείλειθα έχετε ανατείλει
θα έχει ανατείλειθα έχουν ανατείλει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ανατέλλωνα ανατέλλουμε, να ανατέλλομε
να ανατέλλειςνα ανατέλλετε
να ανατέλλεινα ανατέλλουν(ε)
Aoristνα ανατείλωνα ανατείλουμε, να ανατείλομε
να ανατείλειςνα ανατείλετε
να ανατείλεινα ανατείλουν(ε)
Perfνα έχω ανατείλεινα έχουμε ανατείλει
να έχεις ανατείλεινα έχετε ανατείλει
να έχει ανατείλεινα έχουν ανατείλει
Imper
ativ
Presανάτελλεανατέλλετε
Aoristανέτειλε, ανάτειλεανατείλετε, ανατείλτε
Part
izip
Presανατέλλοντας
Perfέχοντας ανατείλει
InfinAoristανατείλει




Griechische Definition zu ανατέλλω

ανατέλλω [anatélo] Ρ αόρ. ανέτειλα και ανάτειλα, απαρέμφ. ανατείλει : ANT δύω. 1. (για ουράνιο σώμα) ανεβαίνω πάνω από τον ορίζοντα με συνέπεια να φαίνομαι: Aνατέλλει ο ήλιος / η σελήνη / ένας αστέρας. || (επέκτ.): Aνατέλλει μία καινούρια μέρα, αρχίζει. ΦΡ ανατέλλει το άστρο* κάποιου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ανατέλλω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15