αναλαμβάνω  Verb  [analamvano, analambanw]


Beispielsätze αναλαμβάνω

... στο Άμστερνταμ. Κατάφερε σε σύντομο χρονικό διάστημα να διακριθεί, αναλαμβάνοντας σημαντικές παραγγελίες και αποκτώντας μεγάλη φήμη τόσο στην Ολλανδία ...

... την ιδιότητα των αυτοκρατορικών επιτρόπων έπαυσαν τις τοπικές αρχές αναλαμβάνοντας οι ίδιοι προσωπικά την διοίκησή του νησιού. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, ...

... Φεβρουαρίου 2013. [νεκρός σύνδεσμος] ΤΡΑΓΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ (10 Μαΐου 2012). «Αναλαμβάνει (ξανά) τη ΑΚ Μίλαν». dailybet.gr. http://www.dailybet.gr/article.asp ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich erholen

... Ich hatte gehofft, dass er sich erholen würde. ...

... Es gibt kaum Hoffnung darauf, dass er sich erholen wird. ...

Quelle: kriskelvin, cumori

Grammatik


ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΩ
I undertake
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αναλαμβάνωαναλαμβάνουμε, αναλαμβάνομεαναλαμβάνομαιαναλαμβανόμαστε
αναλαμβάνειςαναλαμβάνετεαναλαμβάνεσαιαναλαμβάνεστε, αναλαμβανόσαστε
αναλαμβάνειαναλαμβάνουν(ε)αναλαμβάνεταιαναλαμβάνονται
Imper
fekt
αναλάμβανααναλαμβάναμεαναλαμβανόμουν(α)αναλαμβανόμαστε
αναλάμβανεςαναλαμβάνατεαναλαμβανόσουν(α)αναλαμβανόσαστε
αναλάμβανεαναλάμβαναν, αναλαμβάναν(ε)αναλαμβανόταν(ε)αναλαμβάνονταν
Aoristανέλαβα, ανάλαβααναλάβαμεαναλήφθηκααναληφθήκαμε
ανέλαβες, ανάλαβεςαναλάβατεαναλήφθηκεςαναληφθήανε
ανέλαβε, ανάλαβεανέλαβαν,ανάλαβαν, αναλάβαν(ε)αναλήφθηκε, ανελήφθηαναλήφθηκαν, ανελήφθησαν
Per
fect
έχω αναλάβειέχουμε αναλάβειέχω αναληφθεί
είμαι ανειλημμένος, -η
έχουμε αναληφθεί
είμαστε ανειλημμένοι, -ες
έχεις αναλάβειέχετε αναλάβειέχεις αναληφθεί
είσαι ανειλημμένος, -η
έχετε αναληφθεί
είστε ανειλημμένοι, -ες
έχει αναλάβειέχουν αναλάβειέχει αναληφθεί
είναι ανειλημμένος, -η, -ο
έχουν αναληφθεί
είναι ανειλημμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αναλάβειείχαμε αναλάβειείχα αναληφθεί
ήμουν ανειλημμένος, -η
είχαμε αναληφθεί
ήμαστε ανειλημμένοι, -ες
είχες αναλάβειείχατε αναλάβειείχες αναληφθεί
ήσουν ανειλημμένος, -η
είχατε αναληφθεί
ήσαστε ανειλημμένοι, -ες
είχε αναλάβειείχαν αναλάβειείχε αναληφθεί
ήταν ανειλημμένος, -η, -ο
είχαν αναληφθεί
ήταν ανειλημμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αναλαμβάνωθα αναλαμβάνουμε, θα αναλαμβάνομεθα αναλαμβάνομαιθα αναλαμβανόμαστε
θα αναλαμβάνειςθα αναλαμβάνετεθα αναλαμβάνεσαιθα αναλαμβάνεστε, θα αναλαμβανόσαστε
θα αναλαμβάνειθα αναλαμβάνουν(ε)θα αναλαμβάνεταιθα αναλαμβάνονται
Fut
ur
θα αναλάβωθα αναλάβουμε, θα αναλάβομεθα αναληφθώθα αναληφθούμε
θα αναλάβειςθα αναλάβετεθα αναληφθείςθα αναληφθείτε
θα αναλάβειθα αναλάβουν(ε)θα αναληφθείθα αναληφθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αναλάβειθα έχουμε αναλάβειθα έχω αναληφθεί
θα είμαι ανειλημμένος, -η
θα έχουμε αναληφθεί
θα είμαστε ανειλημμένοι, -ες
θα έχεις αναλάβειθα έχετε αναλάβειθα έχεις αναληφθεί
θα είσαι ανειλημμένος, -η
θα έχετε αναληφθεί
θα είστε ανειλημμένοι, -ες
θα έχει αναλάβειθα έχουν αναλάβειθα έχει αναληφθεί
θα είναι ανειλημμένος, -η, -ο
θα έχουν αναληφθεί
θα είναι ανειλημμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αναλαμβάνωνα αναλαμβάνουμε, να αναλαμβάνομενα αναλαμβάνομαινα αναλαμβανόμαστε
να αναλαμβάνειςνα αναλαμβάνετενα αναλαμβάνεσαινα αναλαμβάνεστε, να αναλαμβανόσαστε
να αναλαμβάνεινα αναλαμβάνουν(ε)να αναλαμβάνεταινα αναλαμβάνονται
Aoristνα αναλάβωνα αναλάβουμε, να αναλάβομενα αναληφθώνα αναληφθούμε
να αναλάβειςνα αναλάβετενα αναληφθείςνα αναληφθείτε
να αναλάβεινα αναλάβουν(ε)να αναληφθείνα αναληφθούν(ε)
Perfνα έχω αναλάβεινα έχουμε αναλάβεινα έχω αναληφθεί
να είμαι ανειλημμένος, -η
να έχουμε αναληφθεί
να είμαστε ανειλημμένοι, -ες
να έχεις αναλάβεινα έχετε αναλάβεινα έχεις αναληφθεί
να είσαι ανειλημμένος, -η
να έχετε αναληφθεί
να είστε ανειλημμένοι, -ες
να έχει αναλάβεινα έχουν αναλάβεινα έχει αναληφθεί
να είναι ανειλημμένος, -η, -ο
να έχουν αναληφθεί
να είναι ανειλημμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαναλάμβανεαναλαμβάνετεαναλαμβάνεστε
Aoristανάλαβεαναλάβετεαναληφθείτε
Part
izip
Presαναλαμβάνονταςαναλαμβανόμενος
Perfέχοντας αναλάβειανειλημμένος, -η, -οανειλημμένοι, -ες, -α
InfinAoristαναλάβειαναληφθεί








Griechische Definition zu αναλαμβάνω

αναλαμβάνω [analamváno] -ομαι Ρ αόρ. ανέλαβα, απαρέμφ. αναλάβει, παθ. αόρ. αναλήφθηκα, γ' πρόσ. (λόγ.) και ανελήφθη, ανελήφθησαν, απαρέμφ. αναληφθεί, μππ. ανειλημμένος* & αναλαβαίνω [analavéno] Ρ αόρ. ανάλαβα, απαρέμφ. αναλάβει : I1.δέχομαι κτ. ως υποχρέωση, δέχομαι να πραγματοποιήσω, να εκτελέσω κτ. με τις δικές μου δυνάμεις ή με τα δικά μου μέσα: Έχει αναλάβει από μικρός τη συντήρηση της οικογένειάς του. Aνέλαβε την ευθύνη δύο ορφανών παιδιών. Ξένη εταιρεία θα αναλάβει τη χρηματοδότηση του έργου. Θα αναληφθεί σταυροφορία για τη διάσωση των δασών. || αναλαμβάνω κπ.: α. αναλαμβάνω την προστασία, την επιμέλεια κάποιου: Εγώ θα αναλάβω τα παιδιά / τον ασθενή. β. (προφ.) αναλαμβάνω την τιμωρία κάποιου: Άσ΄ τον αυτόν, θα τον αναλάβω εγώ, θα τον κανονίσω. || αναλαμβάνω την ευθύνη (μιας πράξης), ότι εγώ την έκανα, ότι είμαι ο δράστης: Γνωστή τρομοκρατική οργάνωση, με προκήρυξη, ανέλαβε την ευθύνη της δολοφονικής απόπειρας. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αναλαμβάνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15