αλλά   [alla]

  
(217511)
  Verb
(53742)

Etymologie zu αλλά

αλλά altgriechisch ἀλλά


GriechischDeutsch
Το γεγονός ότι η KfW έπρεπε να αναλάβει τον κίνδυνο ευθύνης (αποθεματικό) ύψους […] ευρώ για […], είναι συνηθισμένο για περιπτώσεις που παρουσιάζουν ελάχιστες πιθανότητες πραγματοποίησης αλλά είναι εξαιρετικά μεγάλης σημασίας, και τέθηκε στον τελευταίο κύκλο των διαπραγματεύσεων ως προϋπόθεση από όλους τους συμμετέχοντες.Die Tatsache, dass die KfW das Haftungsrisiko (Rücklage) in Höhe von […] EUR für […] übernehmen musste, ist für Fälle mit geringer Eintrittswahrscheinlichkeit, aber hohem Streitwert nicht ungewöhnlich und wurde in der letzten Verhandlungsrunde von allen Beteiligten als Bedingung gestellt.

Übersetzung bestätigt

Περιγραφή Το πεδίο αυτό είναι ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΟ αλλά ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ υπάρχει όταν η χρήση του είναι ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ, π.χ. για υπηρεσίες RootCA/QC ή CA/QC, και ότανBeschreibung Dieses Feld ist OPTIONAL, MUSS aber vorhanden sein, wenn seine Verwendung ERFORDERLICH ist, z. B. für RootCA/QCoder CA/QC-Dienste, und wenn

Übersetzung bestätigt

Το πεδίο αυτό είναι ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΟ αλλά ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ υπάρχει αν η «Historical information period» (διάταξη 5.3.12) δεν είναι μηδενική.Dieses Feld ist OPTIONAL, MUSS aber vorhanden sein, wenn die „Historical information period“ (Abschnitt 5.3.12) nicht gleich null ist.

Übersetzung bestätigt

Υπηρεσίες που υποστηρίζουν υπηρεσίες «CA/QC» αλλά που δεν αποτελούν μέρος των «CA/QC»«Sdi»Dienste, die „CA/QC“-Dienste unterstützen, aber nicht Bestandteil der „CA/QC“-„Sdi“ sind

Übersetzung bestätigt

Προκειμένου να παρουσιαστούν οι γενικές κατευθυντήριες γραμμές επεξεργασίας, μπορούν να δοθούν τα παρακάτω παραδείγματα: Στο πλαίσιο ενός CSPQC ο οποίος χρησιμοποιεί μια αρχή πιστοποίησης βάσης, στο πλαίσιο της οποίας πολλές αρχές πιστοποίησης εκδίδουν τόσο αναγνωρισμένα όσο και μη αναγνωρισμένα πιστοποιητικά, αλλά τα QC που εκδίδονται περιέχουν μόνο τη δήλωση συμμόρφωσης QcCompliance και καμία ένδειξη για το αν υποστηρίζονται από SSCD, η καταγραφή του «Sdi» της αρχής πιστοποίησης βάσης σημαίνει μόνο, βάσει των κανόνων που εξηγήθηκαν παραπάνω, ότι οποιοδήποτε QC που εκδίδεται υπό την εν λόγω ιεραρχία αρχής πιστοποίησης βάσης ΔΕΝ υποστηρίζεται από κάποια SSCD.Das nachstehende Beispiel dient zur Veranschaulichung der allgemeinen Leitlinien zur Bearbeitung: Im Falle eines CSPQC, der eine Root CA verwendet, unter der mehrere CAs QCs und Nicht-QCs ausstellen, dessen QCs jedoch nur die Erklärung zur QcCompliance, aber keine Informationen über eine SSCD-Unterstützung enthalten, würde die Angabe nur der „Sdi“ der Root CA auf der Grundlage der oben ausgeführten Regeln bedeuten, dass KEINES der aufgrund dieser Root CA-Hierarchie ausgestellten QCs von einer SSCD unterstützt wird.

Übersetzung bestätigt



Grammatik

Noch keine Grammatik zu αλλά.



NeutrumSingularPlural
unbestimmtbestimmtunbestimmtbestimmt
Nominativ(ett) aberaberaberaber
Genitivabersabersabersabers





Griechische Definition zu αλλά

αλλά [alá] σύνδ. αντιθ. : μα. I. εισάγει έννοια ή πρόταση που βρίσκεται σε αντίθεση με την προηγούμενη ή απλώς την περιορίζει: 1. (μερικές φορές αλλά όμως) σε απλή αντιθετική σύνδεση: Tο σπιτάκι τους ήταν παλιό, αλλά νοικοκυρεμένο. Πήγα να τους αποχαιρετήσω, αλλά όμως δεν τους πρόλαβα. Είναι πανέξυπνος, αλλά τεμπέλης. Δεν είναι όμορφος, αλλά όμως μου αρέσει. Tου μίλησαν όχι άσχημα, αλλά ευγενικά και συμβουλευτικά, δεν του μίλησαν άσχημα… Όχι σήμερα, αλλά αύριο οπωσδήποτε θα ΄ρθω, αν όχι σήμερα, αύριο όμως… || συχνά η αντίθεση είναι προς κτ. που εννοείται: Δεν του τηλεφώνησα, αλλά και τι να του έλεγα;, τι να του έλεγα, αν του τηλεφωνούσα; || ύστερα από τελεία (βλ. και σημ. I4γ): Σας καθυστερώ. αλλά δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. α. αλλά (όμως) και: α1. όταν υπάρχει άρνηση και στα δύο μέλη· αλλά ούτε και: Δεν κέρδισα, αλλά όμως και δεν έχασα. Δεν είναι όμορφη, αλλά και άσχημη δεν μπορείς να την πεις. α2. χωρίς να υπάρχει άρνηση, όταν με το β' μέλος εκφράζεται μία επιπλέον αλλά ισότιμη πληροφορία με αυτήν που εκφράζει το α' μέλος της σύνδεσης: Είναι έξυπνος, αλλά όμως και διαβάζει πολύ, αλλά διαβάζει και πολύ. Δουλεύει σκληρά, αλλά όμως και πληρώνεται καλά, αλλά όμως πληρώνεται καλά. β. ναι μεν… αλλά… και, για περιπτώσεις σύνδεσης κατά την οποία με το α' μέλος εκφέρεται ο βασικός όρος, αυτό που κυρίως συμβαίνει, ενώ με το β' μέλος ο δευτερεύων, ο όχι απόλυτα καθοριστικός αλλά ούτε και αμελητέος όρος: Nαι μεν θα γίνει η επιλογή με βάση τη σειρά επιτυχίας, αλλά όμως θα ληφθεί υπόψη και η προϋπηρεσία. || συχνά στον προφορικό λόγο στην έκφραση ναι μεν αλλά, για τις περιπτώσεις που ο ομιλητής γενικά συμφωνεί αλλά έχει και ορισμένες επιφυλάξεις. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback