αλείφω  Verb  [alifo, aleifw]

Ähnliche Bedeutung wie αλείφω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αλείφω

... όνομά της σύμφωνα με μια εκδοχή προήλθε από το ρήμα χραίνω που σημαίνει αλείφω, επειδή στην περιοχή έφτιαχναν ένα υγρό για τη θεραπεία της ψώρας των αιγοπροβάτων ...

... κρατάει τεντωμένες 150-250 τρίχες από ουρά αρσενικού αλόγου. Οι τρίχες αλείφονται με κολοφώνιο (ή ρετσίνι) για να τρίβουν καλύτερα τις χορδές. Όταν σύρονται ...

... νικητές με ανθισμένα κλαδιά άνηθου, και με το αιθέριο έλαιο των καρπών του άλειφαν το σώμα τους οι αθλητές γιατί το θεωρούσαν χαλαρωτικό και τονωτικό των ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze bestreichen

... Wir bestreichen unser Brot mit Butter. ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΑΛΕΙΦΩ
I spread
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αλείφωαλείφουμε, αλείφομεαλείφομαιαλειφόμαστε
αλείφειςαλείφετεαλείφεσαιαλείφεστε, αλειφόσαστε
αλείφειαλείφουν(ε)αλείφεταιαλείφονται
Imper
fekt
άλειφααλείφαμεαλειφόμουν(α)αλειφόμαστε, αλειφόμασταν
άλειφεςαλείφατεαλειφόσουν(α)αλειφόσαστε, αλειφόσασταν
άλειφεάλειφαν, αλείφαν(ε)αλειφόταν(ε)αλείφονταν, αλειφόντανε, αλειφόντουσαν
Aoristάλειψααλείψαμεαλείφτηκααλειφτήκαμε
άλειψεςαλείψατεαλείφτηκεςαλειφτήκατε
άλειψεάλειψαν, αλείψαν(ε)αλείφτηκεαλείφτηκαν, αλειφτήκαν(ε)
Per
fect
έχω αλείψει
έχω αλειμμένο
έχουμε αλείψει
έχουμε αλειμμένο
έχω αλειφτεί
είμαι αλειμμένος, -η
έχουμε αλειφτεί
είμαστε αλειμμένοι, -ες
έχεις αλείψει
έχεις αλειμμένο
έχετε αλείψει
έχετε αλειμμένο
έχεις αλειφτεί
είσαι αλειμμένος, -η
έχετε αλειφτεί
είστε αλειμμένοι, -ες
έχει αλείψει
έχει αλειμμένο
έχουν αλείψει
έχουν αλειμμένο
έχει αλειφτεί
είναι αλειμμένος, -η, -ο
έχουν αλειφτεί
είναι αλειμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αλείψει
είχα αλειμμένο
είχαμε αλείψει
είχαμε αλειμμένο
είχα αλειφτεί
ήμουν αλειμμένος, -η
είχαμε αλειφτεί
ήμαστε αλειμμένοι, -ες
είχες αλείψει
είχες αλειμμένο
είχατε αλείψει
είχατε αλειμμένο
είχες αλειφτεί
ήσουν αλειμμένος, -η
είχατε αλειφτεί
ήσαστε αλειμμένοι, -ες
είχε αλείψει
είχε αλειμμένο
είχαν αλείψει
είχαν αλειμμένο
είχε αλειφτεί
ήταν αλειμμένος, -η, -ο
είχαν αλειφτεί
ήταν αλειμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αλείφωθα αλείφουμε, θα αλείφομεθα αλείφομαιθα αλειφόμαστε
θα αλείφειςθα αλείφετεθα αλείφεσαιθα αλείφεστε, θα αλειφόσαστε
θα αλείφειθα αλείφουν(ε)θα αλείφεταιθα αλείφονται
Fut
ur
θα αλείψωθα αλείψουμε, θα αλείψομεθα αλειφτώθα αλειφτούμε
θα αλείψειςθα αλείψετεθα αλειφτείςθα αλειφτείτε
θα αλείψειθα αλείψουν(ε)θα αλειφτείθα αλειφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αλείψει
θα έχω αλειμμένο
θα έχουμε αλείψει
θα έχουμε αλειμμένο
θα έχω αλειφτεί
θα είμαι αλειμμένος, -η
θα έχουμε αλειφτεί
θα είμαστε αλειμμένοι, -ες
θα έχεις αλείψει
θα έχεις αλειμμένο
θα έχετε αλείψει
θα έχετε αλειμμένο
θα έχεις αλειφτεί
θα είσαι αλειμμένος, -η
θα έχετε αλειφτεί
θα είστε αλειμμένοι, -ες
θα έχει αλείψει
θα έχει αλειμμένο
θα έχουν αλείψει
θα έχουν αλειμμένο
θα έχει αλειφτεί
θα είναι αλειμμένος, -η, -ο
θα έχουν αλειφτεί
θα είναι αλειμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αλείφωνα αλείφουμε, να αλείφομενα αλείφομαινα αλειφόμαστε
να αλείφειςνα αλείφετενα αλείφεσαινα αλείφεστε, να αλειφόσαστε
να αλείφεινα αλείφουν(ε)να αλείφεταινα αλείφονται
Aoristνα αλείψωνα αλείψουμε, να αλείψομενα αλειφτώνα αλειφτούμε
να αλείψειςνα αλείψετενα αλειφτείςνα αλειφτείτε
να αλείψεινα αλείψουν(ε)να αλειφτείνα αλειφτούν(ε)
Perfνα έχω αλείψει
να έχω αλειμμένο
να έχουμε αλείψει
να έχουμε αλειμμένο
να έχω αλειφτεί
να είμαι αλειμμένος, -η
να έχουμε αλειφτεί
να είμαστε αλειμμένοι, -ες
να έχεις αλείψει
να έχεις αλειμμένο
να έχετε αλείψει
να έχετε αλειμμένο
να έχεις αλειφτεί
να είσαι αλειμμένος, -η
να έχετε αλειφτεί
να είστε αλειμμένοι, -ες
να έχει αλείψει
να έχει αλειμμένο
να έχουν αλείψει
να έχουν αλειμμένο
να έχει αλειφτεί
να είναι αλειμμένος, -η, -ο
να έχουν αλειφτεί
να είναι αλειμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presάλειφεαλείφετεαλείφεστε
Aoristάλειψεαλείψτε, αλείφτεαλείψουαλειφτείτε
Part
izip
Presαλείφοντας
Perfέχοντας αλείψει, έχοντας αλειμμένοαλειμμένος, -η, -οαλειμμένοι, -ες, -α
InfinAoristαλείψειαλειφτεί








Griechische Definition zu αλείφω

αλείφω [alífo] -ομαι & αλείβω [alívo] -ομαι : 1.απλώνω ομοιόμορφα μια λιπαρή συνήθ. ουσία επάνω σε μια επιφάνεια: αλείφω το ψωμί με βούτυρο και με μαρμελάδα. αλείφω βούτυρο στο ψωμί. αλείφω το σώμα μου με αντιηλιακό λάδι. αλείφω με κρέμα το πρόσωπό μου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αλείφω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15