ακανόνιστος -η -ο Adj.  [akanonistos -i -o, akanonistos -h -o]

  Adj.
(11)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

  • ακανόνιστος (maskulin)
  • ακανόνιστη (feminin)
  • ακανόνιστο (neutrum)


Griechische Definition zu ακανόνιστος -η -ο

ακανόνιστος -η -ο [akanónistos] : 1.ANT κανονικός2. α. που δεν έχει συμμετρία, που σχηματίζεται από μέρη τα οποία δεν έχουν σχέση αναλογίας ή και αρμονίας: Tο κτίριο έχει ακανόνιστο σχήμα, με δύο πτέρυγες δεξιά και με μια πτέρυγα αριστερά. Tο σπίτι είναι χτισμένο με ακανόνιστες πέτρες. Tα χαρακτηριστικά του προσώπου του είναι ακανόνιστα. β. που δεν επαναλαμβάνεται με ορισμένο ρυθμό ή που δε γίνεται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα: Ο σφυγμός του είναι ακανόνιστος -η -ο. Εργάζεται σε ακανόνιστες ώρες. || (ως ουσ.) το ακανόνιστο, η ιδιότητα του ακανόνιστου, η έλλειψη κανονικότητας. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback