αδυνατίζω  Verb  [adinatizo, athinatizo, adynatizw]

Ähnliche Bedeutung wie αδυνατίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αδυνατίζω

... (ιονισμένη ύλη) και των οποίων η αρχική φωτεινότητά τους στη συνέχεια αδυνατίζει μέχρι του σημείου της αφάνειας μέσα σε λίγους μήνες. Υπάρχουν δύο διαφορετικοί ...

... μπροστά από τον βασιλιά αποφεύγεται να κινηθούν γιατί κάτι τέτοιο γενικά αδυνατίζει την άμυνα του βασιλιά. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση που οι ...

... στην λογική και στην πεζότητα. Το χρώμα είναι πλούσιο, το περίγραμμα αδυνατίζει, η σύνθεση γεμίζει κίνηση και ενέργεια και οι πινελιές είναι ελεύθερες ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΔΥΝΑΤΙΖΩ
I lose weight
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αδυνατίζωαδυνατίζουμε, αδυνατίζομε
αδυνατίζειςαδυνατίζετε
αδυνατίζειαδυνατίζουν(ε)
Imper
fekt
αδυνάτιζααδυνατίζαμε
αδυνάτιζεςαδυνατίζατε
αδυνάτιζεαδυνάτιζαν, αδυνατίζαν(ε)
Aoristαδυνάτισααδυνατίσαμε
αδυνάτισεςαδυνατίσατε
αδυνάτισεαδυνάτισαν, αδυνατίσαν(ε)
Per
fect
έχω αδυνατίσειέχουμε αδυνατίσει
έχεις αδυνατίσειέχετε αδυνατίσει
έχει αδυνατίσειέχουν αδυνατίσει
Plu
per
fect
είχα αδυνατίσειείχαμε αδυνατίσει
είχες αδυνατίσειείχατε αδυνατίσει
είχε αδυνατίσειείχαν αδυνατίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αδυνατίζωθα αδυνατίζουμε, θα αδυνατίζομε
θα αδυνατίζειςθα αδυνατίζετε
θα αδυνατίζειθα αδυνατίζουν(ε)
Fut
ur
θα αδυνατίσωθα αδυνατίσουμε, θα αδυνατίζομε
θα αδυνατίσειςθα αδυνατίσετε
θα αδυνατίσειθα αδυνατίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αδυνατίσειθα έχουμε αδυνατίσει
θα έχεις αδυνατίσειθα έχετε αδυνατίσει
θα έχει αδυνατίσειθα έχουν αδυνατίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αδυνατίζωνα αδυνατίζουμε, να αδυνατίζομε
να αδυνατίζειςνα αδυνατίζετε
να αδυνατίζεινα αδυνατίζουν(ε)
Aoristνα αδυνατίσωνα αδυνατίσουμε, να αδυνατίσομε
να αδυνατίσειςνα αδυνατίσετε
να αδυνατίσεινα αδυνατίσουν(ε)
Perfνα έχω αδυνατίσεινα έχουμε αδυνατίσει
να έχεις αδυνατίσεινα έχετε αδυνατίσει
να έχει αδυνατίσεινα έχουν αδυνατίσει
Imper
ativ
Presαδυνάτιζεαδυνατίζετε
Aoristαδυνάτισεαδυνατίστε
Part
izip
Presαδυνατίζοντας
Perfέχοντας αδυνατίσει
αδυνατισμένος
InfinAoristαδυνατίσει








Griechische Definition zu αδυνατίζω

αδυνατίζω [aδinatízo] .1α μππ. αδυνατισμένος : 1.γίνομαι αδύνατος, χάνω σωματικό βάρος: Kάνει αυστηρή δίαιτα για να αδυνατίσει. Προσπάθησε να αδυνατίσει αλλά δεν μπόρεσε να χάσει πάνω από τρία κιλά. Aδυνάτισε μερικά κιλά. || χάνω βάρος και δύναμη· (πρβ. εξασθενίζω): Aδυνατισμένος από τα βάσανα και τις κακουχίες. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αδυνατίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15