αδυνατίζω Verb  [adinatizo, athinatizo, adynatizw]

  Verb
(0)
  Verb
(0)
(0)
  Verb
(0)

Anzeige

Etymologie zu αδυνατίζω

αδυνατίζω mittelgriechisch αδύνατος + -ίζω


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu αδυνατίζω

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αδυνατίζωαδυνατίζουμε, αδυνατίζομε
αδυνατίζειςαδυνατίζετε
αδυνατίζειαδυνατίζουν(ε)
Imper
fekt
αδυνάτιζααδυνατίζαμε
αδυνάτιζεςαδυνατίζατε
αδυνάτιζεαδυνάτιζαν, αδυνατίζαν(ε)
Aoristαδυνάτισααδυνατίσαμε
αδυνάτισεςαδυνατίσατε
αδυνάτισεαδυνάτισαν, αδυνατίσαν(ε)
Per
fekt
έχω αδυνατίσειέχουμε αδυνατίσει
έχεις αδυνατίσειέχετε αδυνατίσει
έχει αδυνατίσειέχουν αδυνατίσει
Plu
per
fekt
είχα αδυνατίσειείχαμε αδυνατίσει
είχες αδυνατίσειείχατε αδυνατίσει
είχε αδυνατίσειείχαν αδυνατίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αδυνατίζωθα αδυνατίζουμε, θα αδυνατίζομε
θα αδυνατίζειςθα αδυνατίζετε
θα αδυνατίζειθα αδυνατίζουν(ε)
Fut
ur
θα αδυνατίσωθα αδυνατίσουμε, θα αδυνατίζομε
θα αδυνατίσειςθα αδυνατίσετε
θα αδυνατίσειθα αδυνατίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αδυνατίσειθα έχουμε αδυνατίσει
θα έχεις αδυνατίσειθα έχετε αδυνατίσει
θα έχει αδυνατίσειθα έχουν αδυνατίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αδυνατίζωνα αδυνατίζουμε, να αδυνατίζομε
να αδυνατίζειςνα αδυνατίζετε
να αδυνατίζεινα αδυνατίζουν(ε)
Aoristνα αδυνατίσωνα αδυνατίσουμε, να αδυνατίσομε
να αδυνατίσειςνα αδυνατίσετε
να αδυνατίσεινα αδυνατίσουν(ε)
Perfνα έχω αδυνατίσεινα έχουμε αδυνατίσει
να έχεις αδυνατίσεινα έχετε αδυνατίσει
να έχει αδυνατίσεινα έχουν αδυνατίσει
Imper
ativ
Presαδυνάτιζεαδυνατίζετε
Aoristαδυνάτισεαδυνατίστε
Part
izip
Presαδυνατίζοντας
Perfέχοντας αδυνατίσει
αδυνατισμένος
InfinAoristαδυνατίσει









Griechische Definition zu αδυνατίζω

αδυνατίζω [aδinatízo] .1α μππ. αδυνατισμένος : 1.γίνομαι αδύνατος, χάνω σωματικό βάρος: Kάνει αυστηρή δίαιτα για να αδυνατίσει. Προσπάθησε να αδυνατίσει αλλά δεν μπόρεσε να χάσει πάνω από τρία κιλά. Aδυνάτισε μερικά κιλά. || χάνω βάρος και δύναμη· (πρβ. εξασθενίζω): Aδυνατισμένος από τα βάσανα και τις κακουχίες. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback