έχω  Verb  [echo, exw]


Beispielsätze έχω

... Συγνώμη, έχω χαθεί. ...

... Αύριο θα πάω σχολείο, γιατί έχω εξετάσεις στο μάθημα της Ιστορίας. ...

... Bρέχει σήμερα. Πού έχω όμως την ομπρέλα μου; ...

Quelle: Sprachprofi, gyiann, Gaidouraki


Beispielsätze haben

... Dann haben wir ein Problem... ...

... Eine Million Menschen haben im Krieg ihr Leben verloren. ...

... Arm ist nicht, wer zu wenig besitzt, sondern, wer zu viel haben möchte. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


ΕΧΩ
I have
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
έχω, parexo">-εχωέχουμε, έχομε
έχειςέχετε
έχειέχουν(ε)
Imper
fekt
είχαείχαμε
είχεςείχατε
είχεείχαν(ε)
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα έχωθα έχουμε, θα έχομε
θα έχειςθα έχετε
θα έχειθα έχουν(ε)
SUB
JUNC
TIVE
Präs
enz
να έχωνα έχουμε, να έχομε
να έχειςνα έχετε
να έχεινα έχουν(ε)
Imper
ativ
Presέχεέχετε
Part
izip
Presέχοντας



Person Wortform
Präsens ich habe
du hast
er, sie, es hat
Präteritum ich hatte
Konjunktiv II ich hätte
Imperativ Singular habe!
hab!
Plural habt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gehabt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:haben



Singular

Plural

Nominativ das Haben

Genitiv des Habens

Dativ dem Haben

Akkusativ das Haben



Griechische Definition zu έχω

έχω [éxo] Ρ πρτ. είχα, μτχ. έχοντας : I1.δηλώνει ότι κτ. βρίσκεται στην ιδιοκτησία, στην κατοχή ή στη χρήση κάποιου: Έχει μεγάλη περιουσία / ένα σπίτι / αυτοκίνητο / πολλά λεφτά. Έχει ένα σκύλο. έχω δύο διαμερίσματα, ένα ιδιόκτητο και ένα νοικιασμένο. || Έχει κατάστημα, είναι επαγγελματίας καταστηματάρχης. || Έχει δίπλωμα / πτυχίο, έχει τους αντίστοιχους τίτλους σπουδών. Έχει μεγάλη θέση. (έκφρ.) τα έχει, έχει πολλά λεφτά. έχει και τι δεν έχει, έχει πολύ μεγάλο αριθμό ή ποσότητα από κτ. δεν έχει τίποτα, δεν έχει περιουσία ή χρήματα. έχει δεν έχει πρέπει να πληρώσει / να δώσει, για κτ. που πρέπει να γίνει οπωσδήποτε, υποχρεωτικά. όσα* είχε και δεν είχε. ό,τι* έχω και δεν έχω. έχω την τελευταία* λέξη / τον τελευταίο* λόγο. ΦΡ είχε δεν είχε, για να δηλώσουμε πολύ μεγάλη επιμονή, που μπορεί να καταλήξει σε ένα θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα: Είχε δεν είχε τα κατάφερε να με πείσει. Είχες δεν είχες αρρώστησες, για κπ. που αρνείται να προφυλάξει την υγεία του. έχει ο Θεός, για να δηλώσουμε ότι πρέπει να εμπιστευόμαστε τα προβλήματά μας στην πρόνοια του Θεού. δεν έχει το Θεό* του. το έχω μαράζι*. έχει γούστο* να…! [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu έχω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15