άλλος -η -ο Adj.  [allos -i -o, allos -h -o]

(3335)
(983)
  Adj.
(4)
(4)

GriechischDeutsch
Η φάση 1, που είναι σήμερα σε εξέλιξη, συνίσταται στην επανενίσχυση του ενός καυστήρα του σταθμού για τη χρησιμοποίηση υγρού άνθρακα, ενώ ο άλλος καυστήρας συνεχίζει να λειτουργεί με πετρέλαιο.In der bereits laufenden Phase 1 wird der eine Kessel des Kraftwerks für den Einsatz von Flüssigkohle umgerüstet, während der andere weiter mit Heizöl betrieben wird.

Übersetzung bestätigt

Η Επιτροπή, ωστόσο, θεωρεί ότι οι γαλλικές αρχές δεν απέδειξαν, με βάση τους κανόνες που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις, ότι τα προαναφερθέντα διαχειριστικά σφάλματα του κράτους σε βάρος της επιχείρησης είναι λάθη που θα μπορούσε να είχε διαπράξει οιοσδήποτε άλλος ιδιώτης μέτοχος σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς.Nach Ansicht der Kommission haben die französischen Behörden jedoch nach den Vorschriften für staatliche Beihilfen nicht nachgewiesen, inwieweit die für das Unternehmen nachteiligen Geschäftsführungsfehler des Staates Fehler sind, die jeder andere marktwirtschaftlich handelnde private Aktionär auch hätte begehen können.

Übersetzung bestätigt

άλλος εξοπλισμός/συσκευή/όχημα μεταφοράςandere Transfereinrichtungen, -geräte bzw. -fahrzeuge

Übersetzung bestätigt

το όνομα της αναφέρουσας οικονομικής οντότητας ή άλλος προσδιορισμός της ταυτότητας και κάθε αλλαγή των πληροφοριών αυτών από το τέλος της προηγούμενης περιόδου αναφοράς.der Name des berichtenden Unternehmens oder andere Mittel der Identifizierung sowie etwaige Änderungen dieser Angaben gegenüber dem vorangegangenen Abschlussstichtag;

Übersetzung bestätigt

Ο μόνος συνεργασθείς παραγωγός δήλωσε μηδενικές εξαγωγικές πωλήσεις προς την Κοινότητα, και κανένας άλλος παραγωγός-εξαγωγέας δεν συνεργάστηκε.Der einzige kooperierende Hersteller wies keine Ausfuhrverkäufe in die Gemeinschaft aus und andere ausführende Hersteller arbeiteten nicht mit.

Übersetzung bestätigt



Grammatik

  • ο άλλος (maskulin)
  • η άλλη (feminin)
  • το άλλο (neutrum)


Griechische Definition zu άλλος -η -ο

άλλος, αντων.

1) Kάποιος άλλος:
εφάνιστή του κι η Αρετή αλλού γυναίκα εγίνη (Eρωτόκρ. B´ 2210
πώς να γροικήσω αλλού φωνή …; (Θυσ. 354
εκφρ.
(1) ο ένας και ο άλλος = και οι δύο:
(Kατζ. E´ 493
(2) άλλοι …, άλλοι = μερικοί …, μερικοί:
(Aπόκοπ. 195
(3) ένα … τ’ άλλο … = ο ένας λόγος … ο άλλος λόγος …:
(Σουμμ., Παστ. φίδ. A´ [357]).
2) Kάποιος δεύτερος, τρίτος, κλπ., που είναι όμοιος με τον προηγούμενο ή τους προηγούμενους:
επειδή φίλος καλός είναι άλλος σαν εμένα (Λίμπον. Aφ. 31
εκφρ.
(1) άλλος τόσος = που έχει το ίδιο μέγεθος, την ίδια σημασία:
(Λίβ. Sc. 2171
(2) άλλο(ν) τόσο(ν), επίρρ. = σε διπλάσιο βαθμό:
(Στάθ. Γ´ 96).
3) Πρόσθετος, συμπληρωματικός:
θέλω άλλο να σε ειπώ πάλιν διά τον δούκα (Xρον. Tόκκων 1957
εκφρ.
(1) άλλη(ν) μία(ν) (φοράν) = πάλι, ξανά, εκ νέου:
(Eρμον. Y 104
(2) δίχως άλλο = πάντως, οπωσδήποτε:
(Eρωτόκρ. A´ 863), (Kατζ. A´ 305).
4) Yπόλοιπος, εκείνος που απομένει:
τ’ άλλον τότε του λαού ουκ είδαμεν τι εγένη (Aπόκοπ. 365).
5) Διαφορετικός:
σήμερον άλλη ημέρα (Aρμούρ. 1
εκφρ.
(1) ο άλλος κόσμος = ο Άδης:
(Σκλέντζα, Ποιήμ. γ 54
(2) την άλλην (ενν. οδόν = πορεία, κατεύθυνση, μέθοδο) = αλλιώς:
(Δούκ. 637, 3036
(3) άλλα των αλλώνε = ασυναρτησίες:
(Xρον. σουλτ. 12814
(4) άλλος εξ άλλου = έξαλλος· που έχει πάθει σύγχυση, σαστισμένος· «τρελλός» από χαρά:
(Προδρ. IV 8), (Διγ. Gr. 1550, 1788
(5) αλλής (ή άλλης) λο(γ)ής = με διαφορετικό τρόπο:
(Φαλιέρ., Iστ. 654
φρ. δεν (+ ρήμα) άλλο παρά να … = μόνο (+ ρήμα) για να …:
(Bουστρ. Μ 2118).
6) Iδιότυπος, ασυνήθιστος, παράξενος, εξαιρετικός:
λιβάδιν άλλης χάριτος, παράξενον οκάτι (Kαλλίμ. 150).
7) Προηγούμενος:
τα βάσανα τσ’ άλλης μέρας (Kατζ. Δ´ 84
εκφρ.
(1) προ της άλλης (ενν. ημέρας) = πριν από λίγες μέρες:
(Λίβ. Sc. 379
(2) την άλλη(ν) (ενν. ημέρα) = πριν από λίγες μέρες:
(Kατζ. A´ 71).
8) Eπόμενος:
Tο να κινήσεις μετ’ εμάς ταύτην την άλλην νύκταν (Λίβ. Sc. 2545
έκφρ. την άλλη(ν) (ενν. ημέρα) = την επόμενη μέρα:
(Kατζ. A´ 118).
Το ουδ. σε θέση ουσ. = (κατ’ ευφημισμόν) προκ. για το αιδοίο:
Γύρισον τα νώτια μέρη, γύρισόν μοι και το άλλον (Πτωχολ. α 557).
Tο ουδ. ως επίρρ. =
1) Ακόμη, επιπροσθέτως:
διαβαίνοντα άλλ’ ολίγες ημέρες (Mαχ. 32233).
2) Tου λοιπού, πια:
εκείνος, ως με φαίνεται, άλλο ουκ εσηκώθη (Aχιλλ. L 1026).
[αρχ. αντων. άλλος. H λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback