άβαθος -η -ο  Adj.  [avathos -i -o, abathos -h -o]

  Adj.
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu άβαθος -η -ο

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu άβαθος -η -ο

Noch keine ähnlichen Wörter


Grammatik

  • ο άβαθος (maskulin)
  • η άβαθη (feminin)
  • το άβαθο (neutrum)


Griechische Definition zu άβαθος -η -ο

άβαθος -η -ο [ávaθos] : 1α.που δεν έχει μεγάλο ή αρκετό βάθος· ρηχός, ανάβαθος, αβαθής: Άβαθο πηγάδι. Άβαθη κοίτη / όχθη / σπηλιά. Άβαθα νερά. β. (μτφ.) που δεν προχωρεί σε βάθος, επιπόλαιος, ρηχός: Άβαθη σκέψη / αντίληψη. Άβαθες ρητορείες. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback