Unser Wörterbuch



Aραβικός

α τέμπο

α-κατρ-μαιν

άαχ

αβαβοέ

αβαγιανός

αβαείο

άβαθα

αβαθή

αβαθής

αβαθής -ής -ές

αβαθμολόγητα

αβαθμολόγητος -η -ο

άβαθνο

άβαθνος -η -ο

άβαθο

άβαθος -η -ο

αβασίλευτη δημοκρατία

αβγάνω

αβέβαιος -η -αία -ο

αβεβαιότητα

Αβέρωφ

Αβραάμ

Αβρουζία

αβροφροσύνη

αγαθά

αγαθά και υπηρεσίες

αγαθό

αγαθό διπλής χρήσης

αγαθο-

αγαθοεργία

αγαθόν

αγαθός

αγαθός -ή -ό

Αγάθωνας

άγαλμα

αγαλματάκι

αγαλματένιος -α -ο

άγαμη συμβίωση

άγαμος

άγαμος -η -ο

άγαμος γονέας

αγανάκτηση

αγανακτισμένος -η -ο

αγάπανθος

αγάπη

αγαπημένα

αγαπημένος

αγαπημένος -η -ο

αγαπησιάρης

αγαπησιάρης -α -ικο

αγαπητικός

αγαπητός

αγαπητός -ή -ό

Αγάπιος

αγαπούλα

αγαπώ

αγαπώς

αγγειοπλάστης

αγγειοπλαστική

αγγειοπλαστικός -ή -ό

αγγελία

αγγελιαφόρος

αγγελιοφόρος

άγγελος

αγγίζω

Αγγλία

αγγλικανισμός

Αγγλικές Αντίλλες

αγγλική

Αγγλονορμανδικές νήσοι

αγγλόφωνη Αφρική

άγγονας

αγελάδα

αγία

αγία Tριάδα

Αγία Γη

Αγία Γραφή

αγία δωρεά

Αγία Έδρα

Αγία Ελένη

Αγία Λουκία

αγιασμός

άγιος

άγιος -α -ο

άγιος Eλευθέριος

Άγιος Tάφος

Άγιος Βαρθολομαίος

Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες

Άγιος Ευστάθιος

Άγιος Μαρίνος

Άγιος Μαρτίνος (Γαλλία)

Άγιος Μαρτίνος (Κάτω Χώρες)

άγιος Σπυρίδωνας

άγιος Συμεών

άγιος Φανούριος

Άγιος Φραγκίσκος

Άγιος Χριστόφορος και Νέβις

αγκάθι

αγκαθιά

αγκαθωτός -ή -ό

αγκαινίαστος

αγκαλιά

αγκαλιάζω

αγκάλιασμα

αγκαλιασμένος -η -ο

αγκαλιαστός

αγκαλιαστός -ή -ό

αγκίστρι

Αγκόλα

άγκυρα

αγκωνάρι

αγκώνας

άγναφος -η -ο

αγνοημένος -η -ο

αγνόηση

άγνοια

άγνοιαστος

αγνός -ή -ό

άγνωστο

άγνωστος

αγορά

αγορά spot

αγορά ακινήτων

αγορά βασικών προϊόντων

αγορά γεωργικών προϊόντων

αγορά γεωργικών προϊόντων της ΕΕ

αγορά επί πιστώσει

αγορά με δόσεις

αγορά παρέμβασης

αγορά συναλλάγματος

αγορά της ΕΕ

αγορά της εργασίας

αγορά των μεταφορών

αγοράζω

αγοραία τιμή

αγοράκι

αγοραστικές συνήθειες

αγοραστική δύναμη

αγοραστός

αγόρι

αγόριν

αγορίνα

αγορίστικος -η -ο

αγράμματος

αγράμματος -η -ο

αγρανάπαυση

άγρια

αγριαίνω

αγριελιά

αγρίεμα

αγριεμένος -η -ο

αγριεύω

άγριο θηλαστικό

αγροδιατροφικός τομέας

αγρόκτημα συλλογικής εκμετάλλευσης

αγρομίσθωμα

αγρομίσθωση

αγροτεμάχιο

αγρότης

αγροτική αλληλοβοήθεια

αγροτική ανάπτυξη

αγροτική δαπάνη

αγροτική κατοικία

αγροτική κοινότητα

αγροτική κοινωνιολογία

αγροτική μετανάστευση

αγροτική μεταρρύθμιση

αγροτική οδός

αγροτική περιοχή

αγροτική πίστη

αγροτική συνεργασία

αγροτική τάξη

αγροτική τράπεζα

αγροτικό δίκαιο

αγροτικό κίνημα

αγροτικό κτίριο

αγροτικό νοικοκυριό

αγροτικός οικισμός

αγροτικός πληθυσμός

αγροτικός τουρισμός

αγρότισσα

άγρυπνος

αγχίνοια

αγχίνους -ους

αγχίνους -ους -ουν

άγχος

αγωγή

αγωγή αποζημίωσης

αγωγή αποζημίωσης ΕΚ

αγωγή αστικού δικαίου

αγωγή ποινικού δικαίου

αγωγή του πολίτη

αγώνας

αγώνας κατά των διακρίσεων

αγωνία

αγωνιστικά

άδεια

άδεια αλιείας

άδεια άνευ αποδοχών

άδεια για κοινωνικούς λόγους

άδεια για πολιτικούς λόγους

άδεια δόμησης

άδεια εισαγωγής

άδεια εκμετάλλευσης διπλώματος ευρεσιτεχνίας

άδεια εμπορίας

άδεια εξαγωγής

άδεια επαγγελματικής κατάρτισης

άδεια εργασίας

άδεια μετ' αποδοχών

άδεια μεταφοράς

άδεια μητρότητας

άδεια ναυσιπλοΐας

άδεια οδήγησης

άδεια πατρότητας

άδεια πώλησης

άδεια σύμπραξης

αδελφή

αδέλφιν

αδελφοποίηση

αδελφός

αδελφός -ή -ό

αδελφοσύνη

αδερφή

αδερφός

αδερφοσύνη

αδέσμευτη πολιτική

αδιάβροχο

αδιαφορία

αδιάφορος -η -ο

αδιέξοδο

άδικα

αδίκημα λόγω εγκατάλειψης παθόντος

άδικο

άδικος -η -ο

αδίκως

αδούλωτος

αδρεναλίνη

Αδριατική Θάλασσα

αδυναμία

αδυνάτισμα

αδυνατώ

ΑΕΕΝ

αειθαλή

αειθαλής -ής -ές

αειφόρος ανάπτυξη

αέρας

αεριαγωγός

αέριο

αέριο που προκαλεί το φαινόμενο του θερμοκηπίου

αεριοστρόβιλος

αεριούχο ποτό

αεροβόλο

αερογραμμή

αεροδιαστημική βιομηχανία

αεροδρόμιο

αεροδυναμική

αερολιμένας

αερολισθαίνον όχημα

αερόλυμα

αεροναυπηγική βιομηχανία

αερόπλανο

αεροπλανοφόρο

αεροπορία

αεροπορική εταιρεία με χαμηλές τιμές

αεροπορικό δίκαιο

αεροπορικό καμποτάζ

αερόσακος

αεροσκάφος

αεροσυμπιεστής

αετός

Αζερμπαϊτζάν

Αζόρες

άζωτο

αζωτούχος -ος -α -ο

αζωτούχος -ος -ο

αηδία

αηδιάζω

αηδιασμένος -η -ο

αηδιαστικός -ή -ό

αθανασία

αθεϊσμός

αθέμιτη χρηματιστηριακή εκμετάλλευση εμπιστευτικών πληροφοριών

Αθηνά

Αθήναι

αθηναίικος

άθλημα

άθληση

αθλητικά είδη

αθλητικές εγκαταστάσεις

αθλητική εκδήλωση

αθλητική οργάνωση

αθλητισμός

αθώος

αθώος -α -ο

Αιγαίο

Αιγαίο Πέλαγος

αιγαίος -α -ο

αίγειο κρέας

Αίγινα

αιγοειδή

Αιγόκερως

αιγύπτιος -α -ο

Αίγυπτος

αιδώς

αιθανόλη

αιθέριο έλαιο

Αιθιοπία

αίθουσα

αίθουσες παιγνίων

αίθριο

αίμα

αιματάκι

αιματηρά

αιματηρός -ή -ά -ό

αιματοκρίτης

αιματοκύλισμα

αιματολογία

αιματουρία

αιματοχυσία

αιμάτωμα

αιμάτωση

Αιμιλία-Ρωμανία

Αινείας

αίνεσις

αίνιγμα

αινιγματικά

αινιγματικός -ή -ό

αίνος

αινώ

αιολική ενέργεια

αιρετό αξίωμα

αισθάνομαι

αίσθημα

αίσθηση

αισθητά

αισθητική χειρουργική

αισιοδοξία

αισχύνομαι

Αϊτή

αίτημα

αίτηση

αίτηση παροχής ψήφου εμπιστοσύνης

αιτία

αιτίαση

αιτιατό

αίτιο

αιχμαλωτίζω

αιχμάλωτος πολέμου

αιχμή

αιχμηρό

αιχμηρός -ή -ά -ό

αιώνας

ακαδημία

ακαθάριστο εγχώριο προϊόν

ακαθάριστο εθνικό προϊόν

ακαθάριστο περιφερειακό προϊόν

άκακος -η -ο

ακαλλιέργητη γη

ακαταδίωκτο

ακαταστασία

ακατέργαστη ζάχαρη

ακίνητη περιουσία

ακίνητο

ακλόνητος

ακλόνητος -η -ο

ακμή

ακολουθώ

ακόμα

ακόμη

Ακουϊτανία

ακούμπα

ακουστικά

ακουστική

ακουστικό

ακούω

Άκρα Αριστερά

Άκρα Δεξιά

άκρη

ακριβά

ακριβαγοράζω

ακρίβεια

ακριβής

ακριβής -ής -ές

ακριβοζυγισμένος -η -ο

ακριβοπληρωμένος -η -ο

ακριβοπληρώνω

ακριβοπλήρωτος -η -ο

ακριβός

ακριβός -ή -ό

ακριβώς

άκριτα

άκρο

ακρόαση

ακρογιάλι

ακρογιαλιά

ακρογιαλιάς

ακρογιάλιν

ακρογιαλίτης -ισσα -ικο

ακρογιαλίτικος -η -ο

ακρόμπαρα

ακρόπολη

ακροποταμιά

άκρως

ακτή

Ακτή Ελεφαντοστού

Ακτή του Eλεφαντοστού

ακτίνα

ακτινο-

ακτινοβολημένο καύσιμο

ακτινοβολημένο προϊόν

ακτινοβόληση

ακτινοβολία

ακτινογραφία

ακτινοδιαγνωστική

ακτινοθεραπευτής

ακτινολογία

ακτινολόγος

άκυρη ψήφος

ακυρότητα εκλογής

ακύρωση

αλαζονεία

αλάνα

αλαναρία

αλανιάρης

άλατα

αλαταποθήκη

αλάτι

αλατιέρα

αλατίζω

αλατικός -ή -ό

αλάτισμα

αλατισμένος -η -ο

Αλβανία

Αλβανός

Αλγερία

Αλγκάρβε

Αλεντέζου

αλεξίπτωτο

αλεπού

αλεύρι

αλεύρι σιτηρών

αλευροβιομηχανία

αλήθεια

αληθινά

αλιεία

αλιεία ανοικτής θάλασσας

αλιεία σε γλυκά ύδατα

αλιεύματα

αλιεύματα ιχθύων

αλιεύματα κατ' είδος

αλιεύς

αλιευτικές διατάξεις

αλιευτικές ποσοστώσεις

αλιευτική διάρθρωση

αλιευτική έρευνα

αλιευτική περίοδος

αλιευτική πολιτική

αλιευτικό δίχτυ

αλιευτικό λιμάνι

αλιευτικό πλοίο

αλιευτικοί έλεγχοι

αλιευτικοί πόροι

αλιευτικός στόλος

αλίπαστο προϊόν

άλκη

αλκοόλ

αλκοόλη

αλκοολικός

αλκοολικός -ή -ό

αλκοολισμός

αλκοολόμετρο

αλκοολούχο ποτό

αλλά

αλλαγή

αλλαγή πολιτικού καθεστώτος

αλλάγιον

αλλάζω

αλλαντικά

αλλαξο-

Αλλάχ

αλλεργία

άλλες

άλλη

αλληγορικός -ή -ό

αλληλεγγύη

αλληλογραφία

αλλιώς

αλλό

αλλο-

αλλόγλωσσος -η -ο

αλλοδαπή επιχείρηση

αλλοδαποί τουρίστες

αλλοδαπός

αλλοδαπός -ή -ό

αλλοδαπός φοιτητής

άλλος

άλλος -η -ο

αλλοσούσουμος -η -ο

άλλοτε

αλλού

άλλωστε

άλμα

άλμπουμ

αλμυρό νερό

άλογο

αλογόνο

αλοτροπισμός

αλουμίνιο

αλουμινόχαρτο

Αλσατία

αλυσίδα

αλυσίδα καταστημάτων

αλυτρωτισμός

άλφα

αλφάβητο

αλφάβητος

αμάν

αμανάτι

αμανατιάζω

αμανατιτζής

αμανεδάκι

αμανεδισμός

αμάξι

αμάξωμα

αμάραντο

αμαρτία

αμβλώνω

άμβλωση

Αμβούργο

αμελκτική μηχανή

άμεμπτος

Αμερικανική Σαμόα

αμερικανικός οργανισμός

Αμερική

αμεροληψία

άμεσα εκλεγμένη Βουλή

άμεση δημοκρατία

άμεση επένδυση

άμεση εφαρμογή

άμεση πώληση

άμεσο κόστος

άμεσος φόρος

αμέσως

αμήχανος -η -ο

αμίαντος

άμμο

αμμο-

αμμοβολή

άμμος

αμμοσφυριχτής

αμμουδάρα

Αμμόχωστος

αμμόχωστος -η -ο

αμνός

αμοιβάδα

αμοιβαία

Αμοιβαία συνδρομή

αμοιβή

αμοιβή επί τη αποδόσει

άμοιρο

αμόλυβδη βενζίνη

αμόλυντος

αμόλυντος -η -ος -ο

αμορτισέρ

άμορφα υλικά

αμόρφωτος

αμόρφωτος -η -ο

αμπάς

αμπασαδόρος

αμπέλι

αμπελιά

Αμπελόκηποι

αμπελουργία

αμπελουργικά

αμπελώνας

Αμπού Ντάμπι

Άμστερνταμ

άμυαλος

άμυλο

αμυλούχος -α -ο

αμυλούχος -ος -ο

άμυνα

αμυντικές δαπάνες

αμυντική πολιτική

αμφιβολία

αμφίδρομο δίκτυο

αμφότεροι

αμφότεροι -ες -α

αμωλώπιστος -η -ο

άμωμος

άμωμος -η -ο

αμώνω

αμωρία

άμωρος

αν και

αν μη

ανά

αναβάθμιση

αναβάτης

αναβολή

αναβολή της συζήτησης

αναγάπητος

αναγάπητος -η -ο

αναγάπιστος -η -ο

αναγέννηση

αναγκάζω

αναγκαίο

αναγκαίον

αναγκαίος

αναγκαίος -α -ο

αναγκαιότητα

αναγκαιούντα

αναγκαιούντα ποσά

αναγκαστικά

αναγκαστική αποταμίευση

αναγκαστική μετανάστευση

αναγκαστικός -ή -ό

αναγκαστικώς

ανάγκες σε νερό

ανάγκη

ανάγκη εργατικού δυναμικού

αναγνωρίζω

αναγνώριση διπλωμάτων

αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων

αναγνώριση κράτους

αναγνώριση σπουδών

ανάγνωση

ανάγνωσις

αναγνωστήριο

αναγνώστης δίσκων

αναγνωστικό

αναγνωστικότητα

αναγραφέας

αναγραφεύς

αναδασμός

ανάδειξη

αναδημοσίευση

αναδιανομή του εισοδήματος

αναδιάρθρωση της βιομηχανίας

αναδιοργάνωση της βιομηχανίας

ανάδοχος

αναδρομή

αναδρομικότητα του νόμου

αναζήτηση

αναζητώ

ανάθεμα

αναθεμάτισμα

αναθεματισμένος

αναθέρμανση της οικονομίας

ανάθεση

ανάθεση σε τρίτους

ανάθεση σύμβασης με δημοπρασία

αναθεώρηση νόμου

αναθεώρηση συμφωνίας

αναθεώρηση της συνθήκης (ΕE)

αναθεώρηση του συντάγματος

αναθεώρηση των δημοσιονομικών προοπτικών

ανακαλύπτω

ανακάλυψη

ανάκαμψη

ανακατανομή των δημόσιων πόρων

ανάκειμαι

ανακλαδίζομαι

ανάκλαση

ανακλαστήρας

ανακλαστικά

ανακλαστικός -ή -ό

ανάκληση

ανάκλησις

ανακλητός -ή -ό

ανάκλιντρο

ανακοινωθέν Τύπου

ανακοίνωση

ανακοίνωση τιμολογίων

ανακόντα

ανάκριση

ανάκρουση

ανακτημένη γη

ανάκτηση

ανάκτηση ενεργείας

ανακυκλωμένο προϊόν

ανακύκλωση αποβλήτων

ανακύκλωση κεφαλαίων

αναλαμβάνω

ανάληψη

ανάληψη δαπανών

ανάλογα

αναλογία

αναλογική αντιπροσώπευση

αναλόγως

ανάλυση

ανάλυση αιτίων

ανάλυση εισροών-εκροών

ανάλυση κόστους

ανάλυση κόστους-αποτελεσματικότητας

ανάλυση κόστους-ωφέλειας

ανάλυση πληροφοριών

ανάλυση του νερού

ανάλυση των ισολογισμών

αναλυτική

αναλυτική χημεία

αναλφαβητισμός

ανάμεσα

αναμέτρηση

ανάμικτος -η -ο

αναμονή

αναμορφωτήριο

ανανέωση

ανανεώσιμη ενέργεια

ανανεώσιμοι πόροι

αναπαραγωγή

αναπαραγωγική υγεία

αναπαραγωγικός ταχυαντιδραστήρας

αναπαραστατικές τέχνες

αναπηρία

ανάπηρος

ανάπηρος -η -ο

αναπληρωματικές εκλογές

αναπλήρωση των πλουτοπαραγωγικών πόρων

αναπληρωτής

αναπνοή

ανάποδα

ανάποδη

ανάποδο

ανάποδος

ανάποδος -η -ο

αναπροεξόφληση

ανάπτυξη

ανάπτυξη επιχείρησης

αναπτυξιακή βοήθεια

Αναπτυξιακή Κοινότητα της Μεσημβρινής Αφρικής

αναπτυξιακή πολιτική

αναπτυξιακή στρατηγική της ΕΕ

αναπτυξιακό δυναμικό

αναπτυξιακό πρόγραμμα

αναπτυσσόμενες χώρες

ανάρρωση

αναρρωτική άδεια

ανάρτηση

αναρχισμός

ανάρχως

ανάσα

ανασκόπηση

ανάσταση

αναστολή

αναστολή εκτελέσεως της ποινής

αναστολή της βοήθειας

αναστολή των δασμών

ανασυγκρότηση

ανασυσταμένο προϊόν

αναταραχή

ανατίμηση του νομίσματος

ανατολή

Ανατολικά Μίντλαντς

Ανατολική Αγγλία

Ανατολική Αφρική

Ανατολική Μακεδονία και Θράκη

Ανατολική Μαλαισία

Ανατολική Φινλανδία

Ανατολικό Τιμόρ

ανατομία

ανατρέπω

ανατροπή

αναφέρω

αναφορά

αναφορικά

αναχώρηση

αναψυχή

Ανγκουίλα

Ανδαλουσία

ανδαλουσιανός -ή -ό

ανδαμώνω

Ανδόρρα

άνδρας

ανδρείος -α -ο

ανδρικά

Άνδρος

ανεβάζω

ανεβαίνω

ανέγερση

ανέγερση αστικών οικοδομών

ανέγκλητος

ανειδίκευτος εργάτης

ανέκδοτο

ανελκυστήρας

ανέμη

ανεμομάζεμα

ανεμομάζωμα

ανεμομαχία

άνεμος

ανεμοστρόβιλος

ανεμώνη

ανεξαρτησία της δικαιοσύνης

ανεξάρτητα

ανεξάρτητη κατοικία

ανεξάρτητο εμπόριο

ανεξάρτητος επαγγελματίας

ανεξαρτήτως

ανεξέλεγκτη απόρριψη

ανεξιθρησκεία

ανεπάρκεια

ανεργία

ανεργία διακινούμενων εργαζομένων

ανεργία των γυναικών

ανεργία των νέων

άνεργος

άνεργος -η -ο

άνεση

ανέστη

άνετα

άνηθος

ανήκω

ανηλικότητα κατά το αστικό δίκαιο

ανήξερος -η -ο

ανησυχία

ανησυχώ

ανηφόρα

ανηφόρι

ανηφοριά

ανηφορικά

ανηφορικό

ανηφορικός -ή -ό

ανηφόρισμα

ανήφορο

ανήφορος

ανθεκτικότητα

ανθίας

ανθοκομία

ανθοπωλείο

άνθος

ανθοστόλιστος -η -ο

ανθούλα

ανθουλάκι

άνθρακας

ανθρακασβέστιο

ανθρακωρυχείο

ανθρώπινες σχέσεις

ανθρώπινη διατροφή

ανθρωπιστική βοήθεια

ανθρωπο-

ανθρωπογενής καταστροφή

ανθρωπογεωγραφία

ανθρωποειδές

ανθρωποκτονία

άνθρωπος

ανθρωποσύνη

ανθρωποσωστικός -ή -ό

ανθρωπότητα

ανθυγιεινές κατοικίες

ανικανότητα προς εργασία

ανίκητος

ανιμώμαι

ανιψιά

ανιψιός

Άννα

άνοδος

ανοηταίνω

ανόητο

ανοητολογία

ανόητος

ανόητος -η -ο

ανοητούλης

ανοήτως

άνοιγμα

ανοίγω

ανοικτή μέθοδος συντονισμού

ανοικτό πανεπιστήμιο

ανοικτός συνδυασμός

ανοιξαντάρια

άνοιξη

ανοιξιάτικα

ανοιξιάτικος -η -ο

ανοιχτά

ανοιχτο-

ανοιχτόκαρδα

ανοιχτομάτης -α -ικο

ανοιχτός

ανοιχτός -ή -ό

ανοιχτοσπίτης -ισσα

ανοιχτόστομος -η -ο

ανοιχτοσύνη

ανοιχτούτσικος -η -ο

ανοιχτοχέρης -α -ικο

ανοιχτόχρωμα

ανόργανη ένωση

ανόργανο οξύ

ανόργανο χημικό προϊόν

ανοσοθεραπεία

ανοσολογία

ανοχή

ανταγωνισμός

ανταγωνιστικότητα

ανταλλαγές νέων

ανταλλαγή δημοσιεύσεων

ανταλλαγή πληροφοριών

αντάλλαγμα

ανταλλακτικά

ανταμοιβή

αντάμωση

ανταπεργία

ανταποδίδω

ανταποκρίνομαι

ανταπόκριση

Ανταρκτική

ανταρσία

αντασφάλιση

άντε

αντεπίθεση

αντέχω

αντί

αντί-

αντιαεροπορικός -ή -ό

αντιβιοτικά

Αντίγκουα και Μπαρμπούντα

Αντιγόνη

αντιγραφή

αντίγραφο

αντιγράφω

αντίδραση

αντιευρωπαϊσμός

αντίθεση

αντίθεση προς το καθεστώς

αντίθετα

αντίθετο

αντίθετος

αντιθέτως

αντικαταβολή

αντικατάσταση των γενεών

αντικατάσταση των εισαγωγών

αντικείμενο

αντικειμενοποίηση

αντικολλητό ξύλο

αντίκτυπος

αντίκτυπος της πληροφορικής

αντιλαμβάνομαι

αντίληψη

αντιμετώπιση

αντιμόνιο

αντίο

αντιοικονομικά

αντιοικονομικότητα

αντιολισθητικός -ή -ό

αντιοξειδωτικό

αντίος

Αντιόχεια

αντίπαλος

αντιπαράθεση

αντιπαροχή συμφωνίας

αντιπληθωρισμός

αντιπολίτευση

αντιπραγματισμός

αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

αντιπρόεδρος του θεσμικού οργάνου

αντιπρόεδρος του Κοινοβουλίου

αντιπροσωπεία της Ένωσης

αντιπροσωπεία της Επιτροπής

αντιπροσωπεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

αντιπροσώπευση

αντιπροσωπευτική αγοραία τιμή

αντιπροσωπευτική δημοκρατία

αντιπροσωπευτική τιμή

αντιπροσωπευτικός συντελεστής

αντιπρόσωπος πωλήσεων

αντιπυραυλική άμυνα

αντιρρυπαντική διάταξη

αντισημιτισμός

αντισηπτικό

αντισταθμιστική συμφωνία

αντισταθμιστικό τέλος

αντίσταση

αντίστοιχα

αντιστοιχία

αντίστοιχο

αντιστροφή

αντισύλληψη

αντιφρονών

άντληση πετρελαίου

αντλία

αντλία θερμότητας

αντλώ

αντοχή

αντοχή υλικών

άντρας

αντρασκελωτά

αντσούγια

αντύχως

Αντώνης

άνυδρη ζώνη

ανυδρίτης

ανυμνώ

ανύπαντρη

ανυπομονησία

ανυπομονώ

ανυποταξία

ανυψωτικό μηχάνημα

άνω

Άνω Norrland

άνω κάτω

Άνω Νορμανδία

άνω τελεία

ανώνυμη εταιρεία

ανώνυμος

ανωριμότητα

ανώτατη εκπαίδευση

Ανώτατο Δικαστήριο

ανώτατο όριο δασμού

ανώτερη τάξη

ανώτερο στέλεχος

ανωτέρω

αξεσουάρ

αξία

αξία των συναλλαγών

αξιαγάπητος -η -ο

αξιάδα

αξιάζω

αξιανάγνωστος -η -ο

αξίζω

αξίνα

αξινάρης

αξινάρι

αξιναριά

αξίνη

αξίνι

αξίνιστος -η -ο

αξιοθέατο

αξιολόγηση

αξιολόγηση σχεδίου

αξιολόγηση της βοήθειας

αξιολόγηση του προσωπικού

αξιολόγηση των πλουτοπαραγωγικών πόρων

αξιόλογο

αξιόλογος -η -ο

αξιοπιστία

αξιοποίηση

αξιοπρέπεια

αξιότιμος

αξίωμα

αξίωση

αξίωση παροχής εννόμου προστασίας

αοιδός

άουτ

απ

απαγορευμένο όπλο

απαγόρευση ασκήσεως επαγγέλματος

απαίσιο

απαισιόδοξα

απαισιόδοξος

απαισιόδοξος -η -ο

απαίσιος

απαίσιος -α -ία -ο

απαίσιος -α -ο

απαίτηση

απαλλαγή

απαλλαγή από τέλη εξαγωγής

απαλλαγή από την εκτέλεση του προϋπολογισμού

απαλλοτρίωση

απαλό

απαλογέρνω

απαλός

απαλός -ή -ό

απαλότητα

άπαντα

απάντηση

απαντώ

απάνω

απάνω απάνω

απάνω κάτω

απάνω κόσμος

απαραβίαστο της κατοικίας

απαραίτητος -η -ο

απαρέμφατο

απαρτία

απαρτιζόμενος -η -ο

απαρτίζω

απαρχαιωμένη τεχνολογία

απασχόληση

απασχολούμενος οικονομικά ενεργός πληθυσμός

απάτη

απάτη εις βάρος της ΕΕ

απατηλός -ή -ό

απάτητα

άπατρις

απατώ

απείθεια προς τις αρχές

απεικόνιση

απειλή

άπειρο

απειρο-

απειροελάχιστο

απειροκαλία

άπειρον

άπειρος

απειροστικός -ή -ό

απεκτυλίσσω

απελεύθερος

απελευθερώνω

απελευθέρωση

απελευθέρωση της αγοράς

απελευθέρωση των συναλλαγών

απέλλα

απελπισμένος -η -ο

απελπιστικός -ή -ό

απέναντι

απεναντίας

απεργία

απεργία πείνας

απερήμωση

απεριόριστο

απεριτίφ

απεσπασμένος -η -ο

απευθείας

απευθύνω

απήτις

άπιαστος

απιστία

άπιστος

άπλα

απλανές

απλή

απλήρωτα

απλήρωτος -η -ο

απλός

απλούστευση της νομοθεσίας

απλούστευση των διατυπώσεων

απλώνω

απλώς

από

από αμνημονεύτων χρόνων

από ανέκαθεν

από γεννησιμιού

από καταβολής

από κοινού υλοποίηση

από πάντα

από πού

από την άλλη

απο-

αποαποικιοποίηση

απόβλητα

αποβολή

αποβολή θερμότητας

απόγευμα

απογευματινή

απογευματινός -ή -ό

απογοήτευση

απογραφή

απογραφή του πληθυσμού

αποδάσωση

αποδεικτικό καταβολής κομίστρου

απόδειξη

αποδεσμευμένος -η -ο

αποδημία

απόδοση

αποδοτικότητα

αποδοχές

αποδοχή

απόδραση

αποζημίωση

αποζημίωση γραμματείας

αποζημίωση εγκατάστασης γεωργών

αποζημίωση και απόδοση εξόδων

αποζημίωση λόγω απόλυσης

απόθεμα

απόθεμα παρέμβασης

αποθεματικά

αποθεματικό

αποθεματικό νόμισμα

αποθεματικό του προϋπολογισμού (ΕE)

αποθεματοποίηση

απόθεση απορριμμάτων

αποθήκευση δεδομένων

αποθήκευση ενέργειας

αποθήκευση όπλων

αποθήκευση τροφίμων

αποθήκευση υδρογονανθράκων

αποθήκη

αποικιοκρατία

αποκάλυψη

αποκατάσταση της ζημίας

αποκαταστατική δικαιοσύνη

αποκέντρωση

αποκλεισμός από διεθνή οργανισμό

αποκλειστική αγορά

αποκλειστική διανομή

αποκλειστική οικονομική ζώνη

αποκορυφωμένο γάλα

αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη

απόκρυψη

απόκτηση

απόκτηση γνώσεων

απόκτηση τεκμηρίωσης

απόκτηση φυτικής ποικιλίας

απολαβές από την εργασία

απολαμβάνω

απόλαυση

απολογία

απολογισμός

απόλουση

απολούσιμον

απόλυση

απόλυση για οικονομικούς λόγους

απολυσιά

απολυσιώνας

απολυσσιάζω

απόλυτα

απόλυτη πλειοψηφία

απόλυτος -η -ο

απολύτως

απομάκρυνση

απομακρυσμένη περιοχή

απομένω

απομένων -ουσα -ον

απομίμηση

απομνηματογράφος

απομνημόνευμα

απομνημονευματικός -ή -ό

απομνημονευματογραφία

απομνημονευμένος -η -ο

απομνημόνευση

απομνημονευτικός -ή -ό

απομονωτισμός

απονομή

αποξηραμένο προϊόν

απόπειρα

αποποίηση

αποπολιτικοποίηση

αποπυρηνικοποίηση

απορία

απόρρητο

απορρίμματα μετάλλων

απορριπτόμενα αλιεύματα

απόρριψη

απόρριψη του προϋπολογισμού

απορρόφηση

απορροφώ

απορώ

απόσβεση

απόσβεση κεφαλαίου

απόσβεση του χρέους

απόσπαση

απόσπασμα

αποσπερίτης

απόσταγμα

αποστακτήριο

απόσταξη

απόσταση

αποστασία

αποστειρωμένο γάλα

αποστελλόμενος -η -ο

αποστέλλω

αποστεωμένο κρέας

αποστολέας

αποστολή

απόστολος

αποστραγγιστικά έργα

αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη

απόσυρση από την αγορά

απόσυρση υποψηφιότητας

αποτάζω

αποταμίευση

αποτελείωμα

αποτέλεσμα

αποτέλεσμα εκμετάλλευσης

αποτέλεσμα της γεωργικής εκμετάλλευσης

αποτέλεσμα της ψηφοφορίας

αποτελέσματα της έρευνας

αποτελεσματικά

αποτελεσματικός -ή -ό

αποτελώ

αποτέφρωση

απότις

απότιση

απότομο

απότομος -η -ο

αποτρίχωση

αποτροπή

αποτυχία

Απουλία

απουσία

απόφαση

απόφαση δικαστηρίου

απόφαση ΕΚ

απόφαση ΕΚΑΕ

απόφαση κατ' εξουσιοδότηση

απόφαση του Δικαστηρίου (ΕE)

απόφαση-πλαίσιο

αποφασίζω από κοινού

απόφασις

απόφασις —

αποφασισμένα

αποφασισμένος -η -ο

αποφασιστικά

αποφασιστικός -ή -ό

αποφασιστικότητα

αποφεύγω

απόφοιτος -η -ο

αποφυγή

αποχαύνωση

απόχη

απόχρωση

αποχώρηση

αποχωρώ

αποχωρών -ούσα -ούν

απόψε

αποψέλνω

αποψές

αποψεσινός -ή -ό

άποψη

αποψινός -ή -ό

απόψυξη

απρόσκοπτος

άπω

Άπω Ανατολή

απωθημένο

απωθημένος

απώλεια

απώλεια συγκομιδής

απών

αρ

Αραβία

Αραβική Κοινή Αγορά

αραβικός οργανισμός

Αραβικός Σύνδεσμος

αραβοαφρικανική συνεργασία

αραβοσιτέλαιο

αραβόσιτος

άραγε

άραγες

Αραγώνα

αράπης

αραπιά

αράπικο

αράπικος -η -ο

αραπίτσα

αράπω

αραχίδα

αραχιδέλαιο

αργά

αργαλειό

αργαστήρι

Αργεντινή

άργησις

αργία

αργό πετρέλαιο

αργός

αργότερα

αργότερο

αργότερος

άργυρος

αργώ

άρδευση

αρδευτική καλλιέργεια

αρένα

αρεσιά

αρέτα

αρετή

Αρετό

Αρετούσα

Αρετσού

Άρης

αρθρίτιδα

αρθριτικός

αρθριτικός -ή -ό

άρθρο

αρθρογραφία

αρθρογράφος

άρθρον

άρθρωση

αριθμητικό

αριθμός

άριστα

αριστερά

αριστερισμός

αριστερό

αριστερός

αριστερός -ή -ό

αριστεροσοσιαλιστικός -ή -ό

αριστερόχειρ

αριστερόχειρας

αριστεροχειρία

αριστοκράτης

άριστος

άριστος -η -ίστη -ο

άριστος -η -ο

Αριστοτέλης

Αρκαδία

Αρκάς

αρκεί

αρκετά

αρκετός

αρκούδα

αρκουδάκι

Αρκτική

άρκτος

Αρμενία

Αρμενικό ζήτημα

άρμη

αρμόδιος

αρμοδιότητα επί του προϋπολογισμού

αρμοδιότητα καθ' ύλην

αρμοδιότητα κατά τόπον

αρμοδιότητα της ΕΕ

αρμοδιότητα του ΕΚ

αρμοδιότητα των δικαστηρίων

αρμοδιότητα των κρατών μελών

αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας

αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου

αρμοδιότητες των οργάνων

αρμονία

αρμπιτράζ

άρνηση

άρνηση προσφοράς

άρνηση πώλησης

άρνηση στρατεύσεως για λόγους συνειδήσεως

αρνησικυρία

αρνητικό

αρνί

αρνιακό

αρνιέμαι

αρνίον

αρνούμαι

Αρούμπα

αρπάζω

αρπάσσω

αρρώστια

άρρωστος

αρσενικό

αρσενοκοίτης

αρσενοκοιτία

αρσενοκοιτώ

άρση

αρτοποιείο

αρτοποίηση

αρτοποιήσιμο δημητριακό

αρτοποιία

άρτος

αρχαία

αρχαία ελληνικά

αρχαία ιστορία

αρχαίο

αρχαιο-

αρχαιοελληνικά

αρχαιολογία

αρχαιολογικά

αρχαιότητα

αρχείο

αρχειοθέτηση

αρχειοθήκη

αρχειονομία

αρχέτυπο

αρχή

αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει»

αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης

αρχή της αναλογικότητας

αρχή της ασφάλειας δικαίου

αρχή της επικουρικότητας

αρχή της κοινοτικοποίησης

αρχή της πρόνοιας

αρχή της προσθετικότητας

αρχηγείο

αρχηγέτης

αρχηγία

αρχηγός

αρχηγός κράτους

αρχηγός νοικοκυριού

αρχηγός της αντιπολίτευσης

αρχιεπίσκοπος

αρχίζω

αρχικά

αρχιπέλαγος

αρχισωματοφύλακας

αρχιτεκτονική

αρχιτεκτονική κληρονομιά

άρχομαι

αρχοντιά

αρχοντικό

άρχουσα τάξη

αρωγή των θυμάτων

άρωμα

αρωματική ουσία

αρωματικό φυτό

αρωματισμένος οίνος

ασανσέρ

ασβέστιο

ασεβής

ασέλγεια

ασελγής

ασελγής -ής -ές

ασελγώ

ασημένιος -α -ο

ασθένεια

ασθένεια ιχθύων

ασθένεια οφειλόμενη στη διατροφή

ασθένεια του αίματος

ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος

ασθένεια του νευρικού συστήματος

ασθένεια του πεπτικού συστήματος

ασθενής

ασθενής -ής -ές

ασθενισμένος -η -ο

Ασία

ασιατικά

Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης

ασιατικός -ή -ό

ασιατικός οργανισμός

Ασιατικός Οργανισμός Παραγωγικότητας

Ασιάτισσα

άσκηση

άσκηση των δικαιωμάτων

ασκητής

ασκώ

ασπίδα

άσπιλος

άσπιλος -η -ο

άσπρο

ασσενίασμα

άστεγος

άστεγος -η -ο

αστεία

αστείο

αστείος

αστείος -α -ο

αστέρας

αστέρι

αστερίας

αστέρινος -η -ο

αστικές συγκοινωνίες

αστική αγωγή

αστική ένωση

αστική επαγγελματική εταιρία

αστική ευθύνη

αστική ζώνη

αστική κατοικία

αστική κοινότητα

αστική κοινωνιολογία

αστική κυκλοφορία

αστική οδός

αστικό δίκαιο

αστικός -ή -ό

αστικός κώδικας

αστικός οικισμός

αστικός πληθυσμός

αστός

άστοχα

άστρο

αστρολογία

αστροναυτική

αστρονομία

αστυνομία

αστυνομία της γειτονιάς

Αστυνομική αποστολή της ΕΕ

αστυνομική συνεργασία

αστυνομική συνεργασία της ΕΕ

αστυνομικοί έλεγχοι

αστυνομικός

αστυνομικός -ή -ό

Αστυπάλαια

αστυφιλία

άσυλο

ασύμμετρος πόλεμος

ασύρματη τηλεπικοινωνία

ασφάλεια

ασφάλεια αστικής ευθύνης

ασφάλεια εφοδιασμού

ασφάλεια ζωής

ασφάλεια και φύλαξη

ασφάλεια κτιρίων

ασφάλεια στην εργασία

ασφάλεια της αεροπλοΐας

ασφάλεια της απασχόλησης

ασφάλεια του προϊόντος

ασφάλεια των μεταφορών

ασφάλεια των τροφίμων

ασφαλής

ασφάλιση

ασφάλιση αναπηρίας

ασφάλιση ανεργίας

ασφάλιση ατυχημάτων

ασφάλιση αυτοκινήτων

ασφάλιση εξαγωγών

ασφάλιση εργατικών ατυχημάτων

ασφάλιση ζημιών

ασφάλιση μεταφορών

ασφάλιση πιστώσεων

ασφάλιση πραγμάτων

ασφάλιση προσώπων

ασφαλιστήριο συμβόλαιο

ασφαλιστικά μέτρα

ασφαλιστική αποζημίωση

ασφαλιστική εταιρεία

ασφαλιστικό δίκαιο

ασφαλιστικός κλάδος

ασφάλιστρο

ασφαλτούχα υλικά

ασφαλώς

άσχετα

άσχημα

ασχημαίνω

ασχημάνθρωπος

άσχημο

ασχημογυναίκα

ασχημόπαπο

άσχημος

ασχολία

ασχολίζω

ατάκα

ατζέντα

ατίμως

ατίμωση

άτλαντας

Ατλαντικός Ωκεανός

Άτλας

ατμόσφαιρα

ατμοσφαιρικές συνθήκες

ατμοσφαιρική ρύπανση

ατμοσφαιρικοί ρύποι

άτοκα

άτοκη πίστωση

άτοκος -η -ο

ατομικά δικαιώματα

ατομική απόφαση ΕΚΑΧ

ατομική βόμβα

ατομική επιχείρηση

ατομική ιδιοκτησία

ατομικό

άτομο

άτομο με διανοητική μειονεξία

άτομο με ειδικές ανάγκες

άτομο με σωματική μειονεξία

ατσάλι

Αττική

Αττική Xερσόνησος

ατύλωτος -η -ο

άτυπη μορφή εργασίας

ατύχημα

ατύχημα κατά τη μεταφορά

ατυχήματα στο σπίτι

άτυχος

άτυχος -η -ο

ατυχοσύνη

ατυχώς

αυγή αυγή

αυγό

αύγουστος

αυθάδεια

αυθαίρετο κτίσμα

άύκος

αυλαία

αυλή

άυλο κεφάλαιο

αύξηση

αύξηση κεφαλαίου

αύξηση πληθυσμού

αύξηση της παραγωγής

αύξηση των τιμών

αύξησις

αύρα

αυριανός -ή -ό

αυρινός -ή -ό

αύριο

αύριον

Αυστραλία

Αυστραλιανός

αυστραλιανός -ή -ό

Αυστρία

Αυστριακή

αυστριακό

Αυστριακός

αυστριακός -ή -ό

αυτάρκεια εφοδιασμού

αυταρχικό καθεστώς

αυτί

αυτιστικός -ή -ό

αυτό

αυτο-

αυτοακρωτηριασμός

αυτοαπασχόληση

αυτοδιάθεση

αυτοδιαχείριση

αυτοδιοίκηση

αυτοκίνητο

αυτοκινητο-

αυτοκινητοβιομηχανία

αυτοκινητοβιομήχανος

αυτοκινητοδρομία

αυτοκινητοδρόμιο

αυτοκινητόδρομος

αυτοκινητομάνι

αυτοκινητοπομπή

αυτοκίνητος -η -ο

αυτοκινητοτράπεζα

αυτόκλητη ηλεκτρονική διαφήμιση

αυτοκόλλητο

αυτοκρατορία

αυτοκτονία

αυτόματo παιχνίδι

αυτόματη μετάφραση

αυτοματικά

αυτόματο μηχάνημα πώλησης

αυτοματοποιημένη διδασκαλία

αυτοματοποίηση

αυτοματοποίηση γραφείου

αυτοματοποίηση της παραγωγής

αυτονόητος -η -ο

Αυτόνομη Επαρχία του Μπολτζάνο

Αυτόνομη Επαρχία του Τρέντο

αυτόνομη κοινότητα

αυτόνομη περιφέρεια

αυτονομία

αυτονομία των ατόμων με ειδικές ανάγκες

αυτονομιστικό κίνημα

αυτονομιστικό κόμμα

αυτοπεποίθηση

αυτοπεριορισμός

αυτόπτης

αυτορρύθμιση

αυτός

αυτός -ή -ό

αυτός τούτος

αυτοσαρκασμός

αυτοσυγκράτηση

αυτοσχέδιος -α -ο

αυτού

αυτουργία

αυτόχειρας

αυτόχθονος πληθυσμός

αυτοχρηματοδότηση

αυχένας

αφαίρεση

Αφγανιστάν

αφεντικό

αφετηρία

αφηγούμαι

αφήνω

αφής

αφησμός

άφθονα

αφθώδης πυρετός

αφιέρωμα

αφίνω

άφιξη

αφίσα

αφοπλισμός

αφορά

αφορμή

αφορολόγητη πώληση

αφού

Αφρικανική Ένωση

Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης

Αφρικανικό Δικαστήριο και Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

αφρικανικός οργανισμός

Αφρικανικός Χάρτης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Λαών

Αφρική

Αφρική νοτίως της Σαχάρας

αφρόνως

αφρώδης οίνος

άφρων -ων -ον

αφυδατωμένο προϊόν

αφυδάτωση

Αχαρνές

Αχιλλέας

αχός

άχου

αχούρι

αχυροσκεπή

αχυρώνας

αχώριστος

αχώριστος -η -ο

Βάδη-Βυρτεμβέργη

βάζω

βαθιά

βαθμολογία

βαθμός

βαθμός ρύπανσης

βάθος

Βαλεαρίδες Νήσοι

βαλλιστικός πύραυλος

βάλλω

βαλοτρύπα

βαλτικές χώρες

Βαλτική Θάλασσα

βάλτος

βαλτός -ή -ό

βαμβάκι

βαμβακιά

βανάδιο

βάναυση και εξευτελιστική μεταχείριση

βανδαλισμός

Βανουάτου

βάπτισμα

βάρδια

βαρέα κλάσματα πετρελαίου

βαρέα μέταλλα

βαρετός

βαριά

βαριά βιομηχανία

βαρίδιο

βάρκα

βαρμένος

βάρος

βάρος και διαστάσεις

βαρυ-

βαρύγδουπος -η -ο

βαρυγκόμια

βαρυγκομώ

βαρύς

βαρύς -ιά -ύ

βαρύτητα

βασανιστήρια

βάσει

ΒΑΣΕΣ

βάση

βάση δεδομένων

βασική εκπαίδευση

βασική έρευνα

βασική χημική βιομηχανία

βασιλεία

βασίλειο

βασιλής

βασιλιάς

Βασιλικάτα

βασιλική

βασιλικό κόμμα

βασίλισσα

βασιλομήτωρ

βασιλοφροσύνη

βασκαίνω

βασκανία

βάσκανος

βαστάρω

βάτος

βατός -ή -ό

βάτραχος

Βαυαρία

βαφή

βάψιμο

βγάζω

βγαίνω

βγάλλω

βγάνω

βγατίζω

βγίος

βδέλλα

βδέλυγμα

βδελυγμία

βδελυκτός

βδελυρός

βδελυρός -ή -ό

βδομάδα

βέβαια

βέβαιος -η -ο

βεβαιότητα

βεβαίως

βεβαίωση

βεβαίωσις

βελγική επαρχία Λιμβούργου

βελγική επαρχία Λουξεμβούργου

Βέλγιο

βέλο

βελόνα

βελόνι

βέλος

βελούδο

βελτίωση

βελτίωση της παραγωγής

βελτίωση της στέγασης

βελτίωση του εδάφους

βελτίωση φυτών

βελτιώσιμος -η -ο

βελτιωτικά του εδάφους

βελτιωτικό υφής

βελτιωτικός -ή -ό

Βενεζουέλα

Βένετο

βενζινάδικο

βενζίνη

βέρα

βεράντα

Βερμούδες

Βερολίνο

Βεστγαίλαντ (κομητεία)

Βέυλε (κομητεία)

βήμα

βηρύλλιο

βήτα

βία

βία στα σχολεία

βιάζομαι

βιαιοπραγία

βίαιος

βίαιος -η -ο

βιάση

βιασμός

βιαστικά

βιαστικός

βιβλιάριο υγείας

βιβλίο

βιβλιογραφία

βιβλιογραφική αναφορά

βιβλιογραφική καταχώριση

βιβλιοθήκη

βιβλιοθήκη νέων

βιβλιοθήκη πολυμέσων

βιβλιοπαρουσίαση

βιβλιοπωλείο

Βιέννη

Βιετνάμ

βιετναμέζικος -η -ο

βιετναμικός -ή -ό

βίλα

Βίλνιους

Βίμποργκ (κομητεία)

βίντεο

βιντεογραφία

βιντεοδίσκος

βιντεοεπικοινωνία

βιντεοθήκη

βιντεοκάμερα

βιντεοκασέτα

βιοαέριο

βιογραφία

βιοδιασπασιμότητα

βιοενέργεια

βιοηθική

Βιοκαύσιμο

βιοκλιματολογία

βιολί

βιολογία

βιολογικά όπλα

βιολογικές διεργασίες

βιολογικές επιστήμες

βιολογική βιομηχανία

βιολογική γεωργία

βιολογική μετατροπή

βιολογικό προϊόν

βιολογικό πρότυπο

βιομάζα

βιομετρία

βιομηχανία

βιομηχανία αερίου

βιομηχανία αιχμής

βιομηχανία βιβλίου

βιομηχανία βοηθητικών χημικών υλών

βιομηχανία δερμάτινων ειδών

βιομηχανία ειδών πολυτελείας

βιομηχανία ελαστικού

βιομηχανία εξόρυξης άνθρακα

βιομηχανία επίπλου

βιομηχανία εργαλειο/μηχανών

βιομηχανία ζάχαρης

βιομηχανία ζαχαροπλαστικής

βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών

βιομηχανία ηλεκτρονικών

βιομηχανία ιματισμού

βιομηχανία καλλυντικών

βιομηχανία κενού

βιομηχανία λιπασμάτων

βιομηχανία μεταποίησης γεωργικών προϊόντων

βιομηχανία ξύλου

βιομηχανία όπλων

βιομηχανία οπτικοακουστικών μέσων

βιομηχανία οπτικών ειδών

βιομηχανία παιχνιδιών

βιομηχανία πλαστικών

βιομηχανία πληροφορικής

βιομηχανία ποδηλάτων και μοτοσυκλετών

βιομηχανία προγραμμάτων

βιομηχανία τηλεπικοινωνιών

βιομηχανία της εστιάσεως

βιομηχανία του κινηματογράφου

βιομηχανία του πολιτιστικού τομέα

βιομηχανία του ψύχους

βιομηχανία τροφίμων

βιομηχανία των πληροφοριών

βιομηχανία φυτοφαρμάκων

βιομηχανία φωτογραφικών ειδών

βιομηχανία χαρτόμαζας και χαρτιού

βιομηχανία χρωστικών ουσιών

βιομηχανικά απόβλητα

βιομηχανικά γήπεδα

βιομηχανικά κτίρια

βιομηχανικά ρομπότ

βιομηχανικές εφαρμογές της πληροφορικής

βιομηχανικές ζωοτροφές

βιομηχανικές στατιστικές

βιομηχανικές χώρες

βιομηχανική αλιεία

βιομηχανική ανάπτυξη

βιομηχανική ελεύθερη ζώνη

βιομηχανική επανάσταση

βιομηχανική επένδυση

βιομηχανική επιχείρηση

βιομηχανική έρευνα

βιομηχανική ιδιοκτησία

βιομηχανική καλλιέργεια

βιομηχανική κατανάλωση

βιομηχανική κατασκευή

βιομηχανική κατασκοπεία

βιομηχανική μετατροπή

βιομηχανική οικονομία

βιομηχανική ολοκλήρωση

βιομηχανική παραγωγή

βιομηχανική περιοχή

βιομηχανική περιφέρεια σε παρακμή

βιομηχανική πίστη

βιομηχανική πολιτική

βιομηχανική πολιτική της ΕΕ

βιομηχανική ρύπανση

βιομηχανική συγκέντρωση

βιομηχανική συνεργασία

βιομηχανική τιμή

βιομηχανική τράπεζα

βιομηχανική υποδομή

βιομηχανική χημεία

βιομηχανικό απόρρητο

Βιομηχανικό ατύχημα

βιομηχανικό ηλεκτρικό μηχάνημα

βιομηχανικό κεφάλαιο

βιομηχανικό λίπος

βιομηχανικό πάρκο

βιομηχανικό πρόγραμμα

βιομηχανικό προϊόν

βιομηχανικό φυτό

βιομηχανικός -ή -ό

βιομηχανικός εξοπλισμός

βιομηχανικός κίνδυνος

βιομηχανικός σχεδιασμός

βιοποικιλότητα

βίος

βιόσφαιρα

βιοτέχνης

βιοτεχνία

βιοτεχνική επιχείρηση

βιοτεχνική παραγωγή

βιοτεχνολογία

βιοτικό επίπεδο

βιότοπος

βιοϋλικά

βιοχημεία

Βιρμανία/Μιανμάρ

βισμούθιο

βιταμίνες

βιτρίνα

βιώσιμη γεωργία

βιώσιμη δασοκομία

βιώσιμη κινητικότητα

βλαβερό φυτό

βλάβη

βλάκας

βλακεία

βλαμμένος -η -ο

βλάστηση

βλαστοκύτταρο

βλέμμα

βλεμματίζω

βλεπάτορας

βλεπάτορος

βλεπιάς

βλέπω

βόδι

βοδινό κρέας

βοήθεια

βοήθεια για τη στήριξη του ισοζυγίου πληρωμών

βοήθεια εις είδος

βοήθεια στα θύματα καταστροφών

βοήθεια στους πρόσφυγες

βοήθημα

βοήθημα πλοήγησης

βοηθητικά επαγγέλματα

βοηθητικός δικαστικός λειτουργός

βοηθητικός εργαζόμενος

βοηθός

βοηθώ

Βοϊβοντίνα

βολά

βολβώδες λαχανικό

βόλεϊ

βολεύω

βολή

Βολιβία

βολιβιανός -ή -ό

βόλος

βόλτα

βολφράμιο

βόμβα

βομβαρδιστικό αεροσκάφος

βοοειδή

Βόραρλμπεργκ

Βόρεια Αμερική

Βόρεια Αφρική

Βόρεια Βραβάνδη

Βόρεια Γιουτλάνδη (κομητεία)

Βόρεια Εσθονία

Βόρεια Ευρώπη

Βόρεια Θάλασσα

Βόρεια Ιρλανδία

Βόρεια Κορέα

Βόρεια Ολλανδία

Βόρεια Ουγγαρία

Βόρεια Πορτογαλία

Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία

Βόρειο Alföld

Βόρειο Αιγαίο

βόρειο πολικό δάσος

Βορειοανατολική Αγγλία

Βόρειοανατολική Εσθονία

Βορειοδυτική Αγγλία

Βορειοκεντρική Σουηδία

Βόρειος Παγωμένος Ωκεανός

βοριάς

Βόρνεο

Βοσνία-Ερζεγοβίνη

βοτανική

βότανο

βουδισμός

βουδιστής

βουδιστικό δίκαιο

βουζούνα

βουητό

βούλα

Βουλγαρία

βουλευτής

βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

βουλευτικές εκλογές

βουλευτική αποζημίωση

βουλευτική ασυλία

βουλευτική έδρα

βουλευτική περίοδος

βουλευτική σύνοδος

βουλή

βούληση

βουλησιαρχία

βουλητικός -ή -ό

βουνάκι

βουνό

βουνοπλαγιά

Βουργουνδία

βούρτσα

βουτάνιο

βουτυρέλαιο

βούτυρο

βουτυρο-

βούτυρον

βούτυρος

βραβείο

βράβευση

βραδιά

βραδιάζω

βραδινός

βραδινός -ή -ό

βράδυ

βραδυ-

βραδυγλωσσία

βραδύγλωσσος

βραδύτης

βραδύτητα

Βραζιλία

βραζιλιάνικος -η -ο

Βρανδεβούργο

βραχιόλι

βράχος

βραχυπρόθεσμη νομισματική στήριξη

βραχυπρόθεσμη πίστωση

βραχυπρόθεσμη πρόβλεψη

βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση

βρε

βρέθομαι

Βρέμη

Βρετάνη

βρετανικό έδαφος Ανταρκτικής

βρετανικό έδαφος Ινδικού Ωκεανού

βρεφική θνησιμότητα

βρίζω

βρικόλακας

βρισιά

βρίσκομαι

βρίσκω

βρομιά

βροτοσώστης

βρουκέλλωση

βροχή

βρύση

βρυσούλα

βρυχώμαι

βρώμη

βρώμιο

βυθοκόρηση

βύνη

βυρσοδεψία

βωξίτης

γάζα

γαιάνθρακας

γάιδαρος

γάλα

γάλα που έχει υποστεί ζύμωση

γάλα σε σκόνη

γάλα-ρόφημα

γαλαγγάν

γαλάζιος

γαλαζοαίματος -η -ο

γαλαζοβαμμένος

γαλακτοβιομηχανία

γαλακτοκομία

γαλακτοκομικό προϊόν

γαλακτομπούρεκο

γαλακτοπαραγωγή

γαλακτοπαραγωγός αγελάδα

γαλάκτωμα

γαλακτωματοποιητής τροφίμων

γαλανόλευκος -η -ο

γαλανός -ή -ό

γαλαξίας

γαληνεύω

γαλήνη

Γαλικία

Γαλλία

Γαλλικές Αντίλλες

Γαλλικές περιοχές του νοτίου ημισφαιρίου και της Ανταρκτικής

Γαλλική Γουιάνα

Γαλλική Πολυνησία

γαλλόφωνη Αφρική

Γαλλόφωνη Κοινότητα

γάμα

γαμάτος -η -ο

γαμηλιότητα

γαμήσι

γαμησιάτικα

γαμιόλης

γάμμα

γάμος

γαμοτρύπα

γάμπα

γαμώ

γαμωσταυρίδι

γαμώτο

γάντι

γαρ

γαργάλημα

γαρίδα

γαριφαλιά

γαρνιτούρα

γάρος

γάστρα

γαστραλγία

γάτα

γάτουλο

γεγονός

γεια

γείρω

γειτονία

γειτόνισσα

γελάω

γέλιο

γελοίος -α -ο

γεναίκα

γενεαλογικός -ή -ό

γενέθλια

γενέθλιον

γένεσις

γενετήσιος ακρωτηριασμός

γενετικά τροποποιημένος οργανισμός

γενετική

γενετική μηχανική

γενιά

γενικά έξοδα

γενικευμένες προτιμήσεις

γενική

γενική απόφαση ΕΚΑΧ

γενική αρχή του δικαίου

γενική εκπαίδευση

γενική ιατρική

γενική λογιστική

γενική μηχανολογία

Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ

Γενικό Δικαστήριο (ΕΕ)

γενικός

γενικός -ή -ό

Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ

γενικός γραμματέας του οργάνου

γενικός προϋπολογισμός

γενικός προϋπολογισμός (ΕE)

γέννα

γενναιόδωρος -η -ο

γέννηση

γεννητικότητα

γένος

γεράματα

Γερμανία

Γερμανία ΛΔ

γερμανικός

γερμανικός -ή -ό

Γερμανόφωνη Κοινότητα

γεροντολογία

γέρος

γεύμα

γεύση

γεύσις

γευστικός -ή -ό

γέφυρα

γεωγραφία

γεωγραφική κατανομή

γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού

γεωγραφική κινητικότητα

γεωγραφικός εντοπισμός ενεργειακών πηγών

γεωγραφικός προσδιορισμός των μεταφορών

γεωδαισία

γεωθερμική ενέργεια

γεωλογία

γεωλογικές επιστήμες

γεωμετρία

γεώμηλο

γεωμορφολογία

γεωπολιτική

γεωπονική

γεωπονική έρευνα

γεωπονικός -ή -ό

γεωργία

γεωργία για εμπορικούς σκοπούς

γεωργία συντήρησης

γεωργικά απόβλητα

γεωργικά έργα

γεωργικές διαρθρώσεις

γεωργικές ενισχύσεις

γεωργικές εφαρμογές

γεωργικές ποσοστώσεις

γεωργικές στατιστικές

γεωργικές συναλλαγές

γεωργικές τιμές

γεωργική απογραφή

γεωργική απόδοση

γεωργική ασφάλιση

γεωργική γη

γεωργική εισφορά

γεωργική εκμετάλλευση

γεωργική εκμετάλλευση μεσαίου μεγέθους

γεωργική εκπαίδευση

γεωργική έκταση με περιβαλλοντικούς περιορισμούς

γεωργική καταστροφή

γεωργική οικονομία

γεωργική παραγωγή

γεωργική παραγωγικότητα

γεωργική περιοχή

γεωργική πολιτική

γεωργική χωροταξία

γεωργικό εργαλείο

γεωργικό εργατικό δυναμικό

γεωργικό μηχάνημα

γεωργικό όχημα

γεωργικό πλεόνασμα

γεωργικό προϊόν

γεωργικό υποπροϊόν

γεωργικοί λογαριασμοί

γεωργικός εξοπλισμός

γεωργικός προσανατολισμός

γεωργικός συνεταιρισμός

γεωργικός τομέας

γεωργοδασοπονία

γεωργονομισματική πολιτική

γεωργοπεριβαλλοντικό πρόγραμμα

γεωργός

γεώτρηση

γεωφυσική

γεωφυσικό περιβάλλον

γεωχημεία

γήπεδο

γης

γητευτής

γητεύτρα

γητεύω

για

για IV

για να

γιαγγάριν

γιαγέρνω

γιαγιά

γιαλός

Γιάννης

γιαούρτι

γιασεμί

γιάση

γιασιμίν

γιατάκι

γιατί

γιατό

γιατρειά

γιατρεύω

γιατρός

γιατροσόφι

γιατροσύνη

γιαχνί

Γιβραλτάρ

γιγαρτόκαρπο

γινάτι

γινεά

γινίσκομαι

γίνομαι

γίνωμα

γιόγκα

γιόκας

Γιόρκσαϊρ Χάμπερσαϊντ

γιορτάζω

γιορτή

γιος

γιουβέτσι

Γιουγκοσλαβία

γιωργός

γιώτα

γκάζι

γκαζιά

γκαλερί

Γκάμπια

Γκαμπόν

Γκάνα

γκαράζ

γκαρσονιέρα

Γκέλντρια

Γκέρνζυ

γκολ

γκολφ

Γκουάμ

γκρι

Γκρόνινγκεν

γκρουπ

γλάρος

γλάστρα

γλέντι

γλοιώδης -ης -ες

γλύκα

γλυκαιμία

γλυκαίνω

γλυκάνισο

Γλυκάνισος

γλυκαντικό

γλυκία

γλυκό

γλυκό νερό

γλυκο-

γλυκόζη

γλυκός

γλυκούσα

γλυκούτσικος

γλυκοχαράζει

γλυπτική

γλυτώνω

γλυφάδα

γλύφανο

γλυφή

γλυφίδα

γλυφίζω

γλυφός

γλυφός -ή -ό

γλυφότητα

γλύω

γλώσσα

γλώσσα προγραμματισμού

γλωσσάς -ού -άδικο -ούδικο

γλωσσικές διακρίσεις

γλωσσική ομάδα

γλωσσολογία

γνώμη

γνώμη (ΕE)

γνώμη ΕΚ

γνώμη της ΕΚΑΕ

γνώμη της ΕΚΑΧ

γνώμη της Επιτροπής

γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

γνώμη της ΟΚΕ

γνώμη του Δικαστηρίου (ΕΕ)

γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου

γνώμη του Συμβουλίου

Γνωμοδότηση της ΕτΠ

γνωμοδότηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

γνωρίζω

γνωριμία

γνώση

γνωστοποίηση των τιμών

γνωστός

γοητεία

γοητεύω

γονατίζω

γονατιστός

γονατιστός -ή -ό

γόνατο

γονίδιο

γονική άδεια

γονική μέριμνα

γονιμοποίηση in vitro

γονιμότητα

Γουαδελούπη

Γουατεμάλα

γουδί

Γουιάνα

Γουινέα

Γουινέα Μπισσάου

γούλα

γουνία

γουνοποιία

γουνοφόρο ζώο

γουρλομάτης -α -ικο

γούρλωμα

γουρούνι

γουρουνίτικος

γουρουνόπουλο

γουστάρω

γούστο

γραιά

γράμμα

γραμματέας

Γραμματεία της Κοινότητας του Ειρηνικού

Γραμματεία του ΟΗΕ

γραμματεία του οργάνου

γραμματική

γραμματοκιβώτιο

γραμματοσειρά

γραμματόσημο

γραμμή

γραπτή ερώτηση

γραφείο

Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης

γραφείο πληροφοριών

Γραφείο Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων

γραφή

γράφω

γράψιμο

Γρενάδα

γρήγορα

γριά

γρια-

γρίπη

γρίπη των πτηνών

γρίφος

Γροιλανδία

ΓΣΔΕ

γυαλί

γυάλινος -η -ο

γυάλισμα

γυαλιστερός -ή -ό

γυμνάσια

γυμνάσιο

γυμναστήριο

γυμναστική

γυναίκα

γυναικάριον

γυναικάς

γυναικεία συμμετοχή

γυναικείο εργατικό δυναμικό

γυναικείο κίνημα

γυναικολογία

γυνο-

γύπας

γυρίζω

γυρισμός

γύρος

Γύρος Κέννεντυ

Γύρος Ντίλλον

Γύρος της Ντόχα

Γύρος Τόκυο

γύρω

γυφτόπουλο

γύφτος

γύψος

γωνία

δάκρυ

δακρυβρυσοπόταμον

δακρύζω

δαμαλίδα

δαμάσκηνο

δαμασκηνός -ή -ό

δανείζω

δάνειο

δάνειο ΕΚΑΧ

δάνειο ΕΤΕ

δάνειο Ευρατόμ

δανειοδότηση

δανειολήπτης

δανειοληψία

δανειστής

δανειστικός -ή -ό

Δανία

δαπάνη

δαπάνη διατροφής

δαπάνη εκτός προϋπολογισμού

δαπάνη λειτουργίας

δαπάνη λειτουργίας (ΕE)

δαπάνη της ΕΕ

δαπάνη του προϋπολογισμού

δάση του δημοσίου

δασικές στατιστικές

δασική εκμετάλλευση

δασική έκταση

δασική έρευνα

δασική ιδιοκτησία

δασική νομοθεσία

δασική οικονομία

δασική πολιτική

δασικός συνεταιρισμός

δάσκαλος

δασμοί αντιντάμπινγκ

δασμοί ΚΔ

δασμολογητέα αξία

δασμολογικές διαπραγματεύσεις

δασμολογική απαλλαγή

δασμολογική εξειδίκευση

δασμολογική ζώνη

δασμολογική μείωση

δασμολογική ονοματολογία

δασμολογική πολιτική

δασμολογική ποσόστωση

δασμολογική συμφωνία

δασμολογικό εμπόδιο

δασμολόγιο

δασμός

δάσο

δασοκομία

δασοπροστασία

δάσος

δασοσκέπαστος

δασοσκεπής -ής -ές

δασοφύλακας

δάσωση

δάφνη

δαχτυλίδι

δάχτυλο

δεδικασμένο

δεδομένος -η -ο

δέηση

δείγμα

δειγματοληψία

δείκτης

δείκτης απόκλισης

δείκτης τιμών

δειλία

δειλιάζω

δείλος

δειλός -ή -ό

δείπνο

δείπνος

δεις

δεισιδαίμονας

δεισιδαιμονία

δείχνω

δέκα

δεκα-

δεκαδικός -ή -ό

δεκαετία

δεκαπέντε

δεκάρα

δεκάρι

δεκάρικο

δεκάρικος -η -ο

δέκτης

δεκτός

δεκτός -ή -ό

δελόγγου

δέλτα

δελτίο

δελτίο γεωργικής εκμετάλλευσης

δελφίνι

δεμένος

δεν

δενάριον

δένδρο

δενδροαναβάτης

δενδροαναγεμάτος

δενδροκαλλιέργεια

δενδροκομία

Δενδρολίβανος

δένδρον

δενδροστοιχία

δενδροφύτευση

δενδρύλλιο

δέντρο

δεντρολίβανο

δένω

δεξαμενή

δεξαμενόπλοιο

δεξία

δεξίωση

δεόντως

δέρμα

δέρμα ζώου

δερματική πάθηση

δερμάτινος

δερματολογία

δερματολόγος

δερματοχελώνα

δέσιμο

δεσμευμένη θέση εργασίας

δεσμευμένη ψηφοφορία

δέσμευση

δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα

δεσμεύω

δέσμη

δεσμός

δεσπόζουσα θέση

δέσποινα

δεσποινάτος

δεσποινάχατ

δεσποινίδα

Δευτέρα

δευτερεύοντα αλιεύματα

δευτερεύουσα κατοικία

δεύτερη φάση της ΟΝΕ

δεύτερο νομοθετικό σώμα

δευτεροβάθμια εκπαίδευση

δευτερογενής τομέας

δευτερόλεπτο

δεύτερον

δεύτερος

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος

δέχομαι

δεχτός

δέων -ουσα -ον

δήθεν

δηλαδή

δηλώνω

δήλωση

δήλωση κοινοτικού ενδιαφέροντος

δήλωση σύμπραξης

δήλωση της κυβέρνησης

δήλωση υποψηφιότητας

δήλωση ψήφου

δήλωσις

δημαρχείο

δημαρχία

δήμαρχος

δήμευση

Δημήτρια

δημητριακό διατροφής

δημητριακός -ή -ό

δημιούργηση

δημιουργία

δημιουργία επιχείρησης

δημιουργία θέσεων απασχόλησης

δημιουργικότητα

δημιουργός

δημιουργώ

δημογραφία

δημογραφικές στατιστικές

δημογραφική ανάλυση

δημογραφική γήρανση

δημογραφική πολιτική

δημογραφική πρόβλεψη

δήμοι και κοινότητες

δημοκρατία

δημοκρατία με εξουσία λήψης αποφάσεων

δημοκρατικό έλλειμμα

δημοκρατικό κόμμα

δημοπρασία

δήμος

δημόσια ακρόαση

δημόσια ασφάλεια

δημόσια ασφάλιση

δημόσια βιβλιοθήκη

δημόσια δαπάνη

δημόσια δήλωση

δημόσια διαβούλευση

δημόσια διοίκηση

δημόσια διοίκηση της Κοινότητας

δημόσια εκπαίδευση

δημόσια επένδυση

δημόσια επιχείρηση

δημόσια έργα

δημόσια ήθη

δημόσια κτήματα

δημόσια οικονομικά

δημόσια οικονομικά περιφερειακής αυτοδιοίκησης

δημόσια οικονομικά τοπικής αυτοδιοίκησης

δημόσια περιουσία

δημόσια πολιτική

δημόσια προσφορά εξαγοράς μετοχών

δημόσια τάξη

δημόσια τράπεζα

δημόσια υγεία

δημόσια υγιεινή

δημόσια υπηρεσία

δημόσια χρηματοδότηση

δημόσιες αρχές

δημόσιες μεταφορές

δημόσιες συγκοινωνίες

δημόσιες συμβάσεις

δημόσιες σχέσεις

δημοσίευμα

δημοσιεύσεις

δημοσίευση

δημοσίευση νόμου

δημοσιεύω

δημόσιο αξίωμα

δημόσιο απόθεμα

δημόσιο δάνειο

δημόσιο διεθνές δίκαιο

δημόσιο δίκαιο

δημόσιο θησαυροφυλάκιο

δημόσιο κτηματολόγιο

δημόσιο κτίριο

δημόσιο λογιστικό

Δημόσιο Οικονομικό Δίκαιο

δημόσιο χρέος

δημοσιογραφία

δημοσιογράφος

δημοσιονομικές επιλογές

δημοσιονομική ανάλυση

δημοσιονομική αξιολόγηση

δημοσιονομική αυτονομία

δημοσιονομική έγκριση

δημοσιονομική πειθαρχία (ΕE)

δημοσιονομική πολιτική

δημοσιονομική πρόβλεψη

δημοσιονομικός έλεγχος

δημοσιονομικός κανονισμός

δημοσιονομικός νόμος

δημόσιος

δημόσιος -α -ο

δημόσιος οργανισμός

δημόσιος υπάλληλος

δημοσιότητα των λογαριασμών

δημοσιότητα των συζητήσεων

δημοσιοϋπαλληλικό σωματείο

δημοσιοϋπαλληλικός κλάδος

δημοσκόπηση

δημότης

δημοτική

δημοτικό

δημοτικοί φόροι

δημοτικός

δημοτικός -ή -ό

δημοτικότητα

δημοτολόγιο

δημοψήφισμα

δημοψήφισμα εμπιστοσύνης

διά

διαβάζω

διαβάθμιση

διάβασμα

διαβατήριο

διαβήτης

διαβίβαση δεδομένων

διαβιομηχανικές σχέσεις

διάβολος

διαβούλευση με τους εργαζομένους

διάβρωση εδάφους

διάβρωση μετάλλου

διαγερμανικές σχέσεις

διάγνωση

διαγονιδιακό ζώο

διαγονιδιακό φυτό

διάγραμμα

διαγραφή

διαγραφή της φορολογικής οφειλής

διαγώνισμα

διαγωνισμός δημοσίου

διαδέχομαι

διαδίδω

διαδικασία

διαδικασία διαβούλευσης

διαδικασία έγκρισης

διαδικασία ενώπιον δικαστηρίων

διαδικασία κατά των επιδοτήσεων

διαδικασία παράβασης (ΕE)

διαδικασία πτώχευσης

διαδικασία συναπόφασης

διαδικασία συνδιαλλαγής

διαδικασία συνεννοήσεως

διαδικασία συνεργασίας

διαδικασία του προϋπολογισμού

διαδίκτυο

διάδοση

διάδοση πληροφοριών

διάδοση της πληροφόρησης της ΕΕ

διάδοση των καινοτομιών

διαδοσίας

διαδοχή κρατών

διαδοχή σε γεωργική εκμετάλλευση

διαδοχική καλλιέργεια

διαδραστικότητα

διαδρομή

διάδρομος

διαζευγμένοι

διαζύγιο

διάθεση

διάθεση αποβλήτων

διάθεση εγγράφου

διάθεση και χρήση των γαιών

διάθεση νέου προϊόντος στην αγορά

διάθεση πόρων

διαθέσιμοι ενεργειακοί πόροι

διαθεσιμότητα

διαθέτω

διαθήκη

διαθήκη ζωής

διαίρεση

διαίρεση σε διοικητικές περιφέρειες

διαίρεση σε εκλογικές περιφέρειες

δίαιτα

διαιτησία

διαιτητής

διαιτητικό δικαστήριο

διαιτητικό προϊόν

διαιτητικός

διακαής -ής -ές

Διακανονισμός του Wassenaar

διακήρυξη

διακίνηση

διακινούμενος εργαζόμενος

διακοινοβουλευτικές σχέσεις

διακοινοβουλευτική αντιπροσωπεία

διακοινοβουλευτική ένωση

διακοινοβουλευτική συνεργασία

διακοπές

διακοπές κατά τμήματα

διακοπή

διακοπή της σχολικής φοίτησης

διακόσιοι -ες -α

διακόσμηση

διακρίνω

διακρίσεις εθνότητας

διακρίσεις θρησκεύματος

διακρίσεις λόγω αναπηρίας

διακρίσεις λόγω ηλικίας

διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού

διακρίσεις λόγω φύλου

διάκριση

διάκριση εξουσιών

διάκριση λόγω ιθαγένειας

διακριτική εξουσία

διακυβέρνηση

διακυβερνητική διάσκεψη (ΕE)

Διακυβερνητική επιτροπή για την αλλαγή του κλίματος

διακυβερνητική νομική πράξη

διακυβερνητική σύμβαση (ΕE)

διακυβερνητική συνεργασία (ΕΕ)

διακύμανση των τιμών

διαλέγω

διάλειμμα

διάλεξη

διαλεχτός -ή -ό

διαλλακτικός -ή -ό

διαλλάσσω

διαλογή

διάλογος

διαλογούμαι

διάλος

διάλυση

διάλυση της Βουλής

διαλύτης

διαμάντι

διαμαρτυρία

διαμεθοριακές μεταφορές

διαμεθοριακή ροή δεδομένων

διαμεθοριακή ρύπανση

διαμεθοριακή συνεργασία

Διαμερικανική Τράπεζα Αναπτύξεως

διαμέρισμα

διαμεσολαβητής

διαμετακόμιση

διαμονή

διαμόρφωση

διαμόρφωση τιμών

διαμόρφωση τιμών χρηματιστηριακών τίτλων

διαμορφωτής-αποδιαμορφωτής

διανοητική ένταση

διανοητικό κεφάλαιο

διανοητικός -ή -ό

διανομή

διανομή αερίου

διανομή ενέργειας

διανομή της κυριότητας

διανοούμενος

διανυκτέρευση

διανυκτού

διάολος

Διαπεριφερειακό Ίδρυμα Ερευνών των Ηνωμένων Εθνών για την Εγκληματικότητα και τη Δικαιοσύνη

διαπιστώνω

διαπίστωση

διαπλάθω

διαπραγματεύσεις προσχωρήσεως

διαπραγμάτευση

διαπραγμάτευση Ουρουγουάης

διαπραγμάτευση συμφωνίας

διαπραγματεύσιμη άδεια ρύπανσης

διαπραγματευτική εξουσία

διάρθρωση της απασχόλησης

διαρθρωτικά ταμεία

διαρθρωτικές διακυμάνσεις

διαρθρωτική ανεργία

διαρθρωτική δαπάνη

διαρθρωτική πολιτική

διαρθρωτική προσαρμογή

διάρκεια

διάρκεια ζωής του προϊόντος

διάρκεια ισχύος του μισθωτηρίου

διάρκεια μεταφοράς

διάρκεια οδήγησης

διάρκεια σπουδών

διάρκεια της εργασίας

διαρκές αγαθό

διαρκής εκπαίδευση

διαρροή

διαρροή επιστημονικού δυναμικού

διαρρύθμιση δασών

Δίας

διασάλευση

διασαλεύω

διάσημο

διάσημος -η -ο

διασημότητα

διασκέδαση

διασκευή

διάσκεψη

Διάσκεψη για τον Αφοπλισμό στην Ευρώπη

διάσκεψη προέδρων

Διάσκεψη του ΟΗΕ

Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη

διάσπαση επιχείρησης

διασπορά

διάσταση

διασταυρούμενες πιστώσεις

διασταυρούμενος -η -ο

διασταυρώνω

διασταύρωση

διάστημα

διαστημικά όπλα

διαστημικές μεταφορές

διαστημική έρευνα

διαστημική πλοήγηση

διαστημική τεχνική

διαστημικό όχημα

διαστημικός ενισχυτικός κινητήρας

διαστική διακίνηση

διασύνδεση συστημάτων

διασφάλιση

διασωλήνωση

διάσωση

διάταγμα

διάταξη

διατάραξη

διαταραχή

διατήρηση της απασχόλησης

διατήρηση της ειρήνης

διατήρηση των αλιευτικών πόρων

διατήρηση των φυσικών πόρων

διατηρητέο δάσος

διατηρώ

διατίμηση

διατριβή

διατροφή

διατροφή των ζώων

διατροφικές συνήθειες

διαύγεια

διαφάνεια

διαφάνεια της διαδικασίας λήψης αποφάσεων

διαφήμιση

διαφημιστική απήχηση

διαφθορά

διαφορά

διαφορές στις τιμές

διαφορετικός

διαφορετικός -ή -ό

διάφοροι -ες -α

διαφοροποίηση

διαφοροποίηση της παραγωγής

διαφοροποίηση των εξαγωγών

διάφραγμα

διαφυγή

διαφυγή κεφαλαίων

διαφωνία

διαφωνώ

διαφωνών -ούσα -ούν

διαχείριση

διαχείριση αλιευτικών πόρων

διαχείριση βάσει προβλέψεων

διαχείριση κειμένων

διαχείριση του χώρου

διαχείριση των αποβλήτων

διαχείριση των γνώσεων

διαχείριση των πλουτοπαραγωγικών πόρων

διαχείριση των υδάτων

διαχείριση υλικού

διαχειριστής

διαχειριστική επιτροπή (ΕΕ)

διαχειριστικός έλεγχος

διβάνι

διβάρι

διβουλία

δίβουλος -η -ο

διγλωσσία

δίδαγμα

διδακτικό υλικό

δίδακτρα

διδασκαλία εξ αποστάσεως

διδασκαλία ξένων γλωσσών

διδάσκω

δίδω

δίδωμι

διεθνείς διαπραγματεύσεις

διεθνείς εθελοντές

Διεθνείς Εμπορικοί Όροι

διεθνείς κυρώσεις

διεθνείς μεταφορές

διεθνείς οδικές μεταφορές

διεθνείς οργανισμοί

διεθνείς πληρωμές

διεθνείς στατιστικές

διεθνείς σχέσεις

διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο

Διεθνές Γραφείο Εργασίας

Διεθνές Γραφείο Παιδείας

διεθνές δάνειο

διεθνές δίκαιο

διεθνές δίκαιο-εσωτερικό δίκαιο

διεθνές δικαστήριο

Διεθνές Δικαστήριο (OHE)

διεθνές εμπορικό δίκαιο

Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο

διεθνές εμπόριο

διεθνές εργατικό δίκαιο

Διεθνές Ινστιτούτο Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού

Διεθνές Ινστιτούτο έρευνας και εκπαίδευσης των Ηνωμένων Εθνών για την προώθηση των γυναικών

Διεθνές Κέντρο Γενετικής Μηχανικής και Βιοτεχνολογίας

Διεθνές Κέντρο για το Διακανονισμό των Διαφορών εξ Επενδύσεων

διεθνές νόμισμα

διεθνές νομισματικό σύστημα

Διεθνές Νομισματικό Ταμείο

διεθνές οικονομικό δίκαιο

Διεθνές Όργανο Ελέγχου των Ναρκωτικών

διεθνές ποινικό δίκαιο

Διεθνές ποινικό δικαστήριο

διεθνές πρότυπο

διεθνές σύμφωνο ΟΗΕ

διεθνές σχολείο

Διεθνές Ταμείο Γεωργικής Αναπτύξεως

διεθνές φορολογικό δίκαιο

διεθνή δημοσιονομικά

διεθνή έγγραφα

διεθνή ζητήματα

διεθνή ύδατα

διεθνής -ής -ές

διεθνής αγορά

Διεθνής Αμνηστία

διεθνής ανταγωνισμός

διεθνής ασφάλεια

διεθνής βοήθεια

διεθνής δημόσια διοίκηση

διεθνής διαιτησία

διεθνής διάσκεψη

Διεθνής Διάσκεψη Εργασίας

διεθνής διαφορά

διεθνής διένεξη

διεθνής εμπορική διαιτησία

Διεθνής Ένωση Τηλεπικοινωνιών

διεθνής επένδυση

Διεθνής Εταιρεία Χρηματοδοτήσεων

διεθνής ευθύνη

διεθνής καταμερισμός της εργασίας

Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός

διεθνής οικονομία

Διεθνής Ομοσπονδία Τεκμηρίωσης

Διεθνής Οργανισμός Ανάπτυξης

Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενεργείας

Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας

Διεθνής Οργανισμός Πολιτικής Αεροπορίας

Διεθνής Οργάνωση Εργασίας

Διεθνής Οργάνωση Μετανάστευσης

διεθνής πίστη

διεθνής πολιτική

διεθνής ρευστότητα

διεθνής ρόλος της EE

διεθνής σύμβαση

διεθνής σύμπραξη

διεθνής συμφωνία

Διεθνής Σύνδεσμος Κοινωνικής Ασφάλισης

Διεθνής Συνδικαλιστική Συνομοσπονδία

διεθνής συνεργασία

διεθνής σύνοδος

Διεθνής Τράπεζα Ανασυγκροτήσεως και Αναπτύξεως

διεθνής υδάτινη οδός

διεθνής υιοθεσία

διεθνής Χάρτης

διεθνική επιχείρηση

διεθνισμός

διεκδίκηση

διεκδικώ

διένεξη μεταξύ εθνοτήτων

διεξαγωγή αποδείξεων

διεξαγωγή συνεδρίασης

διεπαγγελματική συμφωνία

διεπιστημονική εκπαίδευση

διεπιχειρησιακή συμφωνία

διεπιχειρησιακή συνεργασία

διερευνητική αποστολή

διερμηνεία

διέρχομαι

διετής -ής -ές

διετία

διευθέτηση του χρόνου εργασίας

διευθέτηση των διαφορών

διευθυνόμενη οικονομία

διεύθυνση

διεύθυνση στο Διαδίκτυο

διευθυντής

διευθυντής επιχείρησης

διευκόλυνση

διευκρίνιση

διεύρυνση διεθνούς οργανισμού

διεύρυνση της αγοράς

διευρωπαϊκό δίκτυο

διηπειρωτικές μεταφορές

διηπειρωτικός πύραυλος

δίκαια

δίκαιο

δίκαιο γαμικών σχέσεων

δίκαιο ευρεσιτεχνίας

δίκαιο σημάτων

δίκαιο της ΕΕ

δίκαιο της ΕΕ - διεθνές δίκαιο

δίκαιο της ΕΕ-εθνικό δίκαιο

δίκαιο της ενέργειας

δίκαιο της θάλασσας

δίκαιο της πληροφορικής

δίκαιο της πυρηνικής ενέργειας

δίκαιο του ανταγωνισμού

δίκαιο του διαστήματος

δίκαιο του περιβάλλοντος

δίκαιο του πολέμου

δίκαιο των κοινωνικών ασφαλίσεων

δίκαιο των μεταφορών

δίκαιο των πληροφοριών

δικαιολογία

δικαιοπρακτική ικανότητα

Δίκαιος τουρισμός

δικαιοσύνη

δικαιοσύνη της γειτονιάς

δικαιούχος της βοήθειας

δικαιόχρηση

δικαίωμα

δικαίωμα αλιείας

δικαίωμα αναλήψεως του μισθίου

δικαίωμα ανάπτυξης

δικαίωμα απάντησης

δικαίωμα απεργίας

δικαίωμα ασύλου

δικαίωμα διαδήλωσης

δικαίωμα εγκατάστασης

δικαίωμα εδαφικού χαρακτήρα

δικαίωμα εκπαίδευσης

δικαίωμα εκπομπών

δικαίωμα εκπομπών της ΕΕ

δικαίωμα επιμέλειας

δικαίωμα εργασίας

δικαίωμα παρακολούθησης

δικαίωμα παραμονής

δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας

δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας

δικαίωμα πληροφόρησης

δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας

δικαίωμα πολιτιστικής ανάπτυξης

δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με τα τέκνα

δικαίωμα προτίμησης

δικαίωμα στέγασης

δικαίωμα στη σωματική ακεραιότητα

δικαίωμα στην εικόνα

δικαίωμα στην υγεία

δικαίωμα του εκλέγειν

δικαίωμα του εκλέγεσθαι

δικαίωμα του συνέρχεσθαι

δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι

δικαίωμα των κρατών

δικαίωμα υιοθεσίας

δικαιώματα της γυναίκας

δικαιώματα της υπεράσπισης

δικαιώματα του ανθρώπου

δικαιώματα του ασθενούς

δικαιώματα του παιδιού

δικαιώματα του πολίτη

δικαιώματα του υπαλλήλου

δικαιώματα των αλλοδαπών

δικαιώματα των μειονοτήτων

δικαστήριο

Δικαστήριο (ΕΕ)

δικαστήριο ανηλίκων

Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης

Δικαστήριο ΕΖΕΣ

δικαστήριο εργατικών διαφορών

δικαστήριο κοινωνικών διαφορών

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

δικαστήριον

δικαστής

δικαστικά έξοδα

δικαστικά επαγγέλματα

δικαστική δίωξη

δικαστική εντολή

δικαστική εξουσία

δικαστική πλάνη

δικαστική πραγματογνωμοσύνη

δικαστική συνεργασία

δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις

δικαστική συνεργασία της ΕΕ σε ποινικές υποθέσεις

δικαστικό σύστημα

δικαστικός διακανονισμός

δικαστικός έλεγχος

δικαστικός επιμελητής

δικαστικός λειτουργός

δίκη

δικηγορία

δικηγόρος

δίκια

δίκιο

δικομματικό σύστημα

δικός

δικτατορία

δίκτυο

δίκτυο extranet

δίκτυο intranet

δίκτυο γεωργικής λογιστικής πληροφόρησης

δίκτυο διαβίβασης

δίκτυο μεταφορών

δίκτυο πληροφόρησης

δίκτυο πληροφορικής

Δίκτυο των Ευρωπαϊκών Κέντρων Καταναλωτών

δικτύωση

δίλεπτο

δίλημμα

διλημματικός -ή -ό

διλικάτος

δίλογος

διλοχία

διμερείς σχέσεις

διμερής βοήθεια

διμερής συμφωνία

δίνω

διό

διόδια

διοίκηση

διοίκηση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων

διοίκηση επιχειρήσεων

διοίκηση προσωπικού

διοίκηση σωφρονιστικών καταστημάτων

διοίκηση του οργάνου

διοικητής

διοικητική απόφαση

διοικητική αρμοδιότητα

διοικητική αυτονομία

διοικητική διατύπωση

διοικητική διαφάνεια

διοικητική δικαστική αρχή

διοικητική δικονομία

διοικητική επιστήμη

διοικητική εποπτεία

διοικητική ευθύνη

διοικητική κύρωση

διοικητική μεταρρύθμιση

διοικητική οργάνωση

διοικητική παράβαση

διοικητική περιφέρεια

διοικητική πράξη

διοικητική προσφυγή

διοικητική σύμβαση

διοικητική συνεργασία

διοικητικό δίκαιο

διοικητικό στέλεχος

διοικητικό συμβούλιο

διοικητικός έλεγχος

διοικητικός κλάδος

διοικητικός κώδικας

διοικητικός υπάλληλος

διοργανικές σχέσεις

διοργανική συμφωνία

διοργανική συνεργασία (ΕE)

διοργανική σχέση (ΕE)

διοργάνωση

διόρθωση

διορθωτικός προϋπολογισμός

διορισμοί προσωπικού

διορισμός των μελών

διότι

διοχετεύω

δίπλα

διπλασιασμός

διπλή απασχόληση

διπλή ιθαγένεια

διπλή φορολογία

διπλιάζω

δίπλωμα

δίπλωμα ευρεσιτεχνίας

διπλωματία

διπλωματικές σχέσεις

διπλωματική αντιπροσωπεία

διπλωματική ασυλία

διπλωματική προστασία

διπλωματικό πρωτόκολλο

διπλωματικός κλάδος

δισκογραφία

δισκοθήκη

δισκοπρίονο

δίσκος

διστάζω

δίστιχος -η -ο

δίτροχο

δίτροχος -η -ο

διύλιση ζάχαρης

διύλιση πετρελαίου

διχοστασία

δίχως

διχωστάς

δίψα

διψώ

διώκτης

διωκτικός

διωκτικός -ή -ό

διώκτρα

δίωξη

Διώρυγα του Παναμά

Διώρυγα του Σουέζ

διώχνω

δόγμα

δοκιμάζω

δοκιμασία

δοκιμή

δοκίμιο

δολάριο

δολεροκακόμαγος

δολερός

δολερός -ή -ό

δολερότητα

δολοφονία

δομή

δομή της βιομηχανίας

δομή της επιχείρησης

δομή της οικονομίας

Δομίνικα

Δομινικανή Δημοκρατία

δομινικανός

δον

δον Kιχότης

δόντι

δόξα

δοξάζω

δοξαράτος

δοξάρι

δοξαριά

δοξασμός

δοξολογία

δορυφορική επικοινωνία

δορυφορική πλοήγηση

Δορυφορικό Κέντρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

δορυφορικός σταθμός

δορυφόρος

δοσάς

δόση

δόσις

δότρια χώρα

δούκας

δουλεία

δουλείες

δουλευτής

δουλεύω

δούλος

δούναι

δοχείο

δράκος

δράμα

δράση

δράση της ΕΕ

δρασκελωτά

δραστηριοποίηση

δραστηριότητα της ΕΕ

δραστηριότητα της επιχείρησης

δραστηριότητες του τομέα των υπηρεσιών

δραχμή

δριμέα

δρίμες

δριμιά

δριμύς

δριμώνω

δρομέας

δρομή

δρομικός

δρομικός -ή -ό

δρομολόγια μεταφοράς

δρομολόγιο

δρομολογώ

δρόμος

δροσερός

δροσιά

δρυοκολάπτης

δρύπη

δυνάμει

δυνάμεις στην αλλοδαπή

δύναμη

δύναμη ταχείας αντίδρασης

δυναμική

δυναμικό

δυναμικό αποθήκευσης

δυναμίτης

δυνατά

δυνατός

δυνατός -ή -ό

δυνατότητα άσκησης δικαιώματος

δύνη

δυνητικότητα

δύο

δύση

δύσκολα

δυσκολία

δυσλεξία

δυστύχημα

δύστυχος

δύστυχος -η -ο

δυστυχώς

δυσφήμηση

δυσφήμιση

δυσφορία

δυσφορία της νεολαίας

Δυτικά Βαλκάνια

Δυτικά Μίντλαντς

Δυτική Αφρική

Δυτική Ελλάδα

Δυτική Εσθονία

Δυτική Ευρώπη

Δυτική Θράκη

Δυτική Μακεδονία

Δυτική Πομερανία

Δυτική Σαχάρα

Δυτική Σουηδία

Δυτική Υπερδουναβία

Δυτική Φινλανδία

Δυτικοαφρικανική Οικονομική και Νομισματική Ένωση

Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση

δώδεκα

δωδεκα-

δωδεκάδα

δωδεκάδελτος

Δωδεκαήμερο

Δωδεκάνησα

δωδεκάχρονος

δωδεκάχρονος -η -ο

δωμάτιο

δωρεά

δωρεάν

δωρεάν βοήθεια

δωρεάν παιδεία

δωρεάν παροχή

δωρεάν περίθαλψη

δωρεάν υπηρεσία

δώρο

δωροδοκία

ΕTSI

εβγάνω

εβδομάδα

εβδομαδιαία ανάπαυση

εβδομήκοντα

εβδομήντα

εβδομηντάρης

εβδομηντάχρονος -η -ο

εβραϊκό δίκαιο

εβραιολογία

εβραιολόγος

εβραιοπούλα

εβραιόπουλον

Εβραίος

έγγαμος

έγγειος γεωργική ιδιοκτησία

έγγειος ιδιοκτησία

έγγειος κινητικότητα

έγγειος φόρος

εγγονός

έγγραφα μεταφοράς

έγγραφα του οχήματος

εγγραφή

εγγραφή εταιρείας στα μητρώα

εγγραφή κονδυλίου στον προϋπολογισμό

εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους

έγγραφο

έγγραφο συνεδρίασης

εγγυημένη τιμή

εγγυημένο εισόδημα

εγγύηση

εγγύηση πίστωσης

εγγύηση των επενδύσεων

εγκαθίδρυση της ειρήνης

εγκαίνια

εγκαταλειμμένη γη

εγκαταλελειμμένο τέκνο

εγκατασταίνω

εγκαταστάσεις ανοικτής θάλασσας

εγκατάσταση βιομηχανιών

εγκατάσταση δραστηριότητας

εγκατάσταση ειδών υγιεινής

εγκατάσταση εκτόξευσης

εγκατάσταση σταθμού ηλεκτροπαραγωγής

εγκέφαλος

έγκλημα

έγκλημα άνευ δόλου

έγκλημα κατά προσώπων

έγκλημα κατά της ανθρωπότητας

έγκλημα κατά της ιδιοκτησίας

έγκλημα πολέμου

εγκληματική αμέλεια

εγκληματική συμπεριφορά

εγκληματική συμπεριφορά των νέων

εγκληματικότητα

εγκληματικότητα στον τομέα της πληροφορικής

εγκληματολογία

εγκόλπιο

εγκόλπιον

εγκοπή

εγκόσμια

έγκριση

έγκριση μεταφοράς

έγκριση τιμολογίων

έγκριση του προϋπολογισμού

εγκύκλιος

εγκύκλιος -ος -α -ο

εγκυκλοπαίδεια

εγκυμοσύνη

έγκυος

έγκυος -ος -α -ο

έγκυρα ψηφοδέλτια

εγκωμιάζω

εγκώμιο

εγνώρ‑

ΕΓΤΑΑ

ΕΓΤΕ

ΕΓΤΠΕ

ΕΓΤΠΕ-τμήμα Εγγυήσεων

ΕΓΤΠΕ-τμήμα Προσανατολισμού

εγχείρημα

εγχειρίδιο

έγχρωμος -η -ο

εγχώρια κατανάλωση

εγώ

εγωκεντρικός -ή -ό

εδάφη της πρώην Γιουγκοσλαβίας

εδαφική διαφορά

εδαφικοί πόροι

εδαφολογία

εδαφολογική ανάλυση

εδαφομεταρρύθμιση

έδαφος

Εδέμ

έδρα

έδρα της διοίκησης

έδρα της εταιρείας

έδρα του οργάνου

εδώ

εδώδιμο λίπος

εδωδιμοπωλείο

εδώδιμος -η -ο

εδώθε

ΕΖΕΣ

έζωπο

εθελοντές για την ανάπτυξη

εθελοντική θητεία

εθελοντική οργάνωση

εθελοντική προσφορά κοινωνικής εργασίας

έθιμα και παραδόσεις

εθιμικό δίκαιο

εθιμικός -ή -ό

έθιμο

εθισμός στα τυχερά παιχνίδια

εθνικά

εθνικές εκλογές

εθνικές μεταφορές

εθνικές στατιστικές

εθνική ανεξαρτησία

εθνική βιβλιοθήκη

εθνική γεωργική πολιτική

εθνική δαπάνη

εθνική εκκαθάριση

εθνική ενοποίηση

εθνική ημέρα πένθους

εθνική κυριαρχία

εθνική μειονότητα

εθνική οικονομία

εθνική παραγωγή

Εθνική ταυτότητα

εθνική χρηματοδότηση

εθνικισμός

εθνικιστικό κόμμα

εθνικό αστικό πάρκο

εθνικό δίκαιο

εθνικό εισόδημα

εθνικό κοινοβούλιο

εθνικό μέτρο εκτέλεσης

εθνικό νόμισμα

εθνικό πάρκο

εθνικό προϊόν

εθνικό σύστημα υγείας

εθνικό σχολείο

εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα

εθνικοί λογαριασμοί

εθνικοποίηση

εθνικός

εθνικός προγραμματισμός

εθνικός φόρος

εθνικοσοσιαλισμός

εθνογραφία

έθνος

εθνόσημο

εθνοσυνέλευση

εθνότητα

ειδέ

ειδεμή

ειδεχθής -ής -ές

ειδή

είδη άγριας χλωρίδας και πανίδας

είδη γραφείου

είδη διακόσμησης

είδη δώρων

είδη ευκαιρίας

είδη υγιεινής

ειδήμονας

ειδήμων

ειδησεογραφία

ειδησεογραφικό πρακτορείο

είδηση

ειδικά πολυμερή

ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα

ειδικευμένος εργάτης

ειδική άδεια

ειδική άδεια αλιείας

ειδική διαδικασία

ειδική εκπαίδευση

ειδική επιτροπή

ειδική νομοθετική διαδικασία

Ειδική Οργάνωση του ΟΗΕ

ειδική πλειοψηφία

Ειδικό Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο

ειδικό μέταλλο

ειδικοί φόροι κατανάλωσης

ειδικοί χάλυβες

ειδικός -ή -ό

ειδικότητα

ειδοποίηση

είδος

είδος εδάφους

εικόνα

εικόνα σύνθεσης

εικόνα-κύρος

εικονική κοινότητα

εικονική πραγματικότητα

εικονικός γάμος

εικονογράφηση

είκοσι

είμαι

είμαι·

ειμαρμένη

ειμή

είναι

είπως

ειρήνη

ειρηνική συνύπαρξη

ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας

Ειρηνικός Ωκεανός

ειρηνισμός

ειρηνοδικείο

εις

εισαγγελέας

εισαγγελική αρχή

εισαγωγές

εισαγωγή

εισαγωγή σε ψυχιατρείο

εισαγωγικές πιστώσεις

εισαγωγικός φόρος

εισβολή

εισέ

εισέτι

εισήγηση

εισιτήριο

εισιτήριος -α -ο

εισόδημα

εισόδημα από μη μισθωτές υπηρεσίες

εισόδημα γεωργού

εισόδημα επένδυσης

εισόδημα των νοικοκυριών

εισοδηματική πολιτική

είσοδος

είσοδος αλλοδαπών

είσοδος μεταναστών

είσπραξη

είσπραξη φόρου

εισρέω

εισρίπτω

εισροή

εισφορά

εισφορά ΑΕΠ

εισφορά ΕΚΑΧ

εισφορά ζάχαρης

εισφορά κατά την εισαγωγή

εισφορά κατά την εξαγωγή

εισφορά κοινωνικής ασφάλισης

είτε

εκ

ΕΚΑΕ

εκάς

εκάτερον

εκατέρωθεν

εκατό

εκατο-

εκατόλιτρο

εκατομμύριο

εκατομμυριούχος

εκατόνταρχος

εκατοστή

εκατοστημόριο

ΕΚΑΧ

εκβιομηχάνιση

εκβολή ποταμού

έκδειλος

εκδέρνω

εκδευτέρου

εκδέχομαι

εκδήλωση

εκδημοκρατισμός

εκδημοκρατισμός της παιδείας

εκδίδω

εκδίδωμι

εκδίκηση

εκδόσεις

εκδόσεις ανοικτής πρόσβασης

εκδόσεις περιορισμένης κυκλοφορίας

έκδοση

έκδοση αξιών

έκδοση με τη βοήθεια υπολογιστή

έκδοση νόμου

έκδοση της ΕΕ

έκδοση χρήματος

εκδότης

εκδοτικός οίκος

εκδοχή

εκδρομή

εκεί

εκείνος

εκείσε

έκθεση

έκθεση δραστηριοτήτων

έκθεση επιτροπής

έκθεση έρευνας

εκκαθάριση δαπανών

εκκαθάριση εταιρείας

εκκαθάριση της περιουσίας

εκκένωση πληθυσμού

εκκίνηση

εκκλησία

εκκλησιάρχης

εκκλησιαστική εκπαίδευση

εκκλησιαστικός

εκκλησιαστικός -ή -ό

εκκλησιαστικώς

εκκρεμείς υποθέσεις

εκκρεμότητα

εκλέπτυνση

εκλογές

εκλογή

εκλογικές δαπάνες

εκλογικές προθέσεις

εκλογική διαδικασία

εκλογική ενηλικιότητα

εκλογική νοθεία

εκλογική χρηματοδότηση

εκλογικό αποτέλεσμα

εκλογικό δίκαιο

εκλογικό μέτρο

εκλογικό πρόγραμμα

εκλογικό σύστημα

εκλογικό σώμα

εκλογικό τμήμα

εκλογικός κατάλογος

εκλογικός συνασπισμός

εκμάθηση

εκμετάλλευση

εκμετάλλευση γαλακτοπαραγωγής

εκμετάλλευση της θάλασσας

εκμετάλλευση του θαλάσσιου πυθμένα

εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων

εκμηχάνιση

εκμηχάνιση της γεωργίας

εκούσιος -α -ο

εκπαίδευση

εκπαίδευση για αλλοδαπούς

εκπαίδευση εκτός σχολικού συστήματος

εκπαίδευση ενηλίκων

εκπαίδευση θετικής κατεύθυνσης

εκπαίδευση κατ' οίκον

εκπαίδευση υπό επιτήρηση

εκπαιδευτικά προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών

εκπαιδευτικές ανταλλαγές

εκπαιδευτική βοήθεια

εκπαιδευτική μεταρρύθμιση

εκπαιδευτική πολιτική

εκπαιδευτικό ίδρυμα

εκπαιδευτικό σύστημα

εκπαιδευτικός

εκπατριζόμενος εργαζόμενος

έκπληξη

εκπομπή

εκπόρευση

εκπορευτός

εκπόρθηση

εκπορθητής

εκπόρνευση

εκπορνεύω

εκπροσώπηση του προσωπικού

εκπρόσωπος

εκπρόσωπος τοπικής ή περιφερειακής αρχής

έκπτωση

έκπτωση φόρου

εκρηκτικές ύλες

έκρηξη

έκρηξη ηφαιστείου

εκστρατεία

εκσυγχρονισμός γεωργικής εκμετάλλευσης

εκσυγχρονισμός επιχείρησης

εκσυγχρονισμός της βιομηχανίας

έκτακτη εργασία

έκτακτο δικαστήριο

έκτακτος προϋπολογισμός

έκτακτος φόρος

έκταση

εκτατική γεωργία

εκτέλεση

εκτέλεση σχεδίου

εκτέλεση της απόφασης

εκτέλεση της ποινής

εκτέλεση του προϋπολογισμού

εκτελεστική απόφαση

εκτελεστική εξουσία

εκτελεστική οδηγία

εκτελεστικός κανονισμός

εκτελεστικός οργανισμός

εκτελωνίζω

εκτελώνιση

εκτελωνισμός

εκτίμηση

εκτιμώ

εκτοπισμένος

εκτός

έκτος -η -ο

έκτοτε

εκτραχύνω

εκτροφή μαλακοστράκων

εκτύλωση

εκτύπωση

εκτυπωτής

εκφορτωθείσα ποσότητα

εκφράζω

έκφραση

εκχέρσωση

εκχώρηση εξουσίας

Ελ Σαλβαδόρ

ελαιοκαλλιέργεια

ελαιοκράμβη

ελαιόλαδο

ελαιόλαδον

ελαιουργία

ελαιούχο λίνο

ελαιούχο φυτό

ελαιούχος καλλιέργεια

έλασμα

ελαστικό

ελαστικό ωράριο

ελαστικότητα

ελάτη

έλατος

ελαττωματικό προϊόν

ελαφάκι

ελαφίδες

έλαφος

ελαφρά

ελαφρά βιομηχανία

ελαφρός

ελαφρός -ιά -ό

ελάφρυνση του χρέους

ελαφρυντική περίσταση

ελάχιστη εγγυημένη τιμή

ελάχιστη τιμή

ελάχιστο απόθεμα

ελάχιστος -η -ο

Ελβετία

ελεγκτικό όργανο

έλεγχος

έλεγχος εκλογών

έλεγχος εναέριου χώρου

έλεγχος ενοικίων

έλεγχος παραγωγής

έλεγχος ρευστότητας

έλεγχος συναλλάγματος

έλεγχος συνταγματικότητας

έλεγχος της ΕΕ

έλεγχος της επικοινωνίας

έλεγχος της κυκλοφορίας

έλεγχος της μετανάστευσης

έλεγχος της ρύπανσης

έλεγχος του προϋπολογισμού

έλεγχος των γεννήσεων

έλεγχος των γνώσεων

έλεγχος των εξαγωγών

έλεγχος των εξοπλισμών

έλεγχος των κρατικών ενισχύσεων

έλεγχος των συγκεντρώσεων

έλεγχος των συμπράξεων

έλεγχος των τιμών

έλεγχος των τροφίμων

έλεος

ελεύθερη αγορά

ελεύθερη αεροπλοΐα

ελεύθερη διακίνηση προγραμμάτων

ελεύθερη ζώνη

ελεύθερη κυκλοφορία

ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων

ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων

ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων

ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων

ελεύθερη παροχή υπηρεσιών

ελεύθερη τιμή

ελευθερία αυτοδιάθεσης

ελευθερία εκπαίδευσης

ελευθερία έκφρασης

ελευθερία έκφρασης γνώμης

ελευθερία εργασίας

ελευθερία κυκλοφορίας

ελευθερία ναυσιπλοΐας

ελευθερία πληροφόρησης

ελευθερία του Τύπου

ελευθερία των εμπορικών συναλλαγών

ελευθερία των θαλασσών

ελευθερία υπό όρους

ελευθέριο επάγγελμα

ελεύθερος

ελεύθερος -η -ο

ελεύθερος ανταγωνισμός

ελευθεροσύνη

ελευθεροτυπία

έλευση

ελεφαντόδοντο

ελιά

ελικόπτερο

ελκυστήρας

ελκύω

ελλάγι

Ελλάδα

Ελλαδίτες

Ελλαδίτης

Ελλαδώνυμοι

έλλειμμα

έλλειμμα του προϋπολογισμού

ελλειμματική παραγωγή

ελλειμματικό ισοζύγιο

ελλειμματικός -ή -ό

ελλειπτικός

ελλείπων -ουσα -ον

έλλειψη

έλλειψη εργατικού δυναμικού

έλλειψη τροφίμων

Έλληνας

ελληνικά

ελληνικός

ελληνικός -ή -ό

ελληνισμός

ελπίδα

ελπίζω

εμαγιέ

εμβαδόν

εμβάζω

εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

εμβατήριο

εμβόλια

εμβολιασμός

εμβόλιο

έμβρυο

εμβρυολογία

εμβρυολόγος

εμερτικόν

εμμένω

εμμέριμνος

έμμεση εκλογή

έμμεσος -η -ο

έμμεσος φόρος

εμμονή

εμπειρία

εμπιστεύομαι

εμπιστευτικότητα

εμπιστοσύνη

εμπλοκή

εμπλουτισμός καυσίμου

έμπνευση

εμπνέω

εμπόδια στην ανάπτυξη

εμπόδιο

εμπόδιον

εμπόρευμα

εμπορευματοκιβώτιο

εμπορευματοποίηση

εμπορία

εμπορία ανθρώπων και σωματεμπορία

εμπορία ναρκωτικών

εμπορία των δικαιωμάτων εκπομπής

εμπορικά επαγγέλματα

εμπορικές στατιστικές

εμπορικές συναλλαγές

εμπορικές συναλλαγές Ανατολής-Δύσης

εμπορικές συναλλαγές Βορρά-Νότου

εμπορικές σχέσεις

εμπορική διαιτησία

εμπορική διανομή

εμπορική διαφορά

εμπορική εκδήλωση

εμπορική εκπαίδευση

εμπορική επιχείρηση

εμπορική εταιρεία

εμπορική πίστη

εμπορική πληροφόρηση

εμπορική πολιτική

εμπορική πράξη

εμπορική προώθηση

εμπορική σύμβαση

εμπορική συμφωνία

εμπορική συμφωνία (ΕE)

εμπορική συνεργασία

εμπορική τράπεζα

εμπορικό

εμπορικό δίκαιο

εμπορικό ισοζύγιο

εμπορικό και βιομηχανικό επιμελητήριο

εμπορικό κέντρο

εμπορικό μέσο μαζικής επικοινωνίας

εμπορικό μισθωτήριο

εμπορικό περιθώριο κέρδους

εμπορικό σήμα

εμπορικός -ή -ό

Εμπορικός Kώδικας

εμπορικός αντιπρόσωπος

εμπορικός διανομέας

εμπορικός μεσάζων

εμπορικός στόλος

εμπορικότητα

εμπόριο

εμπόριο έργων τέχνης

εμπόριο όπλων

εμπόριο οργάνων

εμποριολογία

εμποριολόγος

εμπόριον

εμπόριος

εμποροδικείο

εμπορομεσίτης

εμποροπανήγυρη

έμπορος

εμπρηστικό όπλο

εμπρός

έμπροσθεν

εμφάνιση

έμφαση

εμφιαλωμένος οίνος

εμφιάλωση

έμφραγμα

εμφύλιος πόλεμος

έν τον

ένα

εναγόμενος

εναέρια κυκλοφορία

εναέριες μεταφορές

εναέριος στόλος

εναέριος χώρος

εναλλακτική γεωργική παραγωγή

εναλλακτική επίλυση των διαφορών

εναλλακτική χρησιμοποίηση γεωργικού προϊόντος

έναντι

ενάντια

εναντίον

εναντίωση

εναποθήκευση τεκμηρίων

εναρμόνιση

εναρμόνιση κοινωνικών ασφαλίσεων

εναρμόνιση προτύπων

εναρμόνιση των τιμών

εναρμόνιση των φορολογικών συστημάτων

έναρξη

ένας

ενάσκηση

έναστρος -η -ο

ενασχόληση

ενασχολούμαι

ένδεια

ενδεικτική τιμή

ένδειξη

ενδέχεται

ενδεχομένως

ενδημική νόσος

ενδιαίτημα

ενδιάμεσες τεχνολογίες

ενδιάμεση συμφωνία (ΕE)

ενδιαφέρον

ένδικο μέσο

ενδοαστική διακίνηση

ενδοκρινική ασθένεια

ενδοοικογενειακή βία

ένδυμα

ενδυματολόγιο

ενδυματολόγος

ενέγγυος πίστωση

ένεκα

ένεκεν

ενέργεια

ενέργεια από την παλίρροια

ενέργεια γεωργικής προέλευσης

ενέργεια των κυμάτων

ενεργειακή ανεξαρτησία

ενεργειακή απόδοση

ενεργειακή διαφοροποίηση

ενεργειακή έρευνα

ενεργειακή καλλιέργεια

ενεργειακή κρίση

ενεργειακή πολιτική

ενεργειακή συνεργασία

ενεργειακή τεχνολογία

ενεργειακό δίκτυο

ενεργειακό ισοζύγιο

ενεργειακό προϊόν

ενεργειακοί πόροι

ενεργειακός ανεφοδιασμός

ενεργειακός τομέας

ενεργητική τελειοποίηση

ενεργοποίηση

ενεργός γεωργικός πληθυσμός

ένεση

ενεχυρίαση

ενέχυρο

ενεχυροδανειστήριο

ένζυμο

ενζυμοπάθεια

ενήλικος

ενήλικος -η -ο

ενηλικότητα κατά το αστικό δίκαιο

ενημερώνω

ενημέρωση

ενημερωτική διαβούλευση

ενθουσιασμός

ενθουσιαστικός -ή -ό

ενιαία αγορά

Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη

ενιαία νομισματική πολιτική

ενιαία συναλλαγματική πολιτική

ενιαίο έγγραφο

ενιαίο κράτος

ενικός

ενικός -ή -ό

ενίοτε

ενισχυμένη συνεργασία

ενισχύσεις αναδιάρθρωσης

ενισχύσεις για εκσυγχρονισμό

ενισχύσεις για επενδύσεις

ενισχύσεις για παλιννόστηση

ενισχύσεις για την απασχόληση

ενισχύσεις για την παραγωγή

ενισχύσεις ΕΚΑΧ

ενισχύσεις κατασκευής κτιριακών έργων

ενισχύσεις μετατροπής

ενισχύσεις στη βιομηχανία

ενίσχυση

ενίσχυση ανά εκτάριο

ενίσχυση διάθεσης

ενίσχυση επιχειρήσεων

ενίσχυση κατά τομέα

ενίσχυση της ΕΕ

ενίσχυση των εξαγωγών

ενίσχυση των οικονομικώς αδυνάτων

ενισχυτής

εννέα

εννεα-

έννοια

έννομη σχέση με τους ανιόντες

έννομη τάξη της ΕΕ

έννομο συμφέρον

εννοώ

ενοικιάζω

ενοικίαση

ενοικίαση ακινήτου

ενοικιαστήριο

ενοποιημένος λογαριασμός

ενοποίηση του δικαίου της ΕΕ

ενοποιώ

ενότητα

ενοχή

ενοχικό δίκαιο

ενοχλητικός -ή -ό

ενοχλώ

ενόψει

ενστάσεις κατά των εκλογών

ενσταυλισμός

ενσωμάτωση των ατόμων με ειδικές ανάγκες

εντάξει

ένταξη

ένταση

εντατική γεωργία

εντατική κτηνοτροφία

εντατικός -ή -ό

έντεκα

εντελώς

εντελώς τέλειος

έντοκο γραμμάτιο του δημοσίου

εντολή

έντομο

εντομογραφία

εντομοκτόνο

εντομοκτόνος -ος -α -ο

εντομολογία

εντομολογικός -ή -ό

εντομολόγος

έντονος -η -ο

εντοπίζω

εντός

εντόσθια

εντούτοις

εντύνω

έντυπο

εντύπωση

εντυπωσιάζω

ενυδρείο

ενώ

ενωματάρχης

Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα

ενωμοτάρχης

ενωμοτία

ενώνω

ενώπιον

ένωση

Ένωση Αραβικού Μαγκρέμπ

Ένωση για τη Μεσόγειο

Ένωση Κοινοβουλευτικών Ασίας και Ειρηνικού

ένωση οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης

ένωση της Γερμανίας

Ένωση των κρατών της Καραϊβικής

ένωση φορέων τοπικής διοίκησης

ενωσιακά αποθέματα

ενωσιακή διαμετακόμιση

ενωτίζομαι

ενωτικός

ενωτικός -ή -ό

ενώτιο

εξαγορά

εξαγορά επιχείρησης

εξαγριώνομαι

εξαγριώνω

εξαγωγές

εξαγωγή

εξαγωγή αποβλήτων

εξαγωγή κεφαλαίων

εξαγωγικές πιστώσεις

εξαγωγική βιομηχανία

εξαγωγικός φόρος

εξαίρεση

εξαίρεση από έγκριση σύμπραξης

εξαιρετικά βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση

εξαιρετικός -ή -ό

εξαίρετος

εξαίρετος -η -ο

εξαιτίας

εξακολουθώ

εξάλλου

εξαναγκασμός σε γάμο

εξαναπουλώ

εξανθρωπισμός της εργασίας

εξανίσταμαι

εξάντληση

εξάντληση των πλουτοπαραγωγικών πόρων

εξαπάτηση

εξάπλωση των πολιτιστικών παραδόσεων

εξάρτηση των ηλικιωμένων

εξασκώ

εξασφαλίζω

εξασφάλιση

εξάτμιση

εξαφάνιση

εξαφανισθέντες

εξέγερση

εξέδρα

εξειδίκευση

εξειδίκευση της παραγωγής

εξειδίκευση των συναλλαγών

εξέλεγξη λογαριασμών

εξέλιξη

εξερεύνηση

εξετάσεις

εξέταση

εξεταστική επιτροπή

εξεταστικός -ή -ό

εξετελειώνω

εξευρωπαϊσμός

εξήγηση

εξήγησις

εξηγώ

εξής

έξι

εξιδανικεύω

εξίσου

εξίσωση

εξιχνίαση

έξοδα εισαγωγής σε νοσοκομείο

έξοδα φαρμακευτικής περίθαλψης

έξοδο

έξοδος

εξοικείωση

εξοικονόμηση

εξοικονόμηση ενεργείας

εξολοθρεύω

εξομάλυνση της αγοράς

εξόν

εξοντώνω

εξόντωση

εξοπλισμοί

εξοπλισμός αυτοκινήτου

εξοπλισμός γεώτρησης

εξοπλισμός πληροφορικής

εξοπλισμός υπό πίεση

εξόριστη κυβέρνηση

εξορυκτική βιομηχανία

εξορυκτική επιχείρηση

εξόρυξη

εξοστρακισμός

εξουσία

εξουσία διορισμού

εξουσία εκτέλεσης

εξουσία εκτίμησης

εξουσία ελέγχου

εξουσία λήψεως αποφάσεων

εξουσία πρωτοβουλίας

εξουσιοδότηση

εξόφληση

έξτρα

εξτρεμισμός

εξτρεμιστής

εξτρεμιστικό κόμμα

εξυγίανση

εξυμνώ

εξυπηρέτηση

εξυπηρετητής δικτύου

εξυπηρετικός -ή -ό

εξυπηρετώ

έξυπνα

έξυπνος

έξυπνος -η -ο

έξω

εξωεδαφική αρμοδιότητα

εξωκοινοβουλευτικό κόμμα

έξωση

εξωτερικά σύνορα της ΕΕ

εξωτερική αγορά

εξωτερική βοήθεια

εξωτερική πολιτική

εξωτερικό εμπόριο

εξωτερικό χρέος

εξώφυλλο

εορτασμός επετείου

εορταστικός -ή -ό

εορτή

επάγγελμα

επαγγελματίας

επαγγελματικά προσόντα

επαγγελματική αναπροσαρμογή

επαγγελματική δεοντολογία

επαγγελματική εκπαίδευση

επαγγελματική ένταξη

επαγγελματική εξέλιξη

επαγγελματική επανειδίκευση

επαγγελματική επανένταξη

επαγγελματική θνησιμότητα

επαγγελματική κατάρτιση

επαγγελματική κατάσταση

επαγγελματική κινητικότητα

επαγγελματική μαθητεία

επαγγελματική μετακίνηση

επαγγελματική μετανάστευση

επαγγελματική νόσος

επαγγελματική πείρα

επαγγελματική σταδιοδρομία

επαγγελματικό απόρρητο

επαγγελματικοί κλάδοι του τομέα της επικοινωνίας

επαγγελματικοί κλάδοι του τομέα της πληροφορικής

επαγγελματικός αθλητισμός

επαγγελματικός βίος

επαγγελματικός κλάδος της πληροφόρησης

επαγγελματικός κλάδος του τομέα της υγείας

επαγγελματικός προσανατολισμός

επαγγελματικός στρατός

επαγγελματικός σύλλογος

επαγγελματικός σύνδεσμος

επαγγελματισμός

επαινώ

επαιτεία

επανάγωγο

επαναλαμβάνω

επαναληπτική ψηφοφορία

επαναληπτικός -ή -ό

επανάληψη

επαναπατρισμός κεφαλαίων

επανάσταση

επαναστατική κυβέρνηση

επανασυσταθείσα οικογένεια

επαναφορά των δασμών

επανεισαγωγή

επανεξαγωγή

επανεξοπλισμός

επανεπεξεργασία καυσίμου

επάνω

επάρκεια

έπαρση

επαρχία

επαρχία Αινώ

επαρχία Αμβέρσας

επαρχία Ανατολικής Φλάνδρας

επαρχία Βαλλωνικής Βραβάνδης

επαρχία Δυτικής Φλάνδρας

επαρχία Λιέγης

επαρχία Ναμύρ

επαρχία Φλαμανδικής Βραβάνδης

επαρχιακός -ή -ό

επαφή

επαφήνω

επαφίεμαι

επέδραμα

επείγουσα βοήθεια

επείγουσα ιατρική

επείγων -ουσα -ον

επειδή

επεισόδιο

έπειτα

επέκταση

επέμβαση

επέμβαση στα εσωτερικά μιας χώρας

επένδυση

επένδυση σε περιφερειακό επίπεδο

επένδυση στο εξωτερικό

επένδυση της ΕΕ

επενδυτικές πιστώσεις

επενδυτική πολιτική

επενδυτικό κόστος

επενδυτικό σχέδιο

επενδύω

επεξεργασία δεδομένων

επεξεργασία κειμένων

επεξεργασία πληροφοριών

επεξεργασία του νερού

επεξεργαστής

επερώτηση

επέτειος

επετηρίδα

επηρεάζω

επί

επί μέρους βιομηχανικοί κλάδοι

επί πληρωμή υπηρεσία

επιβαλλόμενη τιμή

επιβάλλω

επιβάρυνση

επιβαρυντική περίσταση

επιβάτης

επιβεβαίωση

επιβιβάζω

επιβίβαση

επιβιώνω

επιβίωση

επίβλεψη του περιβάλλοντος

επιβολή

επίγειες μεταφορές

επίδειξη

επιδεξιότητα

επιδημία

επιδημιολογία

επίδομα

επίδομα λόγω θανάτου

επίδομα μέριμνας

επίδομα μητρότητας

επίδομα σπουδών

επίδοση

επιδότηση εξαγωγών

επιδότηση επιτοκίου

επίδραση

επίθεση

επιθετικός

επιθετικότητα

επίθετο

επιθεώρηση εργασίας

επιθυμία

επικαιρότητα

επικαρπία

επικείμενος -η -ο

επίκεντρο

επικεφαλής γεωργικής εκμετάλλευσης

επικίνδυνα απόβλητα

επικίνδυνη ουσία

επίκληση

επικοινωνιακά τέλη

επικουρική σύνταξη

επικουρικό επίδομα

Επικουρικό όργανο του ΟΗΕ

επικράτεια

επιλέγω

επιλεκτική διάδοση πληροφοριών

επιλεκτική διανομή

επιλέξιμη περιφέρεια

επιλογή

επιλογή μαθητών

επίλυση

επιμέλεια

επιμελής -ής -ές

επιμελητήριο

επιμελούμαι

επιμένω

επιμένων

επιμερισμός θέσης εργασίας

επιμονή

επίμορτη αγροληψία

επιμόρφωση

επίπεδο

επίπεδο εκπαίδευσης

επιπλέον

έπιπλο

επίπτωση στο περιβάλλον

επιρροή

επισημαίνω

επισήμανση

επίσημες στατιστικές

επίσημη αγορά

επίσημη γλώσσα

επίσημη επίσκεψη

Επίσημη Εφημερίδα

Επίσημη Εφημερίδα των ΕΕ

Επίσημη σφραγίδα

επίσημο έγγραφο

επίσης

επισιτιστικές ανάγκες

επισιτιστική ανεξαρτησία

επισιτιστική βοήθεια

επισιτιστική πολιτική

επισιτιστικοί πόροι

επισκεπάζω

επισκεπτήριο

επισκέπτης

επισκέπτομαι

επισκευάζω

επισκευαστικός -ή -ό

επισκευή

επίσκεψη

επίσκεψις

επισκόπηση

επίσκοπος

επιστέγασμα

επιστήμη

επιστήμη της συμπεριφοράς

επιστήμη του διαστήματος

επιστήμη των πληροφοριών

επιστήμονα

επιστήμονας

επιστήμονες

επιστημονικές ανταλλαγές

επιστημονική ανακάλυψη

επιστημονική βιβλιοθήκη

επιστημονική εκλαΐκευση

επιστημονική επιτροπή (ΕE)

επιστημονική έρευνα

επιστημονική πραγματογνωμοσύνη

επιστημονική πρόοδος

επιστημονική συνεργασία

επιστημονική συσκευή

επιστημονικός

επιστημονικός Τύπος

επιστημονικός υπολογισμός

επιστήμων

επιστολή

επιστρέφω

επιστροφή

επιστροφή ενισχύσεων

επιστροφή κατά την εισαγωγή

επιστροφή κατά την εξαγωγή

επιστροφή στην παραγωγή

επιστροφή τελωνειακών δασμών

επιστροφή φόρων

επίστρωση δαπέδου

επίστρωση μετάλλων

επισυνάπτω

επιταγή

επίταξη των εργαζομένων

επιτάχυνση

επιτελείο

επιτέλους

επίτευγμα

επίτευξη

επιτήρηση των φαρμάκων

επιτίμηση

επιτιμητικός -ή -ό

επιτιμίζω

επιτίμιο

επιτίμιον

επίτιμος -η -ο

επιτιμώ

επιτόκιο

επιτραπέζιος οίνος

επιτρεπόμενα αλιεύματα

επιτρέπω

επιτροπεία

επίτροπη

επιτροπή (ΕΕ)

επιτροπή ad hoc

Επιτροπή Αναπτυξιακής Βοήθειας

επιτροπή απασχόλησης

επιτροπή δικαιωμάτων του ανθρώπου

επιτροπή επιστημονικής και τεχνικής έρευνας

Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας

επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

επιτροπή του ΟΗΕ

επιτροπή του Συμβουλίου της ΕΕ

επιτροπολογία

επιτυχία

επιφάνεια εκμετάλλευσης

επιφανειακά ύδατα

επιφύλαξη

επιφυλάσσω

επιχείρημα

επιχειρηματίας

επιχειρηματική στρατηγική

επιχειρηματικό πνεύμα

επιχειρηματικός -ή -ό

επιχειρηματικός τουρισμός

επιχειρηματολογία

επιχειρηματολογώ

επιχείρηση

επιχείρηση ακινήτων

επιχείρηση ένταξης στην αγορά εργασίας

επιχείρηση κοινού συμφέροντος

επιχείρηση μεταφορών

επιχείρηση μίσθωσης

επιχείρηση μίσθωσης εργατικού δυναμικού

επιχείρηση παροχής υπηρεσιών

επιχείρηση παροχής χρηματοοικονομικών συμβουλών

επιχείρηση Τύπου

επιχειρησιακή δαπάνη

επιχειρησιακή δαπάνη (ΕE)

επιχειρησιακό πρόγραμμα

επιχειρησιακός προϋπολογισμός ΕΚΑΧ

επιχειρίζομαι

επιχορήγηση

επιχρωμίωση

επόμενος -η -ο

επομένως

εποπτεία

εποπτεία εισαγωγών

εποπτεία της αγοράς

εποπτεία των τροφίμων

εποχή

εποχιακή εργασία

εποχική ανεργία

εποχική μετανάστευση

εποχικός εργαζόμενος

επτά

επώνυμο

επώνυμος -η -ο

εραστής

έργα αστικής υποδομής

έργα οδοποιίας

έργα πολιτικού μηχανικού

εργαζόμενος με ειδικές ανάγκες

εργαζόμενος με πολλαπλές δεξιότητες

εργαλεία οικιακής χρήσης

εργαλείο

εργαλειοθήκη

εργαλειομηχανή

εργαλείον

εργασία

εργασία ανηλίκων

εργασία εν σειρά

εργασία εξ αποστάσεως

εργασία κατ' οίκον

εργασία κατά βάρδιες

εργασία μερικής απασχόλησης

εργασία πλήρους απασχόλησης

εργασία σε οθόνη

εργασία την Κυριακή

εργασία του κρατουμένου

εργασία των γυναικών

εργασία των νέων

εργασιακές σχέσεις

εργασιακή σύγκρουση

εργασιακό περιβάλλον

εργαστήριο

εργαστήριον

εργάτες-μέτοχοι της επιχείρησης

εργάτης

εργατικές κατοικίες

Εργατική Διεθνής

εργατική τάξη

εργατικό ατύχημα

εργατικό δίκαιο

εργατικό δυναμικό

εργατικό κίνημα

εργατικό κόμμα

εργατικός κώδικας

εργατολόγος

εργατοπατέρας

εργατοτεχνικός -ή -ό

εργατοτεχνίτης

έργο

έργο κοινού ενδιαφέροντος

έργο τέχνης

εργο-

εργογραφία

εργοδηγός

εργοδότης

εργοδοτική συνομοσπονδία

εργολαβία οικοδομών

έργον

εργονομία

εργονομικός -ή -ό

εργοστάσιο

εργοστάσιο «με το κλειδί στο χέρι»

εργοτάξιο

ερεθισμός

ερείκινον

έρευνα

έρευνα αγοράς

έρευνα για στρατιωτικούς σκοπούς

έρευνα για το περιβάλλον

έρευνα και ανάπτυξη

έρευνα κατανάλωσης

έρευνα πεδίου

έρευνα πετρελαίων

έρευνα στην επιχείρηση

ερευνητική μέθοδος

ερευνητικό προσωπικό

ερευνητικό σχέδιο

ερευνώ

ερημία

έρημος

ερθομός

έρμα

ερμαφροδιτισμός

ερμαφρόδιτος -η -ο

ερμηνεία

ερμηνεία του δικαίου

Ερμής

ερπετό

ερυθρά

Ερυθρά Θάλασσα

Ερυθραία

ερυθρός οίνος

Ερυθρός Σταυρός

ερυθρωπός οίνος

έρχομαι

ερχομός

έρως

ερωταγάπη

έρωτας

ερώτημα

ερωτηματικό

ερώτηση

ερωτιάρης

ερωτιάρης -α -ικο

ερωτικά

ερωτισμός

Εσθονία

εσμός

έσοδα

έσοδα από εξαγωγές

εσπεριδοειδές

ΕΣΣΔ

Έσση

έσσω

έσσωπος

εστί

εστία

εστίαση

εστιάτορας

εστιατόριο

εστιμιάζω

Εστρεμαδούρα

έστω

εσύ

εσω-

έσωθεν

εσωκαίομαι

εσώκαστρον

εσωτερικά σύνορα της ΕΕ

εσωτερικά ύδατα

εσωτερικές μεταφορές

εσωτερική αγορά

εσωτερική μετανάστευση

εσωτερική πολιτική

εσωτερική υδάτινη οδός

εσωτερικό δίκαιο των θρησκειών

εσωτερικό εμπόριο

εσωτερικός -ή -ό

εσωτερικός κανονισμός

ετά

ΕΤΑΑ

εταιρεία

εταιρεία αστικού δικαίου

εταιρεία επενδύσεων

εταιρεία μεικτής οικονομίας

εταιρεία περιορισμένης ευθύνης

εταιρική διακυβέρνηση

εταιρική επωνυμία

εταιρική συμμετοχή

εταιρικό δίκαιο

εταιρικό κεφάλαιο

εταιρικός

εταίρος

ετεροδικία

ετερόρρυθμη εταιρεία

ετησίως

ετικέτα

έτοιμα

ετοιμασία

έτοιμος

έτος

έτσι

ετυμολογία

ευαγγέλιο

ευαισθησία

ευαίσθητη ζώνη

ευαίσθητο προϊόν

ευαισθητοποίηση του κοινού

ευάρεστος

ευαρεστούμαι

ευάριθμος -η -ο

ευγένεια

ευγενές αέριο

ευγενή μέταλλα

ευγενής

ευγενικά

ευγενικός

ευγενικός -ή -ιά -ό

ευγονική

ευδαιμονία

ευδαιμονισμός

ευελιξία της εργασίας

ευεξία

ευεργέτημα πενίας

ευθανασία

ευθεία

ευθύνη

ευθύνη για περιβαλλοντικές ζημίες

ευθύνη κράτους μέλους

ευθύνη του παραγωγού

ευθύνη των γονέων

ευθύνη υπουργών

ευκαιρία

ευκαιριακή εργασία

ευκαιριακός -ή -ό

ευκαριστ‑

ευκαταφρόνητος -η -ο

εύκολα

ευκολία

εύκρατη ζώνη

εύκρατο δάσος

ευκτική

ευλάβεια

ευνοούμενος -η -ο

εύπεπτος -η -ο

ευπρόσδεκτος

εύρεση

εύρεσις

ευρετηρίαση τεκμηρίων

ευρετήριο

εύρετρα

εύρος

ευρώ

ευρω-

ευρωαραβική συνεργασία

ευρωδολάριο

ευρωεκλογές

ευρωκοινοβούλιο

ευρωκομμουνισμός

ευρωνόμισμα

ευρωομάδα (NATO)

ευρωομάδα (ζώνη ευρώ)

ευρωπαϊκά σύμβολα

Ευρωπαϊκά Σχολεία

ευρωπαϊκές εκλογές

Ευρωπαϊκές Κοινότητες

ευρωπαϊκή άδεια οδήγησης

ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική

Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων

ευρωπαϊκή ασφάλεια

ευρωπαϊκή γλώσσα

ευρωπαϊκή δασική πολιτική

Ευρωπαϊκή Δεξιά

ευρωπαϊκή διάσκεψη

Ευρωπαϊκή Διάσκεψη Πολιτικής Αεροπορίας

Ευρωπαϊκή Διάσκεψη Υπουργών Μεταφορών

Ευρωπαϊκή Ένωση

ευρωπαϊκή ένωση (σωματείο)

Ευρωπαϊκή Ένωση Εσωτερικής Ναυσιπλοΐας

ευρωπαϊκή ένωση πληρωμών

ευρωπαϊκή ένωση ραδιοφωνίας

Ευρωπαϊκή Ένωση Συνεργασίας

Ευρωπαϊκή Ένωση των Εθνικών Κέντρων Παραγωγικότητας

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

ευρωπαϊκή επιτροπή επιχείρησης

ευρωπαϊκή επιτροπή τυποποίησης

Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Περιφερειών

ευρωπαϊκή επιχείρηση

ευρωπαϊκή εταιρεία

ευρωπαϊκή ιθαγένεια

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

ευρωπαϊκή κοινή επιχείρηση

Ευρωπαϊκή Κοινότητα

ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική

Ευρωπαϊκή Νομισματική Συμφωνία

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

ευρωπαϊκή ολοκλήρωση

ευρωπαϊκή περιφέρεια

ευρωπαϊκή πολιτική ένωση

ευρωπαϊκή πολιτική εξοπλισμών

ευρωπαϊκή πολιτική συνεργασία

ευρωπαϊκή πολιτιστική εκδήλωση

ευρωπαϊκή πολτική γειτονίας

ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση

ευρωπαϊκή σύμβαση

Ευρωπαϊκή Σύμβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων

ευρωπαϊκή συμφωνία σύνδεσης

ευρωπαϊκή συνεργασία

Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων

Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία ∆ημοσίων Επιχειρήσεων

ευρωπαϊκή ταυτότητα

ευρωπαϊκή τηλεόραση

Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων

Ευρωπαϊκή Υπηρεσία για την Ανασυγκρότηση

Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ελέγχου της Αλιείας

Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης

Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης

Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο

ευρωπαϊκή φορολογική συνεργασία

ευρωπαϊκή χρηματαγορά

ευρωπαϊκό γεωργικό πρότυπο

Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας

ευρωπαϊκό διαβατήριο

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας

ευρωπαϊκό εκλογικό σύστημα

Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο

ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης

Ευρωπαϊκό ιδιωτικό δίκαιο

ευρωπαϊκό ίδρυμα

Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Δημόσιας Διοίκησης

Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης

Ευρωπαϊκο Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων

Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Δασών

Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Καινοτομίας και Τεχνολογίας

Ευρωπαϊκό Κέντρο Κοινοβουλευτικής Έρευνας και Τεκμηρίωσης

Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας

Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου των Νόσων

ευρωπαϊκό κίνημα

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο

ευρωπαϊκό κόμμα

Ευρωπαϊκό Λογιστικό Σύστημα

ευρωπαϊκό μέσο γειτονίας και εταιρικής σχέσης

ευρωπαϊκό νομικό καθεστώς

ευρωπαϊκό νόμισμα

Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα

Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα

Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο

ευρωπαϊκό ομολογιακό δάνειο

ευρωπαϊκό όραμα

Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο

ευρωπαϊκό πρότυπο

ευρωπαϊκό στρατιωτικό σώμα

Ευρωπαϊκό Συμβούλιο

Ευρωπαϊκό Συνδικαλιστικό Ινστιτούτο

ευρωπαϊκό σύνταγμα

Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών

Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας

Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων

Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας

Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης

Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση

ευρωπαϊκοί πύραυλοι

ευρωπαϊκός -ή -ό

ευρωπαϊκός βιομηχανικός χώρος

ευρωπαϊκός δικαστικός χώρος

ευρωπαϊκός κοινωνικός προϋπολογισμός

ευρωπαϊκός κοινωνικός χάρτης

ευρωπαϊκός κοινωνικός χώρος

Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος

ευρωπαϊκός όμιλος οικονομικού σκοπού

ευρωπαϊκός οπτικοακουστικός χώρος

ευρωπαϊκός οργανισμός

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Τυποποίησης

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων

Ευρωπαϊκός Συνασπισμός Ατομικής Ενέργειας

Ευρωπαϊκός Σύνδεσμος Οικονομικής Συνεργασίας

ευρωπαϊκός συνεταιρισμός

ευρωπαϊκός Χάρτης

Ευρωπαϊκός Χάρτης Ενέργειας

Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής

Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων

Ευρώπη

Ευρώπη των πολιτών

ευρωπίστωση

Ευρωπόλ

ευρωσκεπτικισμός

ευτροφισμός

ευτυχής

ευτυχία

ευτυχώς

εύφλεκτο προϊόν

ευφρόσυνος

ευφυές σύστημα μεταφορών

ευφυής

ευφυολογώ

ευχαιρία

εύχαρις -ις -ι

ευχαριστ-

ευχαριστημένα

ευχαριστήριος

ευχαριστήριος -α -ο

ευχαρίστηση

ευχαριστία

ευχαριστιακός -ή -ό

ευχάριστος

ευχάριστος -η -ο

ευχαριστώ

ευχαριστώ·

ευχαρίστως

ευχή

εύχομαι

εύψυχα

εφάπαξ

εφαρμογή

εφαρμογή της ηλιακής ενέργειας

εφαρμογή της πληροφορικής

εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ

εφαρμογή του νόμου

εφαρμοσμένες επιστήμες

εφαρμοσμένη έρευνα

εφαρμοσμένη πληροφορική

εφεδρείες

εφεύρεση

εφημερίδα

εφιαλτικός -ή -ό

εφοδιασμός

εφορία

εφόσον

εφτά

εφτακόσιοι -ες -α

εφτάρα

έχει

εχεμύθεια

εχθές

εχθρός

εχινόδερμο

έχτρα

έχω

έχων -ουσα -ον

έως

Εωσφόρος

Ζάμπια

ζάντα

ζάρα

ζάχαρη

ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο

ζάχαρη από τεύτλα

ζαχαριέρα

ζαχαροκάλαμο

ζαχαροπλαστικό προϊόν

ζαχαρότευτλο

ζελατίνη

ζέστα

ζέστη

ζευγάρι

ζεύξη της Μάγχης

Ζηλανδία

ζηλιάρικος -η -ο

ζηλωτισμός

ζημιά

ζημιάρης -α -ικο

ζήτα

ζητάς

ζήτημα

ζήτημα της Πλαιστίνης

ζήτημα της Τσετσενίας

Ζήτημα της Υπεριορδανίας

ζήτημα του Kaliningrad

ζήτημα του Θιβέτ

ζήτημα του Κασμίρ

ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου

ζήτημα του Κουρδιστάν

ζήτηση

ζήτηση ενέργειας

ζήτηση εργασίας

ζήτησις

ζητούμενο

ζήτω

ζητωκραυγή

ζιζανιοκτόνο

Ζιμπάμπουε

ζουζούνα

ζουμί

ζυγός

ζυθοποιία

ζύθος

ζυμαρικά

ζυμαρικό

ζύμη

ζωγραφική

ζωγράφος

ζώδιο

ζωή

ζωή και δραστηριότητες συλλόγων και μαζικών φορέων

ζωή της επιχείρησης

ζωική αναπαραγωγή

ζωική ασθένεια

ζωική λιπαρή ουσία

ζωική μονάδα

ζωική παραγωγή

ζωική πρωτεΐνη

ζωική ταξινομία

ζωικό κεφάλαιο

ζωικό λάδι

ζωικό προϊόν

ζωικοί πόροι

ζωνάρι

ζώνη

ζώνη αλιείας

ζώνη αλιευμάτων

ζώνη ειρήνης

ζώνη ελευθέρων συναλλαγών

ζώνη ευρώ

ζώνη συχνοτήτων

ζώντα ζώα

ζώντα πουλερικά

ζωντανή γλώσσα

ζωντανό φυτό

ζωντοχήρος

ζώο

ζώο αγροκτήματος

ζώο αναπαραγωγής

ζώο γαλακτοπαραγωγής

ζώο για σφαγή

ζωογόνος -α -ος -ο

ζωοδότης

ζωολογία

ζωολογικός -ή -ό

ζωολογικός κήπος

ζωολόγος

ζωονόσος

ζωοτεχνία

ζωοτροφές

ζωοτροφή

ζωοτροφία

ηγεσία

ηγέτης

ηγουμενείο

ήδη

ηδύποτο

ηθική

ηθική δεοντολογία

ηθική της οικονομικής ζωής

ηθική της πολιτικής ζωής

ηθικό

ηθοποιός

ήθος

ηλεκτρικές διεργασίες

ηλεκτρική ενέργεια

ηλεκτρική μηχανή

ηλεκτρικό καλώδιο

ηλεκτρικός συσσωρευτής

ηλεκτροκίνητο όχημα

ηλεκτρολογικό υλικό

ηλεκτρομαγνητική όχληση

ηλεκτρομαγνητικό υλικό

ηλεκτρομεταλλουργία

ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία

ηλεκτρονική

ηλεκτρονική βιβλιοθήκη

ηλεκτρονική διαχείριση δεδομένων

ηλεκτρονική διοίκηση

ηλεκτρονική έκδοση

ηλεκτρονική συσκευή

ηλεκτρονική τραπεζική συναλλαγή

ηλεκτρονική υπογραφή

ηλεκτρονικό έγγραφο

ηλεκτρονικό εμπόριο

ηλεκτρονικό εξάρτημα

ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

ηλεκτρονικό χρήμα

ηλεκτρονικός εξοπλισμός

ηλεκτρονικός υπολογιστής

ηλεκτροπαραγωγή

ηλεκτροτεχνία

ηλεκτροτεχνικά απόβλητα

ηλεκτροφωτισμός

ηλεκτροχημεία

ηλιακή αρχιτεκτονική

ηλιακή ενέργεια

ηλιακός

ηλιακός συλλέκτης

ηλίανθος

ηλιέλαιο

ηλικία

ηλικιωμένος

ηλικιωμένος -η -ο

ηλικιωμένος εργαζόμενος

ηλιοθεραπεία

ήλιος

ήμερα

ημερήσια διάταξη

ημερολόγιο

ημερομηνία

ημιειδικευμένος εργάτης

ημιελαφρά βιομηχανία

ημικατεργασμένο προϊόν

ημιμαζικά μεταφορικά μέσα

ημιμέταλλα

ημίσκληρο τυρί

ημιυπόγειος -α -ο

Ηνωμένες Πολιτείες

Ηνωμένες Πολιτείες της Μικρονησίας

Ηνωμένο Βασίλειο

ηνωμένος -η -ο

ήπειρος

ήπια ιατρική

ήπιες μορφές ενέργειας

ήπιες μορφές τεχνολογίας

ηρεμία

ηρεμιστικό

ήρωας

ησκιό

ήσυχα

ησυχαστήριο

ησυχαστής

ησυχία

ήσυχος

ήσυχος -η -ο

ήττα

ηφαιστειολογία

ηχείο

ηχητική στάθμη

ηχομόνωση

ηχορύπανση

ήχος

θα

θάλασσα

θαλασσαετός

θαλασσασφάλεια

θαλάσσια ακτοπλοΐα

θαλάσσια αλιεία

θαλάσσια ασφάλεια

θαλάσσια δικαιοδοσία

θαλάσσια διώρυγα

θαλάσσια είδη

θαλάσσια επιτήρηση

θαλάσσια μεταφορά

θαλάσσια ναυσιπλοΐα

θαλάσσιες εκτάσεις

θαλασσινά

θαλάσσιο θηλαστικό

θαλάσσιο οικοσύστημα

θαλάσσιο περιβάλλον

θαλάσσιο ψάρι

θαλάσσιοι πόροι

θαλάσσιος βυθός

θανατική ποινή

θάνατος

θανατώ

θάρρος

θαύμα

θαυμάζω

θαυμάσιος

θέαμα

θέαμα με ζώα

θέατρο

θέατρον

θεία

θειάφη

θειάφι

θείο

θείον

θείωση

θέληση

θέλησις

θελόποιμα

θελός

θέλω

θέμα

θεματικός

θεματογραφία

θεματολογία

θεματολόγιο

θεματοφύλακας

θεμέλιο

θεμελιώδεις ανάγκες

θεμιτό εμπόριο

θεοδώρητος

θεολογία

Θεός

θεοσέβεια

θεοσεβής -ής -ές

θεοσκόταδο

θεοσκότωτος

θεοσοφία

θεόσοφος

θεόσταλτος -η -ο

θεούσα

Θέουτα

Θέουτα και Μελίλλια

θεραπεία

θεραπευτήριο

θεραπευτής

θεραπευτική

θεραπευτική άμβλωση

θεραπεύω

θερινή ώρα

θέρμανση

θέρμες

θέρμη

θερμίδα

θερμική ενέργεια

θερμική ρύπανση

θερμικός -ή -ό

θερμικός εξοπλισμός

θερμοδυναμική

θερμοκρασία

θερμομόνωση

θερμότητα

θέση

θέση της γυναίκας

θεσμικά θέματα

θεσμική αρμοδιότητα (ΕE)

θεσμική δομή

θεσμική ισορροπία (EΕ)

θεσμική μεταρρύθμιση

θεσμική συμφωνία

θεσμικό κοινοτικό όργανο

θεσμικό όργανο της Ένωσης

θεσμικός οργανισμός ΕΚ

θεσμός

θέσπιση νόμου

Θεσσαλία

θεσσαλικός -ή -ό

θεώρηση

θεωρία

θεωρώ

θήκη

θηλάζουσα αγελάδα

θηλασμός

θήρα

θηράματα

θησαυρός

θητεία

θητεία γυναικών

θλίψη

θνησιμότητα

θολερός -ή -ό

θόλος

θολός -ή -ό

θορυβημένος

θόρυβος

Θουριγγία

θράσος

θρεπτικός

θρεπτικός -ή -ό

θρέψη

θρησκεία

θρησκευτική αίρεση

θρησκευτική ομάδα

θρησκευτικό ίδρυμα

θρησκευτικό κράτος

θρησκευτικός πόλεμος

θρησκευτικός τουρισμός

θρίλερ

θρύλος

θυγατρική εταιρεία

θύλακας

θύμα

θύμα άμαχου πληθυσμού

θύμα πολέμου

θυμάμαι

θυμάρι

θυμίζω

θυμούμαι

θυμωμένος -η -ο

θυμώνω

θύρα

θυσία

θυσιαστήριο

θωράκιο

Ιάβα

Ιαμαϊκή

Ιανουάριος

Ιαπωνία

ίαση

ιάσιμος -η -ο

ίασπις

ίασπος

ιατρείο

ιατρικά στοιχεία

ιατρικές επιστήμες

ιατρικές εφαρμογές της πληροφορικής

ιατρική

ιατρική διάγνωση

ιατρική ειδικότητα

ιατρική εκπαίδευση

ιατρική εξέταση

ιατρική έρευνα

ιατρική πραγματογνωμοσύνη

ιατρική της εργασίας

ιατρικό δίκαιο

ιατρικό κέντρο

ιατρικό σφάλμα

ιατρικός εξοπλισμός

ιατροδικαστική

ιατρός

ιατροφαρμακευτική περίθαλψη

ίγναμο

ιδανικό

ιδανικότητα

ιδέα

ιδεολογία

ίδια

ιδιαίτερος -η -ο

ιδιαιτερότητα

ιδιο-

ίδιοι πόροι

ιδιοκαλλιέργεια

ιδιοκατανάλωση

ιδιοκτησία

ιδιοκτήτης

ίδιον

ίδιος

ίδιος -α -ο

ίδιος ιδία ίδιο

ιδιοσυγκρασία

ιδιοσυχνότητα

ιδιότητα

ιδιότητα μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ιδιότυπο πιστωτικό ίδρυμα

ιδίως

ιδιωτικά δάση

ιδιωτική ασφάλιση

ιδιωτική βοήθεια

ιδιωτική εκπαίδευση

ιδιωτική επένδυση

ιδιωτική επιχείρηση

ιδιωτική τράπεζα

ιδιωτικό Ecu

ιδιωτικό απόθεμα

ιδιωτικό διεθνές δίκαιο

ιδιωτικό δίκαιο

ιδιωτικό μέσο μαζικής επικοινωνίας

ιδιωτικοί ιατροί

ιδιωτικοποίηση

ιδιωτικός

ίδρυμα

ιδρυματοποίηση

ίδρυση

ίδρυση κόμματος

ιεραρχική υποβάθμιση εργαζομένου

ιερό

ιερό βιβλίο

ιερο-

ιερογλυφικός -ή -ό

ιεροδιακονία

ιεροκήρυκας

ιερός

ιερός -ή -ό

ιεροσυλία

ιερόσυλος -η -ο

ιεροτελεστία

ιεροτελετή

ιερότητα

ιζηματολογία

ιθαγένεια

ιθαγένεια νομικών προσώπων

ικανοποίηση

ικανοποίηση από την εργασία

ικανός

ικανός -ή -ό

ικανότητα

ικανότητα δικαίου

ικανότητα προς σύναψη συμβάσεως

ικανότητα φόρτωσης

Ίκαρος

Ιλ-ντε-Φράνς

ιλαρά

ιλαρός

ιλαρός -ή -ό

ιλαρότητα

ιλύς καθαρισμού λυμάτων

ιμάντας

ιμπεριαλισμός

Ινδία

Ινδικός Ωκεανός

Ινδονησία

ινδονησιακός -ή -ό

ινδουισμός

ινδουιστής

ινδουιστικό δίκαιο

ίνες ξύλου

ίνες υάλου

ινκόγνιτο

Ινστιτούτα έρευνας και εκπαίδευσης (Ηνωμένα Έθνη)

Ινστιτούτο Εκπαιδεύσεως και Ερευνών του ΟΗΕ

Ινστιτούτο Ερευνών των Ηνωμένων Εθνών για την Κοινωνική Ανάπτυξη

Ινστιτούτο Λατινοαμερικανικής Ολοκλήρωσης

Ινστιτούτο Μελετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα ασφάλειας

Ινστιτούτο των Ηνωμένων Εθνών για την Έρευνα περί του Αφοπλισμού

ίντερνετ

ιντερπόλ

Ιόνιο Πέλαγος

ιοντίζουσα ακτινοβολία

Ιορδανία

ιορδανικός -ή -ό

ιός υπολογιστών

ιουδαϊσμός

ιούτα

ιππασία

ιππίδες

ιππικός

ιππικός -ή -ό

ιππο-

ιπποδρομία

ιπποδύναμη

ίππος

ιππότης

ιπποτικός -ή -ό

Ιράκ

ιρακινός -ή -ό

Ιράν

ιρανικός -ή -ό

Ιριάν Τζάγια

Ιρλανδία

Ιρλανδική Θάλασσα

ίσασις

ίση μεταχείριση

Ισημερινή Γουινέα

ισημερινή ζώνη

ισημερινός

ισθμός

ίσια

ίσκιος

ίσκιωμα

ισλαμικό δίκαιο

ισλαμικό κράτος

ισλαμισμός

Ισλανδία

ισογλυκόζη

ισοζύγιο αδήλων

ισοζύγιο εφοδιασμού

ισοζύγιο πληρωμών

ισολογισμός

ισομερής επιτροπή (ΕΕ)

ισομερής επιτροπή ΑΚΕ-ΕE

ισομερής συνέλευση ΑΚΕ-ΕE

ισοπαλία

ισοπεδώνω

ισορροπία

ίσος

ίσος -η -ο

ισοσκελής -ής -ές

ισοσκέλιση του προϋπολογισμού

ισοσταθμίζω

ισότητα

ισότητα αποδοχών

ισότητα έναντι του νόμου

ισότητα των φύλων

ισοτιμία

ισοτιμία αγοραστικής δύναμης

ισοτιμία τίτλων σπουδών

ισούμαι

Ισπανία

Ισραήλ

ισραηλινός -ή -ό

Ισραηλίτης

ισραηλιτικός

ισραηλιτικός -ή -ό

ιστολογία

ιστορία

ιστορία της Ευρώπης

ιστορία του δικαίου

ιστορική γεωγραφία

ιστορική προσωπικότητα

ιστορικό

ιστορικός

ιστορικός -ή -ό

ιστορικός χώρος

ιστορικότητα

ιστότοπος

ισχυρά

ισχυρός

ισχυρός -ή -ό

ισχύς

ίσως

Ιταλία

ιχθυέλαιο

ιχθυοτροφία

ιχνηλασία

ιχνηλασιμότητα

ιχνηλάτης

Ιωαννίτης

ιώδιο

ιωδιούχος -ος -α -ο

κάβα

καβάδιν

καβαδούρα

καβάκι

καβάλα

καβαλαρέα

καβαλάρης

καβαλαρία

κάδμιο

Καζαχστάν

καζίνο

καθαρές τεχνολογίες

καθαριότητα

καθαρισμός

καθαριστήριο

καθαρο-

καθαρόαιμος -η -ο

καθαρός

καθαρότητα

κάθαρση

κάθε

κάθειρξη

καθεστώς

καθεστώς γεωκτησίας

καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης

καθεστώς ενισχύσεων

καθεστώς τελωνειακής αναστολής

καθεστώς της Ιερουσαλήμ

καθεστώς της χρηματοδότησης της ΕΕ

καθεστώς του αιρετού άρχοντα

καθεστώς του Βερολίνου

καθεστώς των μελών του Κοινοβουλίου

καθεστώς των φυλακών

κάθετη σύμπραξη

καθηγητής

καθήκον

καθήκοντα του υπαλλήλου

καθήλωση των τιμών

καθημερινότητα

κάθισμα

καθοδήγηση

καθολικά

καθολική ασφαλιστική κάλυψη

καθολική υπηρεσία

καθολική ψηφοφορία

καθολικισμός

καθόλου

κάθομαι

καθορισμός μισθών

καθορισμός ορίων ταχύτητας

καθορισμός των τιμών

καθρέφτης

καθυστέρηση στα μαθήματα

καθυστερώ

καθώς

καθωσπρέπει

και

καίγω

καΐκι

καινοτομία

καινουριο-

καινούριος -α -ο

καίριος

καιρός

καιροσκοπία

καιροσκοπικός -ή -ό

καιροσκοπισμός

καιροσκόπος

καιροσκοπώ

καΐσι

καίσιο

κακάο

κακή διατροφή

κακό

κακοκαιρία

κακοποίηση

κακός

κακός -ή -ιά -ό

κακοσμία

κακώς κακού

κάλα

Καλαβρία

καλάθι

καλάθι νομισμάτων

καλαισθησία

καλαίσθητος -η -ο

καλαμιά

κάλαμος

καλαμποκάλευρο

καλαμπόκι

καλαμποκιά

κάλαντα

καλέ

καλειδοσκόπιο

καλέμι

καλές τέχνες

κάλεσμα

καλεσμένος

καλή μεταχείριση των ζώων

καλημέρα

καλημερίζω

καλημέρισμα

καλημερούδια

καληνύχτα

καληνυχτίζω

καληνυχτούδια

καλησπέρα

καλησπερίζω

καλησπερούδια

καληώρα

κάλιο

καλίτσιν

κάλλη

καλλιέργεια

καλλιέργεια για διατροφή

καλλιέργεια θερμοκηπίου

καλλιέργεια κτηνοτροφικών φυτών

καλλιέργεια με σύμβαση

καλλιέργεια οπωροφόρων δένδρων

καλλιέργεια σε αναβαθμίδες

καλλιέργεια σιτηρών

καλλιέργεια τροπικών φυτών

καλλιέργεια υπό κάλυψη

καλλιεργήσιμη γη

καλλιεργητική περίοδος

καλλιεργητική τεχνική

καλλίμαχος

καλλιστεία

καλλιτέχνης

καλλιτεχνικά επαγγέλματα

καλλιτεχνική δημιουργία

καλλιτεχνική εκπαίδευση

καλλιτεχνικός -ή -ό

κάλλος

καλλυντικά προϊόντα

καλλυντικός -ή -ό

καλό

καλο-

καλοκαίρι

καλοκαιριάζει

καλοκαιρινός -ή -ό

καλοπέραση

καλοριφέρ

κάλος

καλός -ή -ό

καλοσυνάτος

καλοσύνη

καλοτάξιδος -η -ο

καλού κακού

καλπασμός

καλπαστικός -ή -ό

κάλπη

καλσόν

καλτσοδέτα

καλύβη

κάλυμμα

καλύτερος -η -ο

κάλυψη

κάλυψη κινδύνου

καλώ

καλωδιακή διανομή

καλώδιο

καλώδιον

καλώς

καμάκι

κάμαρα

καμαρίνι

καμαρώνω

καμένα

κάμερα

Καμερούν

καμηλοπάρδαλη

καμινάδα

κάμινος

καμιόνι

καμπάνα

καμπαναριό

καμπάνια

Καμπανία-Αρδέννες

καμπαρντίνα

καμπίνα

Καμπότζη

καν καν

Καναδάς

κανάκεμα

κανάλι

καναπές

καναρίνι

Κανάριοι Νήσοι

κανείς

κανέλα

κανένας κανείς καμία καμιά κανένα

κανισκίζω

κάνναβις

κανναβούρι

κάννη

κανό

κανόνας απόδοσης

κανόνας διατροφής

κανόνας εμπορίας

κανόνας εργασίας

κανόνας συναλλάγματος-χρυσού

κανόνας χρυσού

κανόνες επενδύσεων

κανόνες του εμπορίου

κανονιά

κανονίζω

κανονικό δίκαιο

κανονισμοί τηλεπικοινωνιών

κανονισμός

κανονισμός (ΕE)

κανονισμός ΕΚ

κανονισμός ΕΚΑΕ

κανονισμός του Κοινοβουλίου

κανονιστικές ρυθμίσεις της γεωργικής παραγωγής

κανονιστική εξουσία

κανονιστική επιτροπή (ΕΕ)

Κανταβρία

καντήλι

καντηλίτσα

κάνω

κάπα

καπάκι

καπακώνω

καπέλο

κάπνισμα

καπνιστής

καπνιστό προϊόν

καπνοβιομηχανία

καπνός

κάποιος

κάποιος -α -ο

καπόκ

κάποτε

κάπου

καπουτσίνο

κάπως

κάρα

καραβάν

καράβι

καραβιά

καραγιαπί

καράγιος

καραμέλα

καρδιά

καρδιαγγειακή πάθηση

καρδιαγγειακός -ή -ό

καρδιακά

καρδιακός

καρδιακώς

καρδιαλγία

καρέ

καρέκλα

καριέρα

καρικατούρα

Καρινθία

καρκινογόνος ουσία

καρκίνος

κάρμα

καρναβάλι

Καρολίνες

καρότσι

καρπο-

καρπός

καρπούζι

καρπουζιά

καρποφορά

καρποφόρο λαχανικό

καρπώ

κάρτα

κάρτα επέκτασης

Καρταγενίτης

καρτακάζα

καρτέλ

καρτούν

καρυδιά

καρύκευμα

καρφί

καρφίτσα

καρφίτσωμα

καρφιτσώνω

κασέρι

κασέτα

κασμάς

Κασπία Θάλασσα

κασσίτερος

Καστίλλη και Λεόνη

Καστίλλη και Μάντσα

κάστρο

κατ' αποκοπή φόρος

κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός

κατ' εξουσιοδότηση οδηγία

κατ' οίκον βοήθεια

κατ' οίκον έρευνα

κατ' οίκον νοσηλεία

κάτα

κατά κεφαλή κατανάλωση

κατα-

καταβαράθρωση

κατάβαση

κατάβασις

καταβολή

καταβολή εγγύησης υποψηφιότητας

καταβύθιση αποβλήτων

καταγγελία συμβάσεως

καταγγελία συμφωνίας

καταγραφή

καταγωγή

καταδίκη

καταδίωξη

κατάθεση

κατάθλιψη

καταιγίδα

κατακάθι

κατακάθισμα

κατάκτηση

καταλαβαίνω

καταλήγω

κατάληξη

κατάληψη

κατάλληλος

κατάλληλος -η -ο

καταλογογράφηση

κατάλογος

κατάλυμα

Καταλωνία

καταμερισμός των φόρων

καταμέτρηση των ψήφων

κατανάλωση

κατανάλωση ενέργειας

κατανάλωση νερού

κατανάλωση τροφίμων

κατανάλωση των νοικοκυριών

καταναλωτής

καταναλωτικά κίνητρα

καταναλωτική δαπάνη

καταναλωτική ζήτηση

καταναλωτική κοινωνία

καταναλωτική πίστη

καταναλωτικό αγαθό

καταναλωτικός συνεταιρισμός

κατανόηση

κατανομή

κατανομή ανά απασχολούμενο άτομο

κατανομή αρμοδιοτήτων

κατανομή κατά ηλικία

κατανομή κατά κεφαλή

κατανομή κατά φύλο

κατανομή της αγοράς

κατανομή της εργασίας

κατανομή της παραγωγής

κατανομή της χρηματοδότησης της ΕΕ

κατανομή του εισοδήματος

κατανομή του πλούτου

κατανομή των εδρών

κατανομή των ενισχύσεων

κατανομή των ψήφων

κατανοώ

καταντήνω

κατάπαυση πυρός

κατάπληκτος -η -ο

καταπολέμηση της ανεργίας

καταπολέμηση της εγκληματικής συμπεριφοράς

καταπολέμηση της ρύπανσης

καταπολέμηση του εγκλήματος

καταπολέμηση των εντόμων

καταπολέμηση των ναρκών

καταπολέμηση των πυρκαγιών

Κατάρ

κατάρα

κατάργηση

κατάργηση θέσεων απασχόλησης

κατάργηση των δασμών

κατάργηση των νομοθετικών ρυθμίσεων

κατάρρευση

κατάρτιση του δικαίου της ΕΕ

κατάρτιση του προϋπολογισμού

κατάρτιση του προϋπολογισμού της ΕΕ

κατάρτιση των εργαζομένων κατά την εργασία

κατασκευάζω

κατασκευαστής

κατασκευαστικά μέσα

κατασκευή

κατασκευή με τη βοήθεια υπολογιστή

κατασκευή μεταλλικών κουφωμάτων

κατασκήνωση

κατασκοπία

κατάσταση

κατάσταση εκτάκτου ανάγκης

κατάσταση της γεωργίας

κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

καταστατικός -ή -ό

καταστατικός χάρτης των Ηνωμένων Εθνών

κατάστημα

κατάστημα εκπτώσεων

κατάστημα ζώων συντροφιάς

καταστηματάρχης

καταστολή

καταστρέφω

καταστροφέας

καταστροφή

καταστροφή καλλιεργειών

καταστροφή των όπλων

κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων

κατάταξη

καταφανής -ής -ές

κατάφαση

καταφέρνω

καταφερτζής

καταφέρω

καταφύγιο

καταφύγιον

κατάχρηση δικαιώματος

κατάχρηση εξουσίας

καταχρηστική απόλυση

καταχρηστική ρήτρα

καταχώρηση δεδομένων

καταχώριση

κατάψυξη

κατεβάζω

κατέβασμα

κατεβατός -ή -ό

κατεργασία μετάλλων

κατεργασία του άνθρακα

κατεργασία του μεταλλεύματος

κατευθείαν

κατευθυνόμενο βλήμα

κατεύθυνση

κατεχόμενα εδάφη

κατέχω

κατεψυγμένο προϊόν

κατεψυγμένος

κατεψυγμένος -η -ο

κατηγόρια

κατηγορία για αδίκημα

κατηγορώ

κάτι

κατιμάς

κάτινας

κατιόντες

κατίσχυση

κατιτί

κατιτίς

κατοικία

κατοικίζω

κατοικούμενα

κατοικώ

κατοπτρισμός

κάτοπτρο

κατοχή

κατοχικός -ή -ό

κάτοχος

κατοχύρωση

κάτοψη

κατσαβίδι

κατσαρόλα

κάτω

Κάτω Καρπάθια

Κάτω Νορμανδία

Κάτω Σαξωνία

Κάτω Σιλεσία

Κάτω Χώρες

κατω-

κατώτατο εισόδημα επιβίωσης

κατώτατος -η -ο

κατώτατος μισθός

κατώτερη τάξη

κατώφλι εγγύησης

καύκαλο

καύλος

καυσαέριο

καύση των αποβλήτων

καύσιμα

καύσιμα αλκοόλης

καύσιμο αεροπλάνων

καύσιμο κινητήρων εσωτερικής καύσεως

καύσιμο μείγμα βενζίνης-αλκοόλης

καυσόξυλα

καφέ

καφέ μπαρ

καφε-

καφενείο

καφές

καφετέρια

καψούρα

καψούρης

κβαντικός -ή -ό

κβάντο

κβαντομηχανική

κε

κέδρος

κέικ

κείμενα

κείμενο

κείμενον

κείνος

κεκτημένο δικαίωμα

κελάρι

κέλλα

κελυφωτός καρπός

κενή έδρα

κενό

κεντρί

κεντρικές αγορές

Κεντρική Norrland

Κεντρική Αμερική

Κεντρική Ασία

Κεντρική Αφρική

Κεντρική Βοημία

Κεντρική Γαλλία

κεντρική διοίκηση

Κεντρική Επιτροπή για τη Ναυσιπλοΐα στο Ρήνο

Κεντρική Εσθονία

κεντρική ισοτιμία

Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη

Κεντρική Μακεδονία

Κεντρική Ουγγαρία

Κεντρική Πορτογαλία

Κεντρική Σλοβενία

κεντρική τράπεζα

Κεντρική Υπερδουναβία

κέντρισμα

Κέντρο

Κέντρο Ανάπτυξης για την Ασία και τον Ειρηνικό

Κέντρο Ανάπτυξης των Επιχειρήσεων

κέντρο μηχανοργάνωσης

Κέντρο Περιφερειακής Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών

κέντρο τεκμηρίωσης

κεντρο-

Κεντροανατολική Σουηδία

Κεντροαφρικανική Δημοκρατία

κεντρομόλος -ος -ο

κέντρον

Κένυα

κενυατικός -ή -ό

κερά

κεραία

κεραμέας

κεραμιδάρης

κεραμιδαριό

κεραμικά υλικά

κεραμική

κεραμικός -ή -ό

κέραμος

κεραμοσκεπή

κεραμοσκεπής -ής -ές

Κέρας της Αφρικής

κεραυνός

κερδίζω

κέρδος

κερδοσκοπικά κεφάλαια

κερί

κέρινος

κέρινος -η -ο

κερνάτορας

κεφάλαια αρχικού σταδίου ανάπτυξης

κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου

κεφαλαιαγορά

κεφάλαιο

κεφάλαιο κίνησης

κεφαλαιουχική εταιρεία

κεφαλαιουχικό αγαθό

κεφαλαιουχικό κόστος

κεφαλή

κεφάλι

κεφαλιά

κεφαλιάτικον

κεφάλιο

κεχρί

κηδεία

κηλίδα

κηπευτική καλλιέργεια

κηποκομία

κήπος

κηπουρός

κιβδηλία

κιβδηλοποιός

κίβδηλος

κίβδηλος -η -ο

κιβώτιο

κιθάρα

κιλό

κιλο-

κιλοβάτ

κιλοβατώρα

κιλομπάιτ

κιμάς

κινά

κιναισθησία

κινδυνάρης

κινδυνική

κίνδυνος

κίνδυνος για την υγεία

κίνημα

κίνημα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου

κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης

κίνημα κατά των φυλετικών διακρίσεων

κίνημα νεολαίας

κινηματογραφική παραγωγή

κινηματόγραφος

κίνηση

κίνηση καταναλωτών

κίνηση κεφαλαίων

κίνηση λιμένων

κινητές αξίες

κινητή περιουσία

κινητήρας

κινητήρας ντίζελ

κινητικότητα διαμονής

κινητικότητα διδασκομένων

κινητικότητα του εργατικού δυναμικού

κινητό τηλέφωνο

κινητοποίηση

κινητός

κίνητρο

κιόλας

Κιργιζία

Κιριμπάτι

κισσός

κιτρικός -ή -ό

κίτρο

κλαδί

κλάδος

κλαημένος

κλαίω

κλάμα

κλάμαν

κλαμπ

κλάση

κλειδάριθμος

κλειδί

κλειδίον

κλείδωμα

κλείδωση

κλείνω

κλείσιμο

κλείσιμο των λογαριασμών

κλεισούρα

κλέπτω

κληροδότημα

κληρονομία

κληρονομικό δικαίωμα

κλήρος

κλήρωση

κλήση

κλικ

κλίμα

κλίμακα

κλιματική αλλαγή

κλιματική ζώνη

κλιματισμός

κλιματολογία

κλινική

κλίση

κλοπή

κλοπιμαίος

κλωνοποίηση

κλωνοποίηση ανθρώπων

κλωστή

κλωστικό φυτό

κλωστοϋφαντουργία

κλωστοϋφαντουργικό προϊόν

κοάλα

κοβάλτιο

κόβω

κοιλάδα

Κοιλάδα Αόστης

κοιλαράς

κοιλία

κοιμάμαι

κοίμηση

κοιμήσικος -η -ο

κοίμησις

κοίμισμα

κοιμισμένος -η -ο

κοιμιστικός -ή -ό

κοιμούμαι

κοινoπραξία

Κοινή Αγορά

Κοινή Αγορά Κεντρικής Αμερικής

Κοινή Αγορά της Ανατολικής και της Μεσημβρινής Αφρικής

κοινή αλιευτική πολιτική

Κοινή Γεωργική Πολιτική

κοινή γνώμη

κοινή δασμολογική πολιτική

κοινή δράση

κοινή εμπορική πολιτική

κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας

κοινή επιτροπή ΕΟΧ

κοινή επιχείρηση

κοινή επιχείρηση (ΕΚΑΕ)

κοινή θέση

κοινή θυγατρική εταιρεία

κοινή κοινοβουλευτική επιτροπή ΕΟΧ

κοινή λιμενική πολιτική

κοινή οργάνωση αγοράς

Κοινή Οργάνωση Αφρικής και Νήσου Μαυρικίου

κοινή πολιτική aσφάλειας και άμυνας

κοινή πολιτική μεταφορών

κοινή πολιτική τιμών

κοινή στρατηγική

κοινή συμβουλευτική επιτροπή ΕΟΧ

κοινό

κοινό δασμολόγιο

Κοινό Κέντρο Ερευνών

κοινό όργανο ΕΟΧ

κοινό πλαίσιο αναφοράς

κοινό ταμείο

κοινοβουλευτική αντιπροσωπεία

κοινοβουλευτική βιβλιοθήκη

κοινοβουλευτική διαδικασία

κοινοβουλευτική διπλωματία

κοινοβουλευτική επιτροπή

κοινοβουλευτική έρευνα

κοινοβουλευτική ερώτηση

κοινοβουλευτική μοναρχία

κοινοβουλευτική συζήτηση

κοινοβουλευτική συνεδρίαση

κοινοβουλευτική συνέλευση

κοινοβουλευτική ψηφοφορία

κοινοβουλευτικό έγγραφο

κοινοβουλευτικό πολίτευμα

κοινοβουλευτικό σύστημα δύο νομοθετικών σωμάτων

κοινοβουλευτικό σύστημα ενός νομοθετικού σώματος

κοινοβουλευτικό σώμα

κοινοβουλευτικός έλεγχος

κοινοβούλιο

Κοινοβούλιο της Κεντρικής Αμερικής

Κοινοβούλιο της Λατινικής Αμερικής

Κοινοβούλιο των Άνδεων

κοινοποίηση των δεδομένων

κοινοπολιτεία

Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών

Κοινότητα Ανατολικής Αφρικής

Κοινότητα της Βαλέντσια

Κοινότητα της Μαδρίτης

Κοινότητα του Σαχέλ και των Χωρών της Σαχάρας

κοινότητες του Βελγίου

κοινοτική αλιεία

κοινοτική μέθοδος

κοινοτική μετανάστευση

κοινοτική πιστοποίηση

κοινοτική προτίμηση

κοινοτική συγκοινωνιακή αρτηρία

Κοινοτικό Γραφείο Σημάτων

Κοινοτικό Γραφείο Φυτικών Ποικιλιών

κοινοτικό κεκτημένο

κοινοτικό πλαίσιο στήριξης

κοινοτικός οργανισμός

κοινοτικός προϋπολογισμός

κοινοτικός φόρος

Κοινοτικός Χάρτης των Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων

κοινοτισμός

κοινόχρηστες εγκαταστάσεις

κοινωνία

κοινωνία των πληροφοριών

κοινωνία των πολιτών

κοινωνικά δικαιώματα

κοινωνικά προβλήματα

κοινωνικές επιστήμες

κοινωνική αλλαγή

κοινωνική ανάλυση

κοινωνική ανισότητα

κοινωνική ασφάλιση

κοινωνική δομή

κοινωνική ενίσχυση

κοινωνική ενσωμάτωση

κοινωνική ένταξη των μεταναστών

κοινωνική εξέλιξη

κοινωνική επανένταξη

κοινωνική εργασία

κοινωνική έρευνα

κοινωνική ευημερία

κοινωνική ευθύνη της επιχείρησης

κοινωνική ζωή

κοινωνική θέση

κοινωνική ιατρική

κοινωνική και πολιτιστική ανθρωπολογία

κοινωνική κατάσταση

κοινωνική κινητικότητα

κοινωνική οικονομία

κοινωνική παροχή

κοινωνική πολιτική

κοινωνική προσαρμογή

κοινωνική ρήτρα

κοινωνική σύγκρουση

κοινωνική συμμετοχή

κοινωνική συμπεριφορά

κοινωνική συνδρομή

κοινωνική τάξη

κοινωνική υπηρεσία

κοινωνικό δίκαιο

κοινωνικό κίνημα

κοινωνικό κόστος

κοινωνικό ντάμπινγκ

κοινωνικό σήμα

κοινωνικό σύμφωνο

κοινωνικοεπαγγελματική κατηγορία

κοινωνικοί εταίροι

κοινωνικοοικονομικές συνθήκες

κοινωνικοπολιτισμικές ομάδες

κοινωνικοπολιτιστικές εγκαταστάσεις

κοινωνικός αντίκτυπος

κοινωνικός αποκλεισμός

κοινωνικός απολογισμός

κοινωνικός δείκτης

κοινωνικός διάλογος

κοινωνικός διάλογος (ΕE)

κοινωνικός εξοπλισμός

κοινωνικός κανόνας

κοινωνικός λειτουργός

κοινωνικός προϋπολογισμός

κοινωνικός ρόλος

κοινωνιο-

κοινωνιογλωσσολογία

κοινωνιολογία

κοινωνιολογία της εκπαίδευσης

κοινωνιολογία της εργασίας

κοινωνιολογία του δικαίου

κοινωνιολογικός -ή -ό

κοινωνιολόγος

κοιτάζω

κοίτασμα ορυκτού

κοίτασμα πετρελαίου

κοίτασμα φυσικού αερίου

κόκα κόλα

κόκαλο

κοκκινέλι

κοκκίνισμα

κοκκινο-

κόκκινος

κόκκινος -η -ο

κοκκινόχωμα

κόλα

κολάν

κολάρο

κόλαση

κολιέ

κολιές

κολιός

κόλλα

κολλαγόνο

κολλεκτιβισμός

κολλίω

κολλώ

κόλο

κολοβάκιλος

κολοκύθα

κολοκύθας

κολοκυθιά

κολοκυθοκορφάδα

κολοκυθόπιτα

κολοκυθόσπορος

Κολομβία

κολομβιανός -ή -ό

κολόνια

κολοσσός

κόλπο

κόλπος

κολύμβηση

κολυμβητήριο

κόμβος

κομητεία

κόμικς

κόμις

κομισάριος

κομιστής

κόμιστρο

κόμμα

κόμμα μπαλαντέρ

κόμματα της μειοψηφίας

κόμματα της πλειοψηφίας

κομμάτι

κομματιά

κομματιάζω

κομματική πειθαρχία

κόμματος

κομμουνισμός

κομμουνιστικό κόμμα

κόμμωση και αισθητική περιποίηση

κομμωτήριο

Κομόρες

κομπόστα

κομψότητα

Κονγκό

κονεομεταλλουργία

Κόνναχτ

κονσερβοποιία

κονσόλα

κόντα

κοντάκι

κοντό

κοντός

κόντρα

Κοπεγχάγη (κομητεία)

κοπέλα

κοπελάτα

κοπελιά

κοπή

κόρακας

κορδώνω

κόρη

κόριζα

κορίτσι

κορίτσιν

κορμί

κοροϊδεύω

κορόιδο

κορσές

Κορσική

κορυδαλλός

κόρυζα

κορυζιάρης

κορυφαίος

κορυφή

κορφή

κόσμημα

κοσμήτορας

κοσμο-

κοσμοκράτωρ

κοσμολογία

κοσμοναύτης

κοσμοπολιτισμός

κόσμος

κοσμώ

Κοσσυφοπέδιο

κόστα

Κόστα Ρίκα

κοστολόγηση

κόστος

κόστος αμοιβών προσωπικού

κόστος αποθήκευσης

κόστος διάθεσης

κόστος ζωής

κόστος κατασκευής κτιριακών έργων

κόστος κεφαλαίου

κόστος παραγωγής

κόστος της εκπαίδευσης

κόστος της ρύπανσης

κόστος της υγείας

κότα

κότερο

κοτόπουλο

κοτσαδόρος

Κούβα

κουβάς

Κουβέιτ

κουβέντα

κουδούνι

κουδουνίστρα

κουζίνα

κουίζ

κούκλα

κουκουβάγια

κουκουβάια

κουλλουράκι

κουλούρι

κουλουριάζω

κουμπί

κουνέλι

κούνημα

κούνια

κούνισμα

κουνιστός -ή -ό

κουνίστρα

κουπέ

κουπόνι

κουράγιο

Κουρασάο

κούραση

κουραστικός -ή -ό

κούρδισμα

κουρέλι

κουρτίνα

κουτάβι

κουτάκι

κουταλιά

κουτί

κουτία

κούτσα

κούτσα κούτσα

κουτσαίνοντας

κούφωμα

κουφωματάς

κοφτερός

κοχλιοποιία-βλητροποιία

κοψίδι

κοψο-

κραιπάλη

κράλης

κράματα

κράματα μνημών

κράματα σιδήρου

κράνος

κρασάκι

κρασί

κραταιός -ά -ή -ό

κράτηση

κράτηση θέσης

κρατικές ενισχύσεις

κρατική βία

κρατική γεωργική εκμετάλλευση

κρατικό απόρρητο

κρατικό εμπόριο

κρατικό μονοπώλιο

κρατικός προϋπολογισμός

κράτος

κράτος δικαίου

κράτος μέλος ΕΕ

κράτος που εισπράττει περισσότερα από όσα εισφέρει

κράτος που εισφέρει περισσότερα από όσα εισπράττει

κράτος προνοίας

κρατούμενος

κρατώ

κραυγή

κρέας

κρέας αλόγου

κρέας βουβάλου

κρέας θηραμάτων

κρέας κουνελιού

κρέας πουλερικών

κρεατοβιομηχανία

κρεατομηχανή

κρεβάτι

κρεβατοκάμαρα

κρείττων

κρέμα

κρέμα γάλακτος

κρετινισμός

κρετίνος

Κρήτη

κρητικός

κριθαράκι

κριθάρι

κριθαρίδα

κριθάριον

κρίμα

κριματεύγω

κριματίζω

κρίνω

κρίση

κρισιά

κρισιμένος

κρίσις

κριτήριο

κριτήριο επιλεξιμότητας

κριτήριο προσχώρησης

κριτήριο σύγκλισης

κριτήριον

κριτής

κριτικάρω

κριτική

κριτικός

κριτικός -ή -ό

κριτσίνι

Κροατία

κρουαζιέρα

κρούσμα

κρύβω

κρυμμός

κρύο

κρυολόγημα

κρυπτογραφία

κρύσταλλο

κρυφά

κρυφο-

κρύψιμο

κρύωμα

κρυώνω

κτήμα

κτήματα δήμων και κοινοτήτων

κτηματική αγορά

κτηματική πίστη

κτηματολογική πολιτική

κτηνιατρικά προϊόντα

κτηνιατρική

κτηνιατρική επιθεώρηση

κτηνιατρική νομοθεσία

κτηνιατρικό φάρμακο

κτηνίατρος

κτηνοτροφία

κτηνοτροφία με ελεύθερη βοσκή

κτηνοτροφικό σιτηρό

κτηνοτροφικό τεύτλο

κτηνοτροφικό φυτό

κτήση κυριότητας

κτίριο

κτίση

κτίσμα

κυάνιο

κυβέρνηση

κυβερνητική

κυβερνητική πολιτική

κυβερνητικό πρόγραμμα

κυβόλιθος

κύβος

κυδωνιά

κύημα

κύηση

Κυκλάδες

κυκλικές διακυμάνσεις

κυκλικός -ή -ό

κύκλος

κύκλος εργασιών

κυκλοφοριακές διατάξεις

κυκλοφορώ

κύκλωμα

κυκλώνας

κυλικείο

κυλικείο σχολείου

κυλώ

κύμα

κυμαινόμενη ισοτιμία

κυμάτισμα

κυματισμός

κυματοειδής -ής -ές

κυματοθραύστης

κυματώδης -ης -ες

κυνήγι

κυνήγιον

κυνηγός

κυνηγώ

κυοφορία

κυοφόρος

κυοφορώ

κύπελλο

κύπρον

Κύπρος

κύρια

κύρια επιφάνεια

κυριακοδρόμιο

κυριακός

κυριαρχία

κυρίαρχος -η -ο

κυριαρχώ

κύριος

κύριος -α -ο

κυριότητα στο διάστημα

κυρίως

κύρκας

κύρος

κύρωση (ΕE)

κύρωση συμφωνίας

κυρωτική εξουσία

κυτταρίνη

κύτταρο

κυτταρολογία

κυψέλη

κώδικας

κώδικας δεοντολογίας

κώδικας ναυσιπλοΐας

κώδικας οδικής κυκλοφορίας

κωδικοποίηση

κωδικοποίηση του δικαίου της ΕΕ

κωλο-

κωλομέρι

κωλόπαιδο

κώλος

κωλοτρυπίδα

κωλοφαρδία

κωλόφαρδος -η -ο

κωλόχαρτο

κωμόπολη

κωμωδία

κωσταντινάτο

λαβή

λαγνεία

λάγνος -η -α -ο

λαγόνι

λάδι

Λάζαρος

λαζάρωμα

λάθος

λαθραία απασχόληση

λαθραία εργαζόμενος

λαϊκή δημοκρατία

Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

λαϊκή πολιτιστική παράδοση

λαϊκή τέχνη

λαϊκή τράπεζα

λαϊκισμός

λαϊκιστής

λαϊκιστικός -ή -ό

λαϊκό κράτος

λαϊκός (μη θρησκευτικός) χαρακτήρας

λαιμός

λακτόζη

λαμβάνω

λαμπάδα

Λαμπρή

λαμπρός

λαμπρότητα

λάμψη

Λανγκντόκ-Ρουσιγιόν

λανθάνουσα ανεργία

λαογραφία

λαός

λαπάς

Λαπωνία

Λαρισαίος

λάστιχο

λατέρνα

Λατινική Αμερική

Λατινοαμερικανικό Οικονομικό Σύστημα

λατινοαμερικανικός οργανισμός

Λάτιο

λατρεύω

λαχανικό

λαχανικό με βρώσιμη ρίζα

λαχανόκηπος

λεβάντα

λεβέντης

λέβητας

λεγούμι

λέγω

λεία

λείπω

λειτουργία

λειτουργία των κοινοτικών οργάνων

λειτουργικό κόστος

λειτουργικό σύστημα

λειψ-

λειψανδρία

λείψανο

λειψανοθήκη

λείψις

λειψός -ή -ό

λειψυδρία

λεκάνη του Ρήνου

λελές

λέμβος

λεμόνι

Λένστερ

λέξη

λεξικό

λεξικό συντομογραφιών

λεξικογραφία

λεξικογράφος

λεξικολογία

λεξιλόγιο

λεπτά

λεπτό

λεπτό στρώμα

λεπτο-

λεπτοκαρυά

λεπτομέρεια

λεπτομερειακός -ή -ό

λεπτομερής -ής -ές

λεπτομερώς

λεσβία

Λεσόθο

λέσχη

Λεττονία

λεύκη

λευκή ζάχαρη

λευκή ψήφος

λευκοκύτταρο

Λευκορωσία

λευκός οίνος

λευκοσιδηρουργία-μαχαιροποιία

λευκόχρυσος

λεύκωμα

λεύκωση ζώων

λευχαιμία

λευχαιμικός -ή -ό

λεφτά

λέω

λεωφορείο

λεωφόροι των πληροφοριών

λήγω

λήμμα

λημματολόγηση

λήξη

ληξιαρχείο

λησμονημός

λησμονιά

λησμονιάρης

λησμονώ

ληστεία

λήψη

λήψη απόφασης

λήψη δανείου από την ΕΕ

λιανική πώληση

λιανική τιμή

λιανικό εμπόριο

λιανικός -ή -ό

λίβανος

Λιβερία

Λιβύη

λιγνίτης

λίγο

λιγο-

λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες

λιγούρα

λιγο‑

Λιγυρία

Λιγυρική Θάλασσα

λίγωμα

λιγωμάρα

Λιθουανία

λικέρ

λιμάνι

Λιμβούργο

λιμεναρχείο

λιμενικές εγκαταστάσεις

λιμενική αρχή

λιμενική πολιτική

λίμνη

λιμός

Λιμουζέν

λίνο

λιοντάρι

λιονταρίσιος -α -ο

λιπαντικό

λιπαρές ουσίες του γάλακτος

λιπαρή ουσία

λίπασμα

λιποθυμία

λίπος

λίρα

λιρέτα

Λισαβόνα και Κοιλάδα του Τάγου

λίστα

λιτότητα

λίτρο

λιχούδης -α -ικο

λιχουδιά

λιχούδ‑

λιχούσα

Λιχτενστάιν

λιώνω

λιώσιμο

λογάκι

λογαριασμός

λογαριασμός εκμετάλλευσης

λογική

λογισμικό

λογισμικό ανοικτού κώδικα

λογισμικό πλοήγησης

λογιστής

λογιστική

λογιστική διαχείριση

λογιστική καταχώριση

λογιστική μεταφορά

λογιστικό αποθεματικό

λογιστικό σύστημα

λογιστικό φύλλο

λογιστικό χρήμα

λογοκρισία

λόγος

λόγος μεγεθών

λογοσυντυχία

λογοτέχνης

λογοτεχνία

λογοτεχνική και καλλιτεχνική ιδιοκτησία

λόγω

λοιμώδης νόσος

λοίμωξη

λοιπόν

Λομβαρδία

Λονδίνο

λοσιόν

λούζω

λουκέτο

λουλούδι

λουλουδιάζω

λούμπεν

Λουξεμβούργο

λουόμενος -η -ο

λουτράρης

λουτρό

λούω

λυγαριά

λυγίζω

λυγξ

λύκειο

λυκίσκος

λύκος

λυκόσκυλο

λύματα

λυοφίλιση

λυοφιλισμένο προϊόν

λύπη

λυπημένος -η -ο

λυπηρά

λυπηρούμαι

λυπώ

λύρα

λυράρης

λύση

λύση της σχέσεως εργασίας

λύσσα

λύτρα

Λωρραίνη

λωτός

μα

μαγαζί

μαγγάνιο

μαγεία

μαγείρευμα

μαγειρεύσιμος

μαγειρευτός -ή -ό

μαγειρεύω

μαγευτικός -ή -ό

μάγια

μαγιό

Μαγιότ

μάγισσα

μαγιστράτος

μάγιστρος

μάγκας

μαγκιά

Μαγκρέμπ

μαγνήσιο

μάγος

Μάγχη

Μαδαγασκάρη

μαδάρα

μαδαρίζω

μαδαρός

μαδέρα

μάζα

μαζεύω

μαζί

μαζική εκπαίδευση

μαζική επικοινωνία

μαζική παραγωγή

μαζικοποίηση

μαζικός -ή -ό

μαζικός τουρισμός

μαθαίνω

μάθημα

μαθήματα οδήγησης

μαθηματικά

μάθηση

μαθητευόμενος

μαθητής

μαθώς

μαία

μαϊμουδίζω

μαινάς

μαίνομαι

Μάιος

Μακάο

μακάρι

μακαρίζω

μακάριος

μακαριότητα

Μακεδονία

μακιγιάζ

μακριά

μακροοικονομία

μακροπρόθεσμη πίστωση

μακροπρόθεσμη πρόβλεψη

μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση

μακροχρόνια ανεργία

μαλαγάνας

Μαλαισία

μαλάκα

μαλακάδα

μαλακαίνω

μαλάκας

μαλακία

μαλακίζομαι

μαλάκιο

μαλακό σιτάρι

μαλακό τυρί

μαλακός

μαλακός -ή -ιά -ό

μαλακόστρακο

μαλακτοσύνη

μαλάκυνση

μαλάκωμα

μαλακώνω

μάλαμα

μαλαματένιος

μαλαματένιος -α -ο

Μαλάουι

μαλαχτός

Μαλδίβες

Μάλι

μάλιστα

μαλλί

μάλλινος -η -ο

μάλλον

μάλλον ευνοούμενο κράτος

Μάλτα

μαλώνω

μαμά

μάνα

μάνατζερ

μανία

μανικιούρ

μανιόκα

μανιτάρι

μανιτάριν

μανιφέστο

μάννα

μανούρι

Μάνστερ

μαντάρα

μανταρινιά

μαντάρισμα

μαντικός -ή -ό

μαντρί

μαντρίζω

μάντρισμα

μαξιλάρι

μαοϊσμός

μαργαρίνη

μαργαρίτα

μαργώνω

μαρέγκα

μαρία

μαριόλικος -η -ο

μάρκα

Μάρκε

μάρκετιγκ

μάρκετινγκ

μάρκο

μάρμαρο

μαρμελάδα

μαρξισμός

Μαρόκο

μαρσιποφόρο

μαρτίνι

Μαρτινίκα

Μάρτιος

μαρτυρία

Μας

μασάζ

μάσκα

μάσκαρα

μασκαράτα

μασκάρεμα

Μασρέκ

ματά

ματα-

μάταια

ματζόρε

μάτην

μάτι

ματιά

ματιάζω

μάτιασμα

μάτισμα

ματς

μάτσα

ματσούκα

Μαύρη Θάλασσα

Μαυρίκιος

μαύρισμα

Μαυριτανία

μαυρο-

Μαυροβούνιο

μαύρος

μαύρος -η -ο

μαυροσκούφης

μαυροσυννεφιασμένος

μαφία

μαχαίρι

μαχαιριά

μαχαίριον

μάχη

μαχητικό αεροσκάφος

μαχητικός -ή -ό

μαχητικότητα

με

μεγα-

μεγαβάτ

μεγαθυμία

μεγάλα

μεγάλα δημόσια έργα

μεγαλαίνω

μεγαλάπτης

μεγάλαυχος

μεγαλάφτης

μεγαλείο

μεγαλείον

μεγαλειότης

Μεγάλες Αντίλλες

μεγάλη γεωργική εκμετάλλευση

μεγάλη επιχείρηση

Μεγάλη Πολωνία

μεγάλο πολυκατάστημα

μεγαλο-

μεγαλοαστός

μεγαλοϊδεάτης

μεγάλος

μεγάλος -η -ο

μεγαλόσχημος

μεγαλούπολη

μεγαλώνω

μέγαρο

μέγας

μέγεθος

μέγεθος της επιχείρησης

μεγέθυνση

μέγιστη τιμή

μεδέ

μεθανόλη

μεθέλκω

μεθοδολογία του δικαίου

μέθοδος

μέθοδος αξιολόγησης

μέθοδος εκμάθησης

μέθοδος κατασκευής

μέθοδος ταχείας ανάγνωσης

μεθοριακή διακίνηση

μεθοριακός έλεγχος

μεθοριακός εργαζόμενος

μείγμα

Μείζον Μαγκρέμπ

μεικτή αρμοδιότητα

μεικτή γεωργική εκμετάλλευση

μεικτή οικονομία

μεικτή συμφωνία

μεικτό σύστημα εκμετάλλευσης

μεικτός γάμος

μεινίσκω

μεϊντάνι

μείον

μειονεκτική γεωργική περιοχή

μειονεκτική περιφέρεια

μειονεκτούσα κοινωνική κατηγορία

μειονοτική γλώσσα

μειωμένη τιμή

μείωση

μείωση ποινής

μείωση του χρόνου εργασίας

μείωση των εκπομπών αερίων

μείωση των στρατιωτικών δυνάμεων

Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία

Μελανησία

μελάσσα

μελέτη

μελέτη επιπτώσεων

μελέτη προοπτικών

μελέτη σκοπιμότητας

μελέτη της εργασίας

μέλι

μελιάς

Μελίλλια

μελιντζάνα

μέλισσα

μελίσσι

μελισσίθριξ

μελίσσιον

μελισσιώνας

μελισσοκομία

μελισσουργός

μελιτζάνα

μέλλον

μέλος

μέλος πολιτικής οργάνωσης

μέλος της Επιτροπής

μέλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

μέλος του Δικαστηρίου (ΕE)

μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕE)

μελωδία

μεν

μένεα

μενετός -ή -ό

μένι

μένος

μενού

μενουέτο

μέντα

μένω

μένω πιστός

Μεξικό

μέρα

μεράκι

μερακλής

μερακλώνω

μεραρχία

μεριά

μερίδα

μερίδιο

μερικά

μερική ανεργία

μερική απασχόληση στη γεωργία

μερικοί

μερικοί -ές -ά

μερικός

μερικός -ή -ό

μερικώς

μέριμνα

μερίς

μέρος

μερτσαντάιζινγκ

μέσα

μέσα διευκόλυνσης των ατόμων με ειδικές ανάγκες

μέσα τεκμηρίωσης

μεσαία επιχείρηση

μεσαία τάξη

μεσαίο στέλεχος

μεσαίος -α -ο

μεσαιωνική ιστορία

μεσάνυχτα

μέση

Μέση και Εγγύς Ανατολή

μέση τιμή

Μεσημβρινή Αφρική

μεσημέρι

μέσο

μέσο γεωργικής παραγωγής

μέσο εγγραφής

μέσο επικοινωνίας

μέσο καταγραφής πληροφοριών

μέσο μαγνητικής εγγραφής

μέσο μαζικής επικοινωνίας

μεσοβδόμαδο

μεσογειακές τρίτες χώρες

μεσογειακή γεωργία

μεσογειακή περιφέρεια (ΕE)

μεσογειακό δάσος

μεσογειακός -ή -ό

μεσόγειος -α -ο

Μεσόγειος Θάλασσα

μέσον

μεσονύκτιο

μεσονύκτιον

μεσόνυκτον

μεσονύχτι

μεσονύχτιον

μεσοπρόθεσμη πίστωση

μεσοπρόθεσμη πρόβλεψη

μεσοπρόθεσμη χρηματοδότηση

μέσος -η -ο

μέτα

μετα-

μεταβάλλω

μετάβαση

μεταβατική οικονομία

μεταβατική περίοδος (ΕE)

μεταβίβαση κυριότητας

μεταβιβαστικές πληρωμές

μεταβιομηχανική οικονομία

μεταβολή

μετάγγιση αίματος

μεταγραμματισμός

μεταγραφή

μεταγωγή κρατουμένων

μετάδοση

μετακίνηση

μετακομίζω

μετακομμουνισμός

μέταλλα

μεταλλαγή

μετάλλαξη

μεταλλάσσω

μεταλλευτική εκμετάλλευση

μεταλλευτική έρευνα

μεταλλευτική παραγωγή

μεταλλευτικό προϊόν

μεταλλικά είδη οικιακής χρήσεως

μεταλλική επίπλωση

μεταλλική κατασκευή

μεταλλικό νερό

μεταλλικό ορυκτό

μεταλλικό προϊόν

μετάλλιο

μέταλλο

μεταλλοειδή

μεταλλουργική βιομηχανία

μεταλλωρύχος

μεταμεληθείς

μεταμόρφωση

μεταμόσχευση οργάνων

μετανάστευση

μετανάστευση από την ύπαιθρο στις πόλεις

μεταναστευτική πολιτική

μεταναστευτική πολιτική της ΕΕ

μεταναστευτικό ρεύμα

μετανάστης

μετανάστις

μέταξα

μεταξάς

μετάξι

μετάξιν

μετάξινος -η -ο

μεταξύ

μεταξωτός -ή -ό

μεταπείθω

μεταποιημένα τρόφιμα

μεταποιημένο προϊόν

μεταποίηση τροφίμων

μεταποίηση υπό τελωνειακό έλεγχο

μεταποιητική βιομηχανία

μεταπτυχιακές σπουδές

μεταπωλητής

μεταρρύθμιση οργανισμού των δικαστηρίων

μεταρρύθμιση της ΚΓΠ

μετάσταση

μετατοπίζω

μετατρεψιμότητα

μετατροπές ενέργειας

μετατροπή

μετατροπή αγέλης

μετατροπή από γαλακτοπαραγωγή σε κρεατοπαραγωγή

μετατροπή στη δενδροκηποκομία

μετατροπή της παραγωγής

μετατροπή της φύσης της απασχόλησης

μεταφέρω

μεταφορά

μεταφορά αρμοδιότητας

μεταφορά ασθενών

μεταφορά για ίδιο λογαριασμό

μεταφορά για λογαριασμό τρίτου

μεταφορά εμπορευμάτων

μεταφορά ενέργειας

μεταφορά επιβατών

μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων

μεταφορά επιχείρησης

μεταφορά ζώων

μεταφορά και διακίνηση φορτίων

μεταφορά κεφαλαίων

μεταφορά μαθητών

μεταφορά με αγωγό

μεταφορά με ίδια μέσα

μεταφορά με συρματόσχοινο

μεταφορά μέσω πλωτής οδού

μεταφορά ξυλείας δι' επιπλεύσεως

μεταφορά πιστώσεων

μεταφορά πληθυσμού

μεταφορά συνταξιοδοτικού δικαιώματος

μεταφορά τεχνολογίας

μεταφορά υπό τελωνειακό έλεγχο

μεταφορέας

μεταφορές εντός της ΕΕ

μεταφορές μεγάλης ταχύτητας

μεταφορές στην ενδοχώρα

μεταφορικά

μεταφορική ικανότητα

μεταφορικό μέσο

μεταφορικό μέσο μεγάλης χωρητικότητας

μεταφόρτωση προγραμμάτων

μετάφραση

μεταφραστής

Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

μεταφυσική

μεταφύτευση

μετεγκατάσταση

μετέχω

μετέωρο

μετεωρολογία

Μετζοτζόρνο (Ιταλικός Νότος)

μετουσίωση

μετοχή

μέτοχος

μέτρα

μέτρα αντιντάμπινγκ

μέτρα και σταθμά

μέτρηση

μετρητά

μετρητής

μετρό

μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος

μετρολογία

μέτρον

μετρονόμος

μέτωπο

μεχάνι

μέχρι

μέχρις

μη αλκοολούχο ποτό

μη αμειβόμενη εργασία

μη ανταποδοτική παροχή

μη αυτόνομο έδαφος

μη αφρώδης οίνος

μη δασμολογικό εμπόδιο

μη διάδοση των εξοπλισμών

μη διάδοση των πυρηνικών όπλων

μη διαρκές αγαθό

μη εγγεγραμμένος

μη εκκλησιαστική εκπαίδευση

μη εμπορικός τομέας

μη επανεκμεταλλεύσιμα απόβλητα

μη ευρωπαϊκή γλώσσα

μη ήπιες μορφές ενέργειας

μη θανατηφόρο όπλο

μη ιοντίζουσα ακτινοβολία

Μη Κυβερνητική Οργάνωση

μη μεταλλικό ορυκτό

μη νομοθετική πράξη (ΕΕ)

μη πλατέα προϊόντα

μη ρυπαίνοντα οχήματα

μη σιδηρούχα μέταλλα

μη σιδηρούχο μετάλλευμα

μη συμμετέχον κράτος

μη συνδεδεμένη χώρα

μη υποχρεωτική δαπάνη

μη υφασμένο ύφασμα

μη χρήση βίας

μηδέν

μηδενισμός

μηδική

μήκος

μηλαδέρφι

μηλάρι

μηλιά

μηλίτης

μήλο

μηλόπιτα

Μήλος

μην

μήνα

μηναίο

μηναίον

μήνας

μηνιαία καταβολή μισθού

μήνυμα

μήνυση

μήποτε

μήπως

μηπωστάς

μητέρα

μήτηρ

μήτρα

μητρική γλώσσα

μητρική εταιρεία

μητρικό γάλα

μητρόπολη

μητροπολίτης

μητρότητα

μητρώο

μηχανάκι

μηχανή

μηχανή αναζήτησης

μηχανή γραφείου

μηχανή συγκομιδής

μηχάνημα

μηχάνημα ακριβείας

μηχάνημα αναπαραγωγής ήχου

μηχάνημα κλωστοϋφαντουργίας

μηχάνημα πεπιεσμένου αέρα

μηχανήματα χαλυβουργίας

μηχανικά υλικά

μηχανική

μηχανική δόνηση

μηχανικός

μηχανισμός

μηχανισμός καθαρής ανάπτυξης

μηχανισμός στήριξης

μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών

μηχανοργάνωση

μηχανουργείο

μηχανουργία

μια

μιαίνω

μίασμα

μιζέρια

μιζέρικα

μίκα

μικρά

Μικρές Αντίλλες

μικρή βιομηχανία

μικρή γεωργική εκμετάλλευση

μικρή επιχείρηση

Μικρή Πολωνία

μικρό

μικρό κατάστημα

μικρο-

μικροαντίγραφο

μικροεπιχείρηση

μικροηλεκτρονική

μικρομεσαία βιομηχανία

μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Μικρονησία

μικροοικονομία

μικροοργανισμός

μικροπιστώσεις

μικρός

μικρός -ή -ό

μικροσκοπικός -ή -ό

μικροσκόπιο

μικρόσωμος -η -ο

μικροϋπολογιστής

μικροφόρμα

μικρόφωνο

μικροχρηματοδότηση

μικτή τιμή

μικτό όργανο (ΕE)

μίλημα

μιλητός -ή -ό

μίλι

μιλιά

μιλιταριστής

μιλφ

μιλφάρα

μιλώ

μιμούμαι

μίνα

μίνι

μισάδι

μισθολογική αύξηση

μισθολογική κλίμακα

μισθολογική μείωση

μισθολογική πολιτική

μισθός

μισθός οικοκυράς

μισθοφόρος

μίσθωση

μίσθωση οχήματος

μισθωτήριο

μισθωτός

μισοκλέβω

μισόκλειστος -η -ο

μισώ

μνεία

μνειώνομαι

μνέσκω

μνήμα

μνημείο

μνήμη

μνημόνιο

μνημοτεχνική μέθοδος

Μογγολία

μόδα

Μοζαμβίκη

μοίρα

μοιράζω

μοιραίος -α -ο

μοιρασιά

μοίρασμα

μοιραστής

μοιχαλίς

μοιχεία

Μολδαβία

Μολίζε

μόλις

Μολούκες

μολυβδαίνιο

μόλυβδος

μολύβι

μόλυνση

μολυσμένη ζώνη

μολών λαβέ

μονάδα

μοναδικός -ή -ό

Μονακό

μονάκριβος

μονάκριβος -η -ο

μοναξιά

μοναστήρι

μονάχα

μοναχικό άτομο

μοναχοπαίδι

μονή

μονήρη

μονήρης -ης -ες

μονήριον

μόνι

μονικόν

μονιμάς

μόνιμη αντιπροσωπεία στην ΕΕ

μόνιμη επιτροπή

μόνιμη επιτροπή (ΕΕ)

Μόνιμη Επιτροπή του ΟΗΕ

μόνιμη καλλιέργεια

μονιμοποίηση

μόνιμος

μόνιμος -η -ο

μόνιμος κοινοτικός υπάλληλος

μονιμότητα

μόνιτορ

μόνο

μονο-

μονογονική οικογένεια

μονογραφία

μονόδρομος

μονοκαλλιέργεια

μονοκατοικία

μονόκερος

μονόκερως

μονοκομματισμός

μονοκρατορία

μονοπάτι

μονοπώλιο

μονοπώλιο αγοράς

μονοπώλιο εισαγωγών

μονοπώλιο πληροφοριών

μονοπώλιον

μόνος

μονοσήμαντος -η -ο

μοντελισμός

μοντέλο

Μοντσερράτ

μόνωση κτιρίου

μονωτικό

Μοραβία-Σιλεσία

μορφή

μορφοχάλυβες

μοσχαρίσιο κρέας

μόσχος

μοτέρ

μου

μουκανίζω

μουλιάζω

μούνε

μουνί

μουνόπανο

μούντζα

μουντζούρα

μουντζουρώνω

μουντιάλ

μούντος

μουντός -ή -ό

μούρη

μουριά

μουρμούρα

μουρμουράω

μουρμούρης

μουρμουρητό

μουρμουρίζω

μουρουνέλαιο

μούσα

μούσα II —

μουσακάς

μουσαμαδένιος -α -ο

μουσείο

μουσικά όργανα

μουσική

μουσικός

μουσμουλιά

μουσουλμάνος

μούτρα

μπαγκαζιέρα

Μπαγκλαντές

μπαίνω

μπακάλικο

μπακαλοτέφτερο

μπάλα

μπαλαρίνα

Μπάλι

μπαλιά

μπαλκόνι

μπαλόνι

μπαμπάς

μπαμπού

μπανάνα

μπανιέρα

μπάνιο

μπαρ

μπαράζ

μπάρκο

Μπαρμπάντος

μπάσκετ

μπασκετμπολίστας

μπαστούνι

μπαστουνιά

μπαταρία

Μπαχάμες

Μπαχρέιν

Μπελίζε

Μπενίν

μπετόν

μπήγω

μπίκα

μπίκος

μπίρα

μπισκοτοποιία

μπιφτέκι

μπλακ τζακ

μπλε

μπλέκω

μπλοκ

μπογαλάκι

μπόιλερ

Μποναίρ

μπόρεση

μπόρεσις

μπορετός

μπορετός -ή -ό

Μπόρνχολμ

μπορούμενος

μπορώ

Μποτσουάνα

μπουζούκι

μπουκάλι

μπουκέτο

μπουκιά

μπουκλέ

μπούκωμα

μπουκωμένα

μπουλντόγκ

μπουμπούκι

Μπουρκίνα

μπουρού

Μπουρούντι

Μπουτάν

μπουφάν

μπράβο

μπρος

μπροσούρα

μπροστά

μπροστάρης

μπροστινός

μπροστινός -ή -ό

Μπρουνέι

μυαλό

μύγα

μυθιστόρημα

μυθολογία

μύθος

μυκητοκαλλιέργεια

μυκώμαι

μυλαύλακο

μύλη

μύρισμα

μυστήριο

μυστήριος

μυστήριος -α -ο

μυστικά

μυστικές εταιρίες

μυστική υπηρεσία

μυστική ψηφοφορία

μυστικό

μυστικοπάθεια

μυστικοπαθής -ής -ές

μυστικός

μυστικοσύμβουλος

μυστικότητα

μύτη

μωρέ

μωρία

μωρό

μωρολογία

μωρόν

μωρός

μωρός -ή -ά -ό

μωροσπανός

μωροσωζάτος

μωροφιλοδοξία

να

Ναβάρρα

ναζάκι

νάζι

ναι

νάιλον

νάιτ κλαμπ

ναΐφ

Ναμίμπια

νάνος

νανοτεχνολογία

ναός

Ναούρου

ναρκοπέδιο

ναρκωτικό

νάτριο

ναυάγιο

ναυαγώ

ναύλος

ναύλωση

Ναυπακτίτης

ναυπηγικές κατασκευές

ναυσιπλοΐα

ναυτασφάλιση

ναύτης

ναυτικές δυνάμεις

ναυτικό δίκαιο

ναυτικός

ναυτιλία

ναυτιλιακή διάσκεψη

ναυτιλιακή πολιτική

ναυτίλος

νε

νέα

Νέα Ζηλανδία

νέα θρησκεία

Νέα Καληδονία

νέα μορφή απασχόλησης

νέα οικονομική τάξη πραγμάτων

νέα παιδαγωγική

νέα πόλη

νεανίας

νεανική βία

νεανικός

νεανικός -ή -ό

νεαρά

νεαρός

νεαρός -ή -ό

νεαρός αγρότης

νέαρχος

νεβουλιά

νέες βιομηχανικές χώρες

νέες τεχνολογίες

νεκρός

νεκροταφείο

νέο κοινοτικό μέσο

νέο προϊόν

νεο-

νεοαποικιοκρατία

νεογέννητος

νεολαία

νέος

νέος -α -ο

νέος εργαζόμενος

νεοσσεύω

νεοσσιά

νεοσσίον

νεοσσοποιώ

νεοσσός

νεοσύλλεκτος

νεοσύστατη επιχείρηση

νεοσύστατος -η -ο

Νεπάλ

νεράκι

νεράτζ‑

νερό

νερό κολύμβησης

νερό φυσικής διήθησης

νερο-

νερολούλουδο

νερόμυλος

νεροχελώνα

νεροχύτης

νευριασμένος -η -ο

νεύρο

νευροβιολογία

νευρολογία

νεύω

νεφέλη

νεφρική νόσος

νεφρό

νεώσοικος

νεώτερη ιστορία

νήμα

νηπιαγωγείο

νήπιος

νησί

Νησιά Γκαλαπάγκος

Νησιά Καϊμάν

Νησιά του Αιγαίου

νησιώτης

νησιωτική περιοχή

Νήσοι Βόρειες Μαριάνες

Νήσοι Ιονίου Πελάγους

Νήσοι Καραϊβικής

Νήσοι Κουκ

Νήσοι Μαριάννες

Νήσοι Μάρσαλ

Νήσοι Ουώλις και Φουτούνα

Νήσοι Σολομώντος

Νήσοι Τερκς και Κάικος

Νήσοι Φερόες

Νήσοι Φόκλαντ

Νήσοι Ώλαντ

νήσος

Νήσος Νόρφολκ

Νήσος Πίτκαιρν

Νήσος του Μαν

νηφαλέως

νηφάλιος -α -ο

νηφαλιότητα

νήφιο

νιάτα

Νίγηρας

Νιγηρία

Νικαράγουα

νικαραγουανός -ή -ό

νικέλιο

νίκη

νικητής

νικηφόρος

νικηφόρος -α -ο

νικοτινίαση

Νιούε

νιπτήρας

νιφάδα σιτηρών

νιώθω

νναι

Νοέμβριος

νοερώς

νόημα

νοημοσύνη

νοιάζει

νοίκι

νοικιάζω

νοίκιασμα

νοικοκυριό

νομαδισμός

νομάρχης

νομαρχία

νομίζω

νομικές εφαρμογές πληροφορικής

νομική βάση

νομική επιστήμη

νομική θεωρία

νομική συνεργασία

νομικό καθεστώς

νομικό πρόσωπο

νομικός

νομικός σύμβουλος

νόμιμα

νόμιμη άμυνα

νόμιμη διάρκεια της εργασίας

νόμιμη κατοικία

νομιμοποίηση παράνομου χρήματος

νόμιμος

νόμιμος -η -ο

νομιμότητα

νομιμότητα εξουσίας

νόμισμα

νομισματικά εξισωτικά ποσά

νομισματική ένωση

νομισματική επιτροπή (ΕE)

νομισματική ζώνη

νομισματική κρίση

νομισματική ολοκλήρωση

νομισματική πολιτική

νομισματική προσαρμογή

νομισματική ρευστότητα

νομισματική συμφωνία

νομισματική συνεργασία

νομισματική σχέση

νομοθεσία

νομοθεσία αντιντάμπινγκ

νομοθεσία αντιτράστ

νομοθεσία για τα είδη διατροφής

νομοθεσία τοπικής αυτοδιοίκησης

νομοθεσία φαρμάκων

νομοθετική διαδικασία

νομοθετική εξουσία

νομοθετική εξουσιοδότηση

νομοθετική πράξη (ΕΕ)

νομοθετική πράξη εναρμόνισης

νομοθετική πρωτοβουλία

νομοθετικό πρόγραμμα (ΕE)

νομοθετικός σχολιασμός

νομολογία

νομολογία (ΕE)

νόμος

νόμος-πλαίσιο

νομοσχέδιο

νομότυπη κατάθεση

νοοτροπία

Νορ-πα-ντε-Καλαί

Νορβηγία

Νορβηγική Θάλασσα

νοσηλεία

νοσήλειο

νοσηλευτική φροντίδα

νοσηλευτικό ίδρυμα

νοσηλευτικό προσωπικό

νοσοκομειακά απόβλητα

νοσοκομείο

νοσοκόμος

νόσος

νόστιμα

νόστιμος

νόστιμος -η -ο

νόστος

Νότια Αμερική

Νότια Ασία

Νότια Αφρική

Νότια Βοημία

Νότια Γιουτλάνδη (κομητεία)

Νότια Εσθονία

Νότια Ευρώπη

Νότια Κορέα

Νότια Μοραβία

Νότια Ολλανδία

Νότια Πυρηναία

Νότια Σουηδία

Νότια Υπερδουναβία

Νότια Φινλανδία

Νότιο Alföld

Νότιο Αιγαίο

Νότιο Σουδάν

Νοτιοανατολική Αγγλία

Νοτιοανατολική Ασία

Νοτιοανατολική Σλοβενία

Νοτιοασιατική Ένωση Περιφερειακής Συνεργασίας

Νοτιοδυτική Αγγλία

νότιος

Νότιος Παγωμένος Ωκεανός

νουθεσία

νουθετεύω

νουθέτηση

νουθετώ

νούμερο

νουμηνία

νούμιον

νούμισμα

νουμμίον

νους

νοώ

νοών

ντάλια

ντάμπινγκ

νταρντάνα

ντε

ντεγκραντέ

ντεμί

ντεμί σεζόν

ντεμπούτο

ντέρμπι

ντέρτι

ντέρτικος -η -ο

ντέτεκτιβ

ντίβα

ντίζελ

ντισκοτέκ

ντοκιμαντέρ

ντοκουμέντο

ντομάτα

ντοπάρισμα

ντόρτια

ντου

ντουλάπα

ντουλάπι

Ντουμπάι

ντουνιάς

Ντρέντε

ντροπαλός -ή -ό

ντροπή

ντύνω

ντύσιμο

νυκτερινή εργασία

νυμφίος ο

νυν

νυχιά

νυχιάζω

νύχτα

νυχτερινός -ή -ό

νωπό γάλα

νωπό κρέας

νωπό λαχανικό

νωπό προϊόν

νωπό τυρί

νωπό ψάρι

νωπός καρπός

νωρίς

ξακουστός -ή -ό

ξανά

ξανα-

ξαναβαπτίζω

ξαναγράφω

ξαναζώ

ξαναζωγραφίζω

ξαναζωντανεύω

ξανακάνω

ξαναλέω

ξανθίζω

ξανοίγω

ξαπλώνω

ξαπλώστρα

ξαφνικά

ξαφνικός

ξαφνικός -ή -ό

ξεγέλασμα

ξεκάθαρα

ξεκίνημα

ξεκινώ

ξεμένω

ξεμυαλίζω

ξένα

ξένα κεφάλαια

ξενάγηση

ξεναγός

ξενερώνω

ξένη γλώσσα

ξένη επένδυση

ξένιος

ξενο-

ξενοαιχμαλώτισις

ξενοδοχειακά επαγγέλματα

ξενοδοχειακός τομέας

ξενοδοχείο

ξένος

ξένος -η -ο

ξενοφοβία

ξενών

ξενώνας

ξένως

ξεροκέφαλος -η -ο

ξέρω

ξεσηκωμός

ξέσπασμα

ξεστολίζω

ξεστόλισμα

ξεστομάτου

ξεστομίζω

ξετελειώνω

ξεφτέρι

ξέφτισμα

ξεχασιάρης -α -ικο

ξεχωρίζω

ξηλώνω

ξημεροβραδιάζομαι

ξημέρωμα

ξημερωμένα

ξημερώνω

ξηρά

ξηρασία

ξηροκαλλιέργεια

ξυλάνθρακας

ξυλεία

ξύλο

ξυλόγατα

ξυλουργία

ξυλουργική

ξυλουργός

ξυπνώ

ΟΑΣΕ

όαση

Οβεράισσελ

ογδόντα

όγκος

όγκος των συναλλαγών

όγκος των χρηματικών συναλλαγών

ογκώδης

οδήγηση

οδηγία

οδηγία ΕΚ

οδηγία ΕΚΑΕ

οδηγοί

οδηγός

οδηγώ

οδικές ενδομεταφορές

οδικές μεταφορές

οδική ασφάλεια

οδική κυκλοφορία

οδικό δίκτυο

οδοντιατρική

οδοντίατρος

οδοντόβουρτσα

οδός

οδός ταχείας κυκλοφορίας

οδοσήμανση

οδόστρωμα

Οδυσσέας

όζον

ΟΗΕ

όθεν

οθόνη

οι τρεις Προεδρίες

οικία

οικιακά απόβλητα

οικιακά είδη

οικιακές εφαρμογές της πληροφορικής

οικιακή ηλεκτρική συσκευή

οικιακή οικονομία

οικιακός

οικιακός -ή -ό

οικισμός

οικιστική ζώνη

οικογένεια

οικογένεια εξ αγχιστείας

οικογενειακή αλληλεγγύη

οικογενειακή γεωργική εκμετάλλευση

οικογενειακή επιχείρηση

οικογενειακή κατάσταση

οικογενειακή μετανάστευση

οικογενειακή παροχή

οικογενειακή πολιτική

οικογενειακό βάρος

οικογενειακό δίκαιο

οικογενειακό επίδομα

οικογενειακό εργατικό δυναμικό

οικογενειακός προγραμματισμός

οικογενειακός προϋπολογισμός

οικογενειάρχης

οικοδομή

οικοδομικά υλικά

οικοδομικές πλάκες

οικοδομική κερδοσκοπία

οικοδομική ξυλεία

οικοδομικός κανονισμός

οικοδομικός τομέας

οικοδόμος

οικοκυρά

οικολογία

οικολογική θεωρία

οικολογική ισορροπία

οικολογικό κίνημα

οικολογικό κόμμα

οικολογικό σήμα

οικολογικός τουρισμός

οικονομετρία

οικονομία

οικονομία κεντρικού σχεδιασμού

οικονομία κλίμακας

οικονομία πολέμου

οικονομία συντήρησης

οικονομία συντονισμού

οικονομία της αγοράς

οικονομία της γνώσης

οικονομία της πόλης

οικονομία του δημόσιου τομέα

οικονομικά δικαιώματα

οικονομικά ενεργός πληθυσμός

οικονομικά μεγέθη

οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός

οικονομικά συμφέροντα των μελών

οικονομικά της επιχείρησης

οικονομικές ανισότητες

οικονομικές διακρίσεις

οικονομικές διακυμάνσεις

οικονομικές κυρώσεις

οικονομικές συνέπειες

οικονομικές συνθήκες

οικονομικές σχέσεις

οικονομική αλληλεξάρτηση

οικονομική ανάκαμψη

οικονομική ανάλυση

οικονομική ανάπτυξη

οικονομική ανασυγκρότηση

οικονομική ανεξαρτησία

οικονομική αξία

οικονομική απογείωση

οικονομική βοήθεια

οικονομική γεωγραφία

οικονομική δραστηριότητα

οικονομική ενημέρωση

οικονομική ένωση

Οικονομική Ένωση Βελγίου-Λουξεμβούργου

οικονομική εξαθλίωση

οικονομική επιστήμη

οικονομική έρευνα

οικονομική εφορία

οικονομική και κοινωνική συνοχή

Οικονομική και Νομισματική Ένωση

Οικονομική και Νομισματική Κοινότητα Κεντρικής Αφρικής

οικονομική κατάσταση

Οικονομική Κοινότητα Κρατών Δυτικής Αφρικής

Οικονομική Κοινότητα Κρατών Κεντρικής Αφρικής

οικονομική μεγέθυνση

οικονομική μετάβαση

οικονομική μεταρρύθμιση

οικονομική μετατροπή

οικονομική ολοκλήρωση

οικονομική περιφέρεια

οικονομική πολιτική

οικονομική πρόβλεψη

οικονομική πρόκριση συναλλαγής

οικονομική προτεραιότητα

οικονομική σταθεροποίηση

οικονομική στασιμότητα

οικονομική στατιστική

οικονομική συγκέντρωση

οικονομική σύγκλιση

οικονομική συγκυρία

οικονομική συμφωνία

οικονομική συνεργασία

Οικονομική Συνεργασία Ασίας-Ειρηνικού

οικονομική των μεταφορών

οικονομική υποδομή

οικονομική υποστήριξη

οικονομική ύφεση

οικονομικό

οικονομικό έγκλημα

οικονομικό έτος

οικονομικό μέσο για το περιβάλλον

οικονομικό σύστημα

οικονομικό υπόδειγμα

οικονομικοί πόροι

οικονομικός -ή -ό

οικονομικός δείκτης

οικονομικός κύκλος

οικονομικός προγραμματισμός

οικονομικός τομέας

οικονομικός φιλελευθερισμός

οικόπεδο

οικοπεδοποίηση

οίκος

οικόσιτο ζώο

οικοσύστημα

οινοποίηση

οινοποιία

οίνος

οίνος αυξημένου οινοπνεύματος

οίνος ποιότητας

οκτακόσιοι

οκτώ

Οκτώβριος

Οκτώμβριος

ολά

ολάνθιστος -η -ο

ολάνοιχτος -η -ο

Όλη νύχτα

οληνυκτίς

ολιγάριθμος

ολιγαρχία

ολιγοπώλιο

ολιγοστοιχείο

ολιγοψώνιο

Ολλανδικές Αντίλλες

όλο

ολο-

ολοένα

ολόισιος -α -ο

Ολοκληρωμένα Μεσογειακά Προγράμματα

ολοκληρωμένη ανάπτυξη

ολοκληρωμένο εμπόριο

ολοκληρωμένο πρόγραμμα ανάπτυξης

ολοκληρωμένος -η -ο

ολοκληρώνω

ολοκλήρωση

ολομέλεια

ολομόναχος -η -ο

όλος

όλος -η -ο

ολοσέλιδος -η -ο

ολοσκέπαστος

ολοσχερής -ής -ές

ολοσχερώς

ολόσωμος -η -ο

Όλστερ-Ντόνεγκαλ

Ολύμπια

ολυμπιάδα

Ολυμπιακοί Αγώνες

ολυμπιακός -ή -ό

ολυμπιονίκης

ολύμπιος -α -ο

ολυμπισμός

ομάδα

ομάδα Βίσεγκραντ

ομάδα ποιότητας

ομάδα συμφερόντων

Ομάδα του Ρίο

ομάδα του συμφώνου Κονταδόρα

ομάδα των 24

ομάδα των 77

Ομάδα των Άνδεων

Ομάδα των Δέκα

Ομάδα των πλέον αναπτυγμένων βιομηχανικά χωρών

ομαδάρχης

ομάδες εκμεταλλεύσεων

ομάδες παραγωγών

ομαδική απόλυση

ομαδική εργασία

ομαδική καλλιέργεια

ομαδικό ταξίδι

ομαλός

Ομάν

όμηρος

ομιλία

όμιλος

όμιλος αγορών

όμιλος εταιρειών

όμιλος οικονομικού σκοπού

ομιλών

ομογενοποιημένο γάλα

ομοιοπαθητικό προϊόν

ομολογία

ομόλογο

ομολογουμένως

ομολογώ

ομόνοια

ομονοιάζω

ομόρρυθμη εταιρεία

ομορφάδα

ομορφαίνω

ομορφιά

ομορφο-

ομορφόπαιδο

όμορφος -η -ο

ομόσημος -η -ο

ομοσμένα

ομοσπονδία

Ομοσπονδιακή Βουλή

ομοσπονδιακό κράτος

ομοσπονδιακό σύστημα

ομοσπονδιακός -ή -ό

ομόσπονδο κράτος

ομόσπονδος -η -ο

ομοφυλόφιλος -η -ο

ομοφωνία

όμως

όναγρος

Ονδούρα

όνειδος

ονείραμα

όνειρο

ονειροκρίτης

ονειρομαντεία

όνειρον

ονειροπόληση

ονειροπόλος

ονειροπόλος -α -ο

όνομα

ονομάζω

ονομασία

ονομασία προέλευσης

ονομασία του προϊόντος

ονομαστική

ονοματεπώνυμο

ονόματι

ονοματίζω

ονοματικός -ή -ό

ονομάτισμα

ονοματολογία

ονοματολογία γεωργικών προϊόντων

ονοματολογία του προϋπολογισμού

όντως

οξεία

οξείδιο

οξιά

όξινη βροχή

οξίνιση

οξύ

οξύα

οξυγόνο

οξύθυμος

οξύθυμος -η -ο

ΟΟΣΑ

ΟΠΕΚ

όπερα

όπιο

όπλα ακτίνων λέιζερ

όπλα κατά προσωπικού

όπλα μαζικής καταστροφής

όπλο

όποιος

όποιος -α -ο

οποιοσδήποτε οποιαδήποτε οποιοδήποτε

οπόσος

όποτε

οποτεδήποτε

όπου

οπουδήποτε

οπτάνθρακας

οπτασία

οπτική

οπτική αναγνώριση χαρακτήρων

οπτικό μέσο

οπτικοακουστική παραγωγή

οπτικοακουστική πολιτική

οπτικοακουστικό μέσο

οπτικοακουστικό πρόγραμμα

οπτικοακουστικό τεκμήριο

οπωρώνας

όπως

οπωσδήποτε

όραμα

όραση

όργανα εκτελεστικής εξουσίας

οργανικό λίπασμα

οργανικό οξύ

οργανικό χημικό προϊόν

οργανικός νόμος

Οργανισμός Αλιείας Βορειοδυτικού Ατλαντικού

Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών

Οργανισμός Αραβικών Πετρελαιοεξαγωγικών Χωρών

Οργανισμός Βιομηχανικής Αναπτύξεως των Ηνωμένων Εθνών

Οργανισμός για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων

οργανισμός εκπροσώπησης του αγροτικού τομέα

οργανισμός έρευνας

Οργανισμός Εφοδιασμού Ευρατόμ

Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

οργανισμός κοινής ωφελείας

οργανισμός παρέμβασης

οργανισμός περιφερειακής διοίκησης

Οργανισμός Πολυμερούς Ασφάλισης Επενδύσεων

Οργανισμός Πυρηνικής Ενεργείας

Οργανισμός Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας

οργανισμός της ΕΕ

οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης

οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης

οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης β΄ βαθμού

Οργανισμός του ευρωπαϊκού GNSS

Οργανισμός του Συμφώνου της Βαρσοβίας

όργανο

όργανο δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας της ΕΕ

Όργανο Επίλυσης Διαφορών

όργανο της ΕΕ

οργανόγραμμα

οργανωμένη εγκληματικότητα

οργανωμένο ταξίδι

οργάνωση

Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης

οργάνωση επαγγελματικού κλάδου

οργάνωση εργοδοτών

οργάνωση της αγοράς

οργάνωση της εκπαίδευσης

οργάνωση της εργασίας

οργάνωση της έρευνας

οργάνωση της παραγωγής

οργάνωση του τομέα της υγείας

οργάνωση των εκλογών

οργάνωση των κομμάτων

οργάνωση των μεταφορών

οργανωτικό πνεύμα

οργή

ορέα

ορεινή γεωργία

ορεινή περιοχή

ορεινό δάσος

ορεινός

ορείχαλκος

ορεκτικά

όρεξη

όρεξις

ορθοδοξία

ορθόδοξος

ορθολογική χρήση των πλουτοπαραγωγικών πόρων

οριακός -ή -ό

οριζόντια σύμπραξη

ορίζω

ορίζων

όριο

ορισμός

ορίστε

οριστική

οριστική παύση λειτουργίας σταθμού

όρκιση

ορκισμός

ορκωτός δικαστής

ορμίζω

ορμόνες

ορμώ

όροι εμπορίου

όροι παροχής βοήθειας

όροι συνταξιοδότησης

ορολογία

όρος

οροσειρά

οροφή

όροφος

ορριάριος

ορρωδώ

ορυάκι

ορυκτά και πετρώματα

ορυκτά καύσιμα

ορυκτέλαια

ορυκτολογία

ορυκτός πλούτος

ορφανό

ορφανός

ορφανοτροφείο

ορχήστρα

όσα

όσιος -α -ο

ΟΣΝΑ

όσο

όσον

όσπριο

όστρακο

οστρακοκαλλιέργεια

όστρακον

όταν

ότι

οτιδήποτε

ότου

Ουαλλία

Ουγγαρία

ουγγρικός

Ουγκάντα

ουδέν

ουδένας

ουδετερότητα

Ουζμπεκιστάν

ούζο

ουζουφρούττο

ουζουφρουττουάριος

ουζουφρουττουάρω

Ουκρανία

ουλάκης

Ουμ αλ Κουάβαιν

Ουμβρία

ουνία

ούρα

ουραιμία

ουράνιο

ουράνιος -α -ο

ουρανο-

ουρανοξύστης

Ουρανός

ουρήθρα

ουρολόγος

Ουρουγουάη

ουσία

ουσιακός

ουσιαστικοποίηση

ουσιαστικοποιώ

ουσιαστικός -ή -ό

ούτε

Ουτρέχτη

ούτως

οφειλή

οφείλω

όφελος

οφθαλμική πάθηση

όφις

οφτός

οχεία

όχημα

όχημα δημοσίας χρήσεως

όχημα κινούμενο σε σιδηροτροχιές

όχημα με κινητήρα

όχι

οχιά

οχίνος

όχισκε

όχληση

οχυρά

όψις

π.χ.

παγίδα

παγιοποίηση του χρέους

πάγκος

παγκόσμια αποθέματα

παγκόσμια ιστορία

παγκόσμια κατανάλωση

Παγκόσμια Οργάνωση Πνευματικής Ιδιοκτησίας

Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας

παγκόσμια παραγωγή

Παγκόσμια Ταχυδρομική Ένωση

Παγκόσμια Τράπεζα

παγκόσμιο επισιτιστικό πρόγραμμα

παγκοσμιοποίηση

παγκόσμιος

παγκόσμιος -α -ο

Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός

Παγκόσμιος Οργανισμός

Παγκόσμιος Οργανισμός για την Υγεία των Ζώων

Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου

Παγκόσμιος Οργανισμός Τελωνείων

Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού

παγκόσμιος πληθυσμός

παγοθραυστικό

πάγος

πάγωμα των γαιών

πάγωμα των μισθών

παγώνι

παγωνιά

παγωνιέρα

παγωτό

παγωτομηχανή

παζάρι

παθητική τελειοποίηση

παθητικό

παθολόγος

πάθος

παίγνια

παιγνίδι

παιγνίδιον

παιγνιοθήκη

παιδαγωγική μέθοδος

παιδεία

παιδεραστία

παίδευση

παιδεύω

παΐδι

παιδί μετανάστη

παιδί του δρόμου

παιδιά

παιδιά βρεφικής και νηπιακής ηλικίας

παιδιακίσιος -α -ο

παιδιακός

παιδιάστικος -η -ο

παιδιατρική

παιδίατρος

παιδικές τροφές

παιδικός -ή -ό

παιδοπορνογραφία

παϊζίον

παιζογελώ

παίζω

παίκτης

παίρνω

παις

παιχνίδι

παιχνιδιάρης -α -ικο

παιχνιδιάρικος -η -ο

παιχνιδίζω

παιχνίδισμα

πακέτο

Πακιστάν

πάλαι

παλαιο-

παλαιοβιβλιοπωλείο

παλαιοπωλείο

παλαιοπώλης

παλαιός

παλαιός -ά -ό

παλαιός πολεμιστής

παλαιόσπιτον

Παλαιστίνη

Παλάου

παλάτι

παλεύω

πάλη

πάλη των τάξεων

πάλι

παλιατζίδικο

παλικάρι

παλικαριάτικος -η -ο

παλικαρίσιος -α -ο

πάλιν

παλινδρόμηση

παλινδρομική διακίνηση

παλιννόστηση

παλιννοστούντες

παλινόρθωση

παλιο-

παλιόπαιδο

παλίος

παλιός -ά -ό

παλιόσπιτο

παλιόσπιτον

παλληκάρι

παλληκάριον

παλληκαρίτσιν

παλτό

παμμεγέθης

παμμέγεθος

παμμέγιστος

παμμέγιστος -η -ο

παμφιλής

Παναγία

Παναμάς

Παναμερικανική Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών

Παναμερικανικό δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων

πανδοχείο

πανδοχείον

πανδοχείος

πανέ

πανέξυπνος -η -ο

πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη

πανεπιστημιακή έρευνα

πανεπιστήμιο

πανέρι

πανηγύρι

πανηγυρίζω

πανί

πανίδα

πανικό

πανικόβλητος -η -ο

πανικός

πανό

πανόμοιος -α -ο

πανόραμα

πάνου

πανούκλα

πανούργος

πάντα

πανταίτιος

Παντάνασσα

παντάπαν

παντάπασι

πάντας

πανταχού

παντέλεια

παντέλειος

παντελής

παντελής -ής -ές

παντελόνι

παντελονιά

παντελώς

πάντες

παντεσπάνι

παντζάρι

παντζούρι

παντο-

παντογνωσία

παντοκράτορας

παντοπωλείο

παντοπώλης

πάντοτε

παντού

παντουρανισμός

πάντρεμα

παντρεύω

πάντως

πανύψηλος

πάνω

πανωλεθρία

πανωλεθρίως

πανώλη

πανώλης των ζώων

παπα-

πάπας

παπί

πάπια

παπικό έγγραφο

πάπλωμα

παπλωματάδικο

Παπουασία-Νέα Γουινέα

παπούγκιν

παπούτσα

παπουτσάδικο

παπουτσής

παπούτσι

παπούτσωμα

παππούς

παπυρολογία

παπυρολόγος

πάπυρος

πάρα

παρα-

παράβαλμα

παράβαση

παράβαση κώδικα οδικής κυκλοφορίας

παραβίαση του δικαίου της ΕΕ

παραβολική κεραία

παραγγελία

παραγγελιοδόχος

παράγοντας

Παραγουάη

παραγραφή της αξιώσεως

παραγραφή της ποινής

παράγραφος

παραγωγή

παραγωγή εν σειρά

παραγωγή ενέργειας

παραγωγή ξυλείας

παραγωγή πετρελαίου

παραγωγή της ΕΕ

παραγωγή τροφίμων

παραγωγή υδατοκαλλιέργειας

παραγωγή υδρογόνου

παραγωγική ικανότητα

παραγωγικό αγαθό

παραγωγικότητα

παραγωγικότητα της εργασίας

παραγωγικότητα των γαιών

παράγωγο δίκαιο

παράδειγμα

παράδεισος

παραδεκτό

παραδέχομαι

παράδοση

παραδοσιακές τεχνολογίες

παραδοσιακή αλιεία

παραέχω

παραθέτω

παράθυρο

παραϊατρική εκπαίδευση

παραϊατρικό επάγγελμα

παραίτηση της κυβέρνησης

παρακαλώ

παρακάμπτω

παράκαμψη

παρακάτω

παρακείμενη ζώνη

παρακινώ

Παράκλητος

παρακολούθηση

παρακράτηση στην πηγή

παράκτια αλιεία

παράκτια περιοχή

παράκτιος βυθός

παραλαβή

παραλία

παραλιακός -ή -ό

παραλλαγή

παράλληλο ιατρικό επάγγελμα

παραμεθόρια περιοχή

παραμεθόριος -α -ος -ο

παραμελώ

παραμένω

Παραμένω στην ίδια θέση

παραμονή

παραμυθητικός -ή -ό

παραμύθι

παραμυθία

παράνομη άμβλωση

παράνομη διακίνηση

παράνομη κατακράτηση προσώπων

παράνομη μετανάστευση

παράνομη σύμπραξη

παράξενος -η -ο

παραοικονομία

παραπάνω

παραπέμπω

παραπέρα

παραπλανητική διαφήμιση

παραπληροφόρηση

παραπολιτικός -ή -ό

παραπομπή

παραπονεμένος -η -ο

παράπονο

παραπροϊόντα σφαγίων

παράρτημα

παρασιτολογία

παρασκευάζω

παρασκευασμένα τρόφιμα

Παρασκευή

παράσταση

παραστρατιωτικό σώμα

παράταξη

παράταση

παράταση συμφωνίας

παρατήρηση

παρατηρητής

παρατηρώ

παράτολμος -η -ο

παραφίνη

παραφρονώ

παράφρων -ων -ον

παραχάραξη

παραχώρηση υπηρεσιών

παρδαλός -ή -ό

παρέα

παρέκκλιση από το δίκαιο της ΕΕ

παρέλαση

παρελθόν

παρέμβαση στην αγορά

παρεμβατική πολιτική

παρεπιδημώ

παρηγορητική αγωγή

παρηγόρια

παρθεναγωγείο

Παρθένοι Νήσοι (ΗΠΑ)

παρκέ

πάρκο

παρόλο

παρόν

παρουσία

παρουσιάζω

παρουσίαση

παρουσιάσιμος -η -ο

παρουσιαστής

παροχέας πρόσβασης

παροχή

παροχή δανείου της ΕΕ

παροχή επιζώντων

παροχή κοινοτικού δανείου

παροχή οικονομικών κινήτρων στους εργαζομένους

παροχή παιδείας

παροχή στοιχειώδους παιδείας

παροχή συμβουλών και υπηρεσιών εμπειρογνώμονα

παροχή υπηρεσιών

παρρησία

πάρτι

παρτούζα

παρών -ούσα -όν

παρωτίδα

παρωχημένο προσόν

πάσα

πασαβιόλα

πασάλειμμα

παστεριωμένο γάλα

παστερίωση

παστίτσιο

Πάσχα

πασχάλια

πασχαλιάτικος -η -ο

πασχαλινός -ή -ό

πασχάλιο

πασχαλίτσα

πάσχω

πατάκι

πατάτα

πατέ

πατέντα

πάτερ

Πάτερ ημών

πάτερ φαμίλιας

πατέρας

πατερίτσα

πατήρ

πατούσα

πατρίδα

πατρίς

πατριωτικό κίνημα

πατριωτισμός

πατώ

πάτωμα

παύλα

παύση γεωργικής εκμετάλλευσης

παύση δραστηριότητας

παύση πληρωμών

πάχος

παχυ-

παχυδερμισμός

παχυλός -ή -ό

πάχυνση

πάχυνση με βοσκή

παχυσαρκία

παχύσαρκος -η -ο

παχύτητα

Πεδεμόντιο

πεδιάδα

πεδίο

πεζή

πεζογράφος

πεζοδρομημένη ζώνη

πεζός

πεθαίνω

πεθερικά

πειθαρχική διαδικασία

πείνα

πεινώ

πείρα

πείραμα

πειράματα σε ζώα

πειράματα στον άνθρωπο

πειραματικός -ή -ό

πειραματικός σταθμός

πειραματισμός

πειραματιστής

πειραματόζωο

πειρατεία

πειρατεία πληροφορικής

πειραχτήρι

πείσμα

πεισματάρικος -η -ο

πεισματώδης -ης -ες

πεισματώνω

πεισμώνω

πειστικός -ή -ό

πεκινουά

πέλαγος

πελατεία

πελάτης

πέλμα

Πελοπόννησος

Πέμπτη

πεμπτημόριο

πέμπω

πένα

πέναλτι

πενήντα

πενηντάδραχμο

πενηντάλεπτος

πενθήμερο εργασίας

πένθος

πενικιλίνη

πέντε

πεντελικός -ή -ό

πεντέξι

πεντικιούρ

πεποίθηση

πέρα

περαιτέρω

πέραμα

πέραν

πέρας

πέραση

περασιά

πέρασμα

περασμένος -η -ο

περαστός -ή -ό

περγαμόντο

περί

περι-

περιβάλλον

περιβαλλοντική εκπαίδευση

περιβαλλοντική οικονομία

περιβαλλοντική πολιτική

περιβαλλοντική συνεργασία

περιβαλλοντικό έγκλημα

περιβαλλοντικό πρότυπο

περιβαλλοντικό τέλος

περιβαλλοντικός -ή -ό

περιβαλλοντολογία

περιβαλλοντολόγος

περιβάλλω

περιβόλι

περιγιάλι

περιγραφή

περιγραφή καθηκόντων εργασίας

περιγράφω

περιέργεια

περιεχόμενο

περιήγηση

περίθαλψη αναπήρων

περίθαλψη ηλικιωμένων

περιθώριο διακύμανσης

περικύκλωση

περίληψη

περιμένω

περιοδεία

περιοδική επιθεώρηση

περιοδικό

περίοδος

περίοδος άσκησης

περίοδος δοκιμασίας

περιορισμένη διάδοση

περιορισμοί στις εισαγωγές

περιορισμοί στις εξαγωγές

περιορισμοί στο εμπόριο

περιορισμός ελευθερίας

περιορισμός εμπορίας

περιορισμός του ανταγωνισμού

περιορισμός των εξοπλισμών

περιουσία

περιοχή

περιοχή Blagoevgrad

περιοχή Dobrich

περιοχή Gabrovo

περιοχή Haskovo

περιοχή Kardzhali

περιοχή Kyustendil

περιοχή Lovech

περιοχή Montana

περιοχή Pazardzhik

περιοχή Pernik

περιοχή Pleven

περιοχή Plovdiv

περιοχή Razgrad

περιοχή Ruse

περιοχή Shumen

περιοχή Silistra

περιοχή Sliven

περιοχή Smolyan

περιοχή Stara Zagora

περιοχή Targovishte

περιοχή Veliko Tarnovo

περιοχή Vidin

περιοχή Vratza

περιοχή Yambol

περιοχή ανάπτυξης

περιοχή Βάρνας

περιοχή επαρχίας Σόφιας

περιοχή Μπουργάς

Περιοχή Μπρατισλάβας

περιοχή πόλης Σόφιας

περιοχή προστασίας της φύσης

Περιοχή της Banská Bystrica

Περιοχή της Košice

Περιοχή της Nitra

Περιοχή της Prešov

Περιοχή της Trenčín

Περιοχή της Trnava

Περιοχή της Žilina

περιοχή του Λίγηρα

περίπατος

περιπέτεια

περιποίηση

περίπου

περίπτερο

περίπτωση

περιπτωσιολογική μελέτη

περίσσεια

περισσός -ή -ό

περισσότερο

περισσότερος -η -ο

περιστατικό

περιστέρι

περιττός -ή -ό

περιφανής -ής -ές

περιφέρεια Βαλλωνίας

περιφέρεια Βρυξελλών

περιφέρεια εξαρτημένη από την αλιεία

περιφέρεια με προτεραιότητα

Περιφέρεια της Μούρθια

περιφέρεια των Άλπεων

περιφέρεια Φλάνδρας

περιφερειακές ανισότητες

περιφερειακές εκλογές

περιφερειακές ενισχύσεις

περιφερειακές μεταφορές

περιφερειακές στατιστικές

περιφερειακή αγορά

περιφερειακή ανάπτυξη

περιφερειακή αποκέντρωση των συναλλαγών

περιφερειακή αστυνομία

περιφερειακή ασφάλεια

περιφερειακή γεωγραφία

περιφερειακή γεωργική πολιτική

περιφερειακή διοίκηση

Περιφερειακή Επιτροπή του ΟΗΕ

περιφερειακή μονάδα

περιφερειακή οικονομία

περιφερειακή ολοκλήρωση

περιφερειακή πολιτική

περιφερειακή πολιτική της ΕΕ

περιφερειακή συνεργασία

περιφερειακό δίκαιο

περιφερειακό κοινοβούλιο

περιφερειακό κόμμα

περιφερειακό υποκατάστημα

περιφερειακοί λογαριασμοί

περιφερειακός προγραμματισμός

περιφερειακός προϋπολογισμός

περιφέρειες και κοινότητες του Βελγίου

περιφέρειες της Αυστρίας

περιφέρειες της Βουλγαρίας

περιφέρειες της Γαλλίας

περιφέρειες της Γερμανίας

περιφέρειες της Δανίας

περιφέρειες της Ελλάδας

περιφέρειες της Εσθονίας

περιφέρειες της Ιρλανδίας

περιφέρειες της Ισπανίας

περιφέρειες της Ιταλίας

περιφέρειες της Λεττονίας

περιφέρειες της Λιθουανίας

περιφέρειες της Ουγγαρίας

περιφέρειες της Πολωνίας

περιφέρειες της Πορτογαλίας

περιφέρειες της Ρουμανίας

περιφέρειες της Σλοβακίας

περιφέρειες της Σλοβενίας

περιφέρειες της Σουηδίας

περιφέρειες της Τσεχικής Δημοκρατίας

περιφέρειες της Φινλανδίας

περιφέρειες του Ηνωμένου Βασιλείου

περιφέρειες των Κάτω Χωρών

περιφερειοποίηση

περίφημος -η -ο

περιφρόνηση

περνώ

Περού

περουβιανός -ή -ό

περούκα

πέρσι

πέστροφα

πέταλο

πεταλούδα

πετιμέζι

πέτρα

πετράδι

πετρελαιαγωγός

πετρελαϊκή πολιτική

πετρέλαιο

πετρέλαιο εξωτερικής καύσεως

πετρέλαιο μηχανών

πετρελαιοβιομηχανία

πετρελαιοκηλίδα

πετροδολάριο

πετρολογία

πετροχημική βιομηχανία

πετσέτα

πετυχαίνω

πετυχημένος -η -ο

πεύκο

πευκοβελόνα

πευκόδασος

πεύκος

πευκόφυτος -η -ο

πέφτω

πέψη

πηγάδι

πηγάζω

πηγαινοέρχομαι

πηγαίνω

πηγαίος -α -ο

πηγή

πηγή δικαίου

πηγή πληροφοριών

πήδημα

πηδητικός -ή -ό

πηδηχτός -ή -ό

πια

πιάζ

πιανίστας

πιάνο

πιάνω

πιάσιμο

πιάστρα

πιατέλα

πιάτο

πιατοθήκη

πιάτσα

πίεση

πιέτα

πιθανότητα

πίθηκος

Πικαρδία

πικέτα

πίκρα

πικρός -ή -ό

πικρόχολος -η -ο

πίνακας

πίνακας τιμών

πινακοθήκη

πίνω

πιο

πίπα

πιπέρι

πιπεριά

πισίνα

πίστα

πιστεύω

πίστη

πιστόλι

πιστοποίηση των δασών

πιστοποιητικό

πιστοποιητικό καταγωγής

πιστοποιητικό κυκλοφορίας

πιστοποιητικό υγείας

πιστός -ή -ό

πιστώσεις πληρωμών

πιστώσεις προϋπολογισμού

πίστωση

πιστωτική αγορά

πιστωτική πολιτική

πιστωτικό ίδρυμα

πιστωτικό κόστος

πιστωτικό χρήμα

πιστωτικός έλεγχος

πιστωτικός συνεταιρισμός

πιστωτικός τίτλος

πίσω

πισω-

πισωβελονιά

πισωγυρίζω

πισωδρόμισμα

πισωδρομώ

πισωκάπουλα

πισώπλατα

πισώπλατος -η -ο

πίτα

πίτερο

πίτσα

πιτσιρίκος

πλαγκτόν

πλάι

πλαίσιο

πλάκα

πλακάκι

πλακάς

πλανήτης

πλάνο

πλανόδιο εμπόριο

πλασέ

πλασματική τιμολόγηση

πλαστικές ύλες

πλαστικοποιητής

πλαστογραφία

πλατέα

πλατέα προϊόντα

πλατεία

πλάτη

πλατό

πλάτος

πλατς

πλατσούρισμα

πλέγμα

πλειοψηφία

πλειοψηφικό σύστημα

πλειστηριάζω

πλειστηρίασμα

πλειστηριασμός

πλεκτοβιομηχανία

πλεξιγκλάς

πλέον

πλεονάζων -ουσα -ον

πλεόνασμα

πλεόνασμα παραγωγής

πλεονασματικό απόθεμα

πλεονέκτημα

πλευρά

πλευρό

πληγείσα ζώνη

πληγή

πλήγμα

πληγώνω

πλήθος

πληθυσμιακή διακίνηση

πληθυσμιακή δυναμική

πληθυσμιακή συρρίκνωση

πληθυσμός σε ηλικία απασχόλησης

πληθώρα

πληθωρισμός

πληκτρολόγηση

πλημμύρα

πλην

πλήρες γάλα

πλήρης απασχόληση

πληροφόρηση

πληροφόρηση του καταναλωτή

πληροφόρηση των εργαζομένων

πληροφορία

πληροφορική

πληροφορική της τεκμηρίωσης

πληροφορώ

πληρωμή

πληρωμή εντός της ΕΕ

πληρώνω

πλήρωση

πλησιάζω

πλησίον

πλιγούρι

πλίνθωμα

πλοήγηση

πλοίο

πλοίο για φορτηγίδες

πλοιοκτήτης

πλούσιος -α -ο

πλουσιόσπιτο

πλούτισμα

πλουτισμός

πλούτος

Πλούτωνας

πλουτώνιο

πλυντήριο

πλύσιμο

πλωτό δίκτυο

πνεύμα

πνευματική ιδιοκτησία

πνευματικότητα

πνευμάτωση

πνευστό ελαστικό επίσωτρο

πνιγμός

πνίγω

πνοή

ποάνθρακας

ποδηλασία

ποδήλατο

ποδηλατοδρόμος

πόδι

ποδιά

ποδοσφαιριστής

ποδόσφαιρο

ποθεινός -ή -ό

πόθεν

ποθητός -ή -ό

πόθος

ποθούμενος -η -ο

ποθώ

ποίημα

ποίηση

ποιητάρης

ποιητής

ποιητική

ποιητικός

ποιητικότητα

ποικιλία

ποικίλλω

ποικίλος -η -ο

ποινή

ποινική αγωγή

ποινική διαδικασία

ποινική ευθύνη

ποινική ευθύνη των ανηλίκων

ποινική κύρωση

ποινικό δίκαιο

ποινικό δικαστήριο

ποινικό μητρώο

ποινικό στρατιωτικό δίκαιο

ποινικός κώδικας

ποιος -α -ο

ποιότητα

ποιότητα ζωής

ποιότητα της διδασκαλίας

ποιότητα του περιβάλλοντος

ποιότητα του προϊόντος

ποιοτική ανάλυση

ποιοτικό πρότυπο

ποιοτικός έλεγχος βιομηχανικών προϊόντων

ποιοτικός έλεγχος γεωργικών προϊόντων

ποιώ

πόκερ

πολαρόιντ

πολέμαρχος

πολεμικές ζημίες

Πολεμική Αεροπορία

πολεμικό ελικόπτερο

Πολεμικό Ναυτικό

πολεμικό όχημα

πόλεμος

πόλεμος ανεξαρτησίας

πόλεμος συνόρων

πολεοδομία

πολεοδομικές ρυθμίσεις

πολεοδομική ανάπλαση

πολεοδομικό συγκρότημα

πολεοδομικό σχέδιο

πολεοδόμος

Πόλη

πόλη δορυφόρος

πόλη μετρίου μεγέθους

πολική περιοχή

πολιτεία

πολιτειακός -ή -ό

πολίτευμα

Πολίτης

πολιτικά δικαιώματα

πολιτικά και κοινωνικά ρεύματα

πολιτικά κόμματα

πολιτικές διακρίσεις

πολιτικές τάσεις

πολιτική

πολιτική αεροπορία

πολιτική άμυνα

πολιτική αναταραχή

πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ

πολιτική απαγωγή

πολιτική απασχόλησης

πολιτική απασχόλησης της ΕΕ

πολιτική βία

πολιτική γεννήσεων

πολιτική γεωγραφία

πολιτική γεωργικής παραγωγής

πολιτική γεωργικών διαρθρώσεων

πολιτική για τη νεότητα

πολιτική για την αλλαγή του κλίματος

πολιτική για την υγεία

πολιτική για τον άνθρακα

πολιτική διαιτησία

πολιτική διάσπαση

πολιτική δικονομία

πολιτική εισαγωγών

πολιτική εκπροσώπηση

πολιτική εναλλαγή

πολιτική ένταξη

πολιτική εξαγωγών

πολιτική εξοπλισμών

πολιτική εξουσία

πολιτική επιστήμη

πολιτική έρευνας

πολιτική έρευνας της ΕΕ

πολιτική ευθύνη

πολιτική θητεία

πολιτική ιδεολογία

πολιτική καταναλωτών

πολιτική κατάσταση

πολιτική κοινωνιολογία

πολιτική κουλτούρα

πολιτική κρίση

πολιτική κτιριακών έργων

πολιτική λέσχη

πολιτική λιτότητας

πολιτική μεταρρύθμιση

πολιτική μεταφορών

πολιτική ολοκλήρωση

πολιτική ομάδα

πολιτική ομάδα (ΕΚ)

πολιτική παροχής βοήθειας

πολιτική περιβάλλοντος της ΕΕ

πολιτική προπαγάνδα

πολιτική πυρηνικής ενέργειας

πολιτική σε θέματα γλώσσας

πολιτική στήριξης

πολιτική στον τομέα των θεωρήσεων διαβατηρίου

πολιτική συμμετοχή

πολιτική συμπεριφορά

πολιτική συνεργασία

πολιτική συνεργασίας

πολιτική τηλεπικοινωνιών

πολιτική της ΕΕ

πολιτική της ΕΕ-εθνική πολιτική

πολιτική της επικοινωνίας

πολιτική της επιχείρησης

πολιτική της παραγωγής

πολιτική της πληροφόρησης

πολιτική τιμών

πολιτική του ανταγωνισμού

πολιτική του διαστήματος

πολιτική των συνασπισμών

πολιτική φιλοσοφία

πολιτική φυλετικού διαχωρισμού

πολιτικό άσυλο

πολιτικό γραφείο

πολιτικό δικαστήριο

πολιτικό καθεστώς

πολιτικό κίνητρο

πολιτικό πρόγραμμα

πολιτικό προσωπικό

πολιτικοί θεσμοί

πολιτικός

πολιτικός άνδρας

πολιτικός κρατούμενος

πολιτικός πρόσφυγας

πολιτικός συνασπισμός

πολιτικός Τύπος

πολιτισμένος -η -ο

πολιτισμός

πολιτιστικές σχέσεις

πολιτιστική αφομοίωση

πολιτιστική γεωγραφία

πολιτιστική διαφορά

πολιτιστική εκδήλωση

πολιτιστική εξαίρεση

πολιτιστική κληρονομιά

πολιτιστική οργάνωση

πολιτιστική πολιτική

πολιτιστική προώθηση

πολιτιστική συνεργασία

πολιτιστική ταυτότητα

πολιτιστικό αγαθό

πολιτιστικό βραβείο

πολιτιστικό κίνημα

πολιτιστικός πλουραλισμός

πολιτιστικός τομέας

πολιτιστικός τουρισμός

πολιτογράφηση

πολλά

πολλαπλασιάζω

πολλαπλασιασμός

πολλαπλασιασμός των φυτών

πολλαπλασιαστής

πολλαπλός -ή -ό

πόλο

πόλος ανάπτυξης

πολύ

πολύ μεγάλος

πολυ-

πολυαγαπώ

πολυάσχολος -η -ο

πολυγαμία

πολυγλωσσία

πολύγλωσσο λεξικό

πολυεθνική επιχείρηση

πολυεθνική στρατιωτική δύναμη

πολυεθνικό κράτος

πολυεστέρας

πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο

πολυετές λαχανικό

πολυθρόνα

πολυκαλλιέργεια

πολυκατοικία

πολυκομματικό σύστημα

πολυμελής οικογένεια

πολυμερείς σχέσεις

πολυμερή

πολυμερής βοήθεια

πολυμερής εποπτεία

πολυμερής συμφωνία

πολυμέσα

Πολυνησία

πολύς πολλή πολύ

πολυσυλλεκτικότητα

πολυτέλεια

πολυτεχνείο

πολύτιμος λίθος

πολυφωνία

πολυφωνία των μέσων μαζικής επικοινωνίας

Πολωνία

πόλωση

Πομερανία

πόμολο

πονάω

πονηριά

πονηρός -ή -ό

πονο-

πονόδοντος

πονοκέφαλος

πόνος

ποντικί

ποντικός

ποντικότρυπα

πορεία

πορεύομαι

πορθμείο

πορθμός

πόρισμα

πορνεία

πορνογραφία

πόρνος

πορνοστάρ

πόροι του προϋπολογισμού

πόρος

πόρτα

Πόρτο Ρίκο

Πορτογαλία

Πορτογαλόφωνη Aφρική

πορτοκάλι

πορτοφόλι

πόσιμο νερό

πόσο

πόσος -η -ο

ποσοστό

ποσοστό αυτάρκειας

ποσοστό παρέμβασης

ποσοστό ΦΠΑ

ποσοστώσεις μεταφορών

ποσοστώσεις παραγωγής

ποσόστωση

ποσότητα

ποσοτική ανάλυση

ποσοτικός -ή -ό

ποσοτικός περιορισμός

πόστο

ποτάμι

ποταμιά

ποτάμιος στόλος

ποτάμιος τουρισμός

ποταμοπλοΐα

ποτάσσα

πότε

ποτές

ποτήρι

ποτήριον

ποτό

ποτοποιείο

ποτοποιία

ποτοπωλείο

πού

Πουατού-Σαράντ

πουγκί

πούδρα

πουθενά

πουκαμίσα

πουκάμισο

πουλερικά

πουλερικά ωοπαραγωγής

πούλημα

πουλητής

πούλι

πούλια

πούλμαν

πουρνάρι

πούρο

πούστης

πουτάνα

πουταναριό

πουτανιά

πουτανιάρης

πουτσαράς

πουτσίζω

πούτσος

πουφ

Πράγα

πράγμα

πραγματεία

πραγμάτευση

πράγματι

πραγματικός -ή -ό

πραγματικός φόρος

πραγματικότητα

πραγματιστής

πραγματιστικός -ή -ό

πραγματογνώμονας

πραγματοποίηση

πράκτορας

πρακτορείο

πραμάτεια

πράξεις συναλλάγματος

πράξη

πράξη αγοράς

πράξη της ΕΕ

πραξικόπημα

Πράσινο Ακρωτήριο

πρασινο-

πράσινος -η -ο

πράσινος δείκτης

πρατήριο

πρατήριο πώλησης

πράττω

πρέζα

πρεζάκιας

πρεμιέρα

πρεμνοφυές δάσος

πρέπει

πρεσβεία

πρεσβευτής

πρεσβεύω

πρέσβης

πρεσβυτέριο

πρεσβύτερος

πρεσβύτερος -η -ο

πρεσβύτης

πρεσβυωπία

πρίγκιπας

Πριγκιπάτο Αστουριών

πριμοδότηση αποθεματοποίησης

πριμοδότηση εκρίζωσης

πριμοδότηση μη εμπορίας

πριμοδότηση σφαγής

πριν

πρίνος

πριονιστήριο

πρίσμα

προάσπιση των ελευθεριών

προαστιακές συγκοινωνίες

προαστιακή ζώνη

προάστιο

πρόβα

πρόβατο

προβατοειδή

πρόβειο κρέας

πρόβειος -α -ο

Προβηγκία-Άλπεις-Κυανή Ακτή

προβλέπω

πρόβλεψη

πρόβλημα

προβλήματα της πόλης

προβληματική

προβληματική επιχείρηση

προβληματικός -ή -ό

προβλήτα

προβολή

πρόγνωση

πρόγραμμα

Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών

πρόγραμμα γεωργικής ανάπτυξης

πρόγραμμα διδασκαλίας

πρόγραμμα δράσης

πρόγραμμα ενισχύσεων

πρόγραμμα έρευνας

πρόγραμμα σταθερότητας

πρόγραμμα της ΕΕ

Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το διεθνή έλεγχο των ναρκωτικών

Πρόγραμμα των Ηνωµένων Εθνών για το Περιβάλλον

πρόγραμμα-πλαίσιο Ε&ΤΑ

προγράμματα και ταμεία του ΟΗΕ

προγραμματισμός κατά τομέα

προγραμματισμός της εκπαίδευσης

προγραμματισμός του εργατικού δυναμικού

προγραμματισμός των μεταφορών

προδικαστική διαδικασία

προδικαστικό ερώτημα

προδοσία

προεγγεγραμμένο μέσο εγγραφής

προεδρείο του ΕΚ

προεδρείο του Κοινοβουλίου

προεδρία

προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

προεδρικές εκλογές

προεδρικό καθεστώς

πρόεδρος

πρόεδρος θεσμικού οργάνου

πρόεδρος της Επιτροπής

πρόεδρος της κυβέρνησης

πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου

πρόεδρος του Κοινοβουλίου

προειδοποιώ

προεκλογική εκστρατεία

προεκλογική προπαγάνδα

προέλευση της βοήθειας

προενταξιακή βοήθεια

προενταξιακή στρατηγική

προεξόφληση

προεξοφλητικό επιτόκιο

προεπιλογή

προετοιμασία του εδάφους

προηγούμαι

πρόθεση

προθεσμία έκδοσης

προθεσμία πληρωμής

προθεσμιακή αγορά

πρόθυμος -η -ο

προϊόν

προϊόν βάσεως

προϊόν διατηρημένο σε απλή ψύξη

προϊόν διατροφής

προϊόν ευρείας κατανάλωσης

προϊόν καταγωγής

προϊόν κρέατος

προϊόν με βάση τα λαχανικά

προϊόν με βάση τα σιτηρά

προϊόν με βάση τα φρούτα

προϊόν με βάση τη ζάχαρη

προϊόν με βάση το ψάρι

προϊόν ξυλείας

προϊόν πετρελαίου

προϊόν σε κονσέρβα

προϊόν συντήρησης

προϊόν ταχείας κατάψυξης

προϊόν χύδην

προϊόντα συσκευασίας

προϊόντα χαλυβουργίας

προϊστάμενος -η -ο

προϊστορία

προκαθορισμένη τιμή

προκαλώ

προκαταβολές

προκαταβολή

προκατάληψη

προκατασκευές

προκάτοχος

πρόκειται

προκήρυξη

πρόκληση

προκομμένος -η -ο

προκριματικές εκλογές

πρόκριση

προλαβαίνω

προληπτικά αντισεισμικά μέτρα

πρόληψη

πρόληψη περιβαλλοντικού κινδύνου

πρόληψη της ρύπανσης

πρόληψη των ασθενειών

πρόληψη των ατυχημάτων

πρόληψη των συγκρούσεων

προμήθεια

προμήθεια όπλων

προμηθευτής

πρόνοια

προνόμιο

προξενείο

πρόξενος

πρόοδος

προοπτική

προορισμός

προπαγάνδα

προπάνιο

προπληρωμή

προπόνηση

προπονητής

προπώληση

προς

προσ-

προσαρμογή στις κλιματικές μεταβολές

προσαρμογή των δημοσιονομικών προοπτικών

προσαρμοστικός -ή -ό

προσαρμοστικότητα εργαζομένου

προσαρτημένος προϋπολογισμός

προσαυξήσεις μισθού

πρόσβαση

πρόσβαση σε επάγγελμα

πρόσβαση στη δικαιοσύνη

πρόσβαση στην αγορά

πρόσβαση στην αγορά εργασίας

πρόσβαση στην εκπαίδευση

πρόσβαση στην πληροφορία

πρόσβαση στις πληροφορίες της ΕΕ

προσβολή της ασφάλειας του κράτους

προσδοκία

προσδόκιμο επιβίωσης

προσέγγιση των νομοθεσιών

προσέγγιση των πολιτικών

προσευχή

προσεχής -ής -ές

προσέχω

Προσήνεμοι Νήσοι

πρόσθεση

πρόσθετα τροφίμων

πρόσθετες απολαβές

πρόσθετη δασμολογική επιβάρυνση

πρόσθετο εισόδημα

πρόσθετο-βελτιωτικό

πρόσθετοι πόροι

προσθέτω

προσθήκη

προσθήκη ζάχαρης στο μούστο

προσκήνιο

πρόσκληση

πρόσκληση υποβολής προσφορών

προσκλητήριο

πρόσκομμα

προσλαλιά

προσλαμβάνω

πρόσληψη

πρόσληψη μισθωτού ανταγωνιστικής επιχείρησης

προσμένω

πρόσοδος γεωργικής εκμετάλλευσης

προσομοίωση

προσοχή

πρόσοψη

προσπάθεια

προσπαθώ

προστακτική

προστασία από τη ραδιενέργεια

προστασία από τους θορύβους

προστασία δεδομένων

προστασία μαρτύρων

προστασία μητρότητας και παιδιών

προστασία της αγοράς

προστασία της ιδιωτικής ζωής

προστασία της οικογένειας

προστασία της πανίδας

προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς

προστασία της χλωρίδας

προστασία του εδάφους

προστασία του καταναλωτή

προστασία του παιδιού

προστασία του περιβάλλοντος

προστασία του τοπίου

προστασία των ακτών

προστασία των δασών

προστασία των επικοινωνιών

προστασία των εταίρων

προστασία των ζώων

προστασία των μειονοτήτων

προστασία των υδάτων

προστατευόμενη ζώνη

προστατευόμενο είδος

προστατευτικός εξοπλισμός

προστατευτισμός

προστάτης

προστάτης οικογενείας

προστιθέμενη αξία

πρόστιμο

προσυγκέντρωση

προσυσκευασία

προσφέρω

προσφορά

προσφορά ενέργειας

προσφορά εργασίας

προσφορά και ζήτηση

προσφορά χρήματος

πρόσφυγας

προσφυγή

προσφυγή ακυρώσεως

προσφυγή διοικητικής ευθύνης

προσφυγή επί παραβάσει

προσφυγή επί παραλείψει

προσφυγή ιδιωτών

προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια

προσφυγή στη δικαιοσύνη (ΕE)

προσφυγή στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή

προσφυγή υπαλλήλου κατά της διοίκησης

προσφυγικός -ή -ό

προσφωνώ

προσχέδιο προϋπολογισμού

προσχέδιο προϋπολογισμού ΕΚ

προσχολική αγωγή

προσχώρηση σε συμφωνία

προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση

προσωπικά είδη

προσωπικά στοιχεία

προσωπική ανέλιξη

προσωπική κατάσταση

προσωπικό

προσωπικό γραμματείας

προσωπικό εδάφους

προσωπικό ΕΚ κατηγορίας Β

προσωπικό ΕΚ κατηγορίας Γ

προσωπικό ΕΚ κατηγορίας Δ

προσωπικό εστιατορίων

προσωπικό όπλο

προσωπικό πληρώματος

προσωπικό πωλήσεων

προσωπικό σωφρονιστικών καταστημάτων

προσωπικό των μεταφορών

προσωπικός -ή -ό

προσωπικότητα

πρόσωπο

προσωπογραφία

προσωποποίηση

προσωποποίηση της εξουσίας

προσωρινά δωδεκατημόρια

προσωρινή αναστολή συνταγματικών δικαιωμάτων

προσωρινή ατέλεια

προσωρινή κράτηση

πρόταση

πρόταση (ΕE)

πρόταση μομφής

πρόταση νόμου

προτείνω

προτεραιότητα

πρότερος -η -ο

προτεσταντικό εκκλησιαστικό δίκαιο

προτεσταντισμός

προτίμηση

προτιμησιακή συμφωνία

προτιμησιακή τιμή

προτιμησιακό δασμολόγιο

προτιμώ

προτού

προτροπή

πρότυπο

πρότυπο αγρόκτημα

πρότυπο ασφάλειας

προϋπηρεσία

προϋπόθεση

προϋπολογισμός

προϋπολογισμός για την άμυνα

προϋπολογισμός για την έρευνα

προϋπολογισμός διαφήμισης

προϋπολογισμός της ΕΕ

προϋπολογισμός της εκπαίδευσης

προφήτης

προφίλ

προφορική ερώτηση

προφυλάκιση

πρόχειρος -η -ο

προχώρημα

προχωρώ

προώθηση

προώθηση της ευρωπαϊκής ιδέας

προώθηση των επενδύσεων

προώθηση των συναλλαγών

πρόωρες εκλογές

πρόωρη συνταξιοδότηση

πρώην

Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας

πρώην ΕΣΣΔ

πρώην ΛΔΓ

πρώην σοσιαλιστικές χώρες

πρώην Υεμένη ΛΔ

πρωθυπουργός

πρωί

πρώιμα οπωροκηπευτικά

πρωινό

πρωινός -ή -ό

πρωτάθλημα

πρωταθλητής

πρωταπριλιά

πρωτεΐνη γάλακτος

πρωτεϊνούχο προϊόν

πρώτες βοήθειες

πρωτεύουσα

πρώτη απασχόληση

πρώτη ύλη

πρώτη φάση της ΟΝΕ

πρωτο-

πρωτοβάθμια εκπαίδευση

πρωτοβάθμιος -α -ο

πρωτοβουλία της ΕΕ

πρωτογενής τομέας

πρωτόγονη θρησκεία

πρωτοδικείο

πρωτόκολλο

πρωτόκολλο (ΕE)

πρωτόκολλο ζάχαρης

πρωτόκολλο συμφωνίας

πρωτόκολλο του Κυότο

πρώτος -η -ο

Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος

πρωτότυπο

Πρωτοχρονιά

πρωτοχρονιάτικος -η -ο

πτηνό

πτηνοτροφία

πτήση

πτυσσόμενος -η -ο

πτυχίο

πτώμα

πτώση

πτώση των τιμών

πτώχευση

πυκνότητα του πληθυσμού

πύλη

πυξίδα

πύρα

πυρασφάλεια

πύραυλοι

πύργος

πυρετός

πυρηνικά όπλα

πυρηνικές δοκιμές

πυρηνική ασφάλεια

πυρηνική βιομηχανία

πυρηνική ενέργεια

πυρηνική έρευνα

πυρηνική ιατρική

πυρηνική σύντηξη

πυρηνική σχάση

πυρηνική τεχνολογία

πυρηνική φυσική

πυρηνική χημεία

πυρηνικό ατύχημα

πυρηνικό καύσιμο

πυρηνικός αντιδραστήρας

πυρηνικός πόλεμος

πυρηνικός σταθμός παραγωγής ενέργειας

πυρίμαχα υλικά

πυρκαγιά

πυροβόλα όπλα και πυρομαχικά

πυροτέχνημα

πύρρειος -ος -α -ο

πώληση

πώληση εξ αποστάσεως

πώληση επί ζημία

πώληση επί πιστώσει

πώληση κατ' οίκον

πώληση με έκπτωση

πώληση ρυπαντικού προϊόντος με εγγύηση επιστροφής

πωλητής

πως

ραβδί

ράβδος

ραβδοσκοπία

ραγώδες

ραδιενεργά απόβλητα

ραδιενεργά κατάλοιπα

ραδιενέργεια

ραδιενεργό υλικό

ραδιενεργός ρύπανση

ράδιο

ραδιοβιολογία

ραδιοτηλεπειρατεία

ραδιοφωνία

ραδιοφωνική συσκευή

ραδιόφωνο

ραντεβού

ραπάνι

Ρας αλ Καϊμά

ρατσισμός

ράφι

ραφινάρισμα

ραφινάρω

ραφινέ

ραχάτι

ράψιμο

ρεζέρβα

ρεζίλι

ρείθρο

ρεκόρ

ρέντα

ρεπορτάζ

ρεπουμπλικανικό κόμμα

ρέστα

ρετιρέ

ρεύμα

ρευματικός -ή -ό

ρευματοδότης

ρευματολήπτης

ρευματολογία

ρευματολόγος

Ρεϋνιόν

ρευστότητα

Ρηνανία-Παλατινάτο

ρήξη

ρητίνη

ρητινώδη

ρητινώδης -ης -ες

ρήτρα απαλλαγής

ρήτρα διαιτησίας

ρήτρα διασφάλισης

ρήτρα επίκλησης λόγων συνείδησης

ρήτρα κατανομής

ρίγα

ριγανάτος -η -ο

ρίζα

ριζίτικος -η -ο

ριζοσπάστης

ριζοσπαστικό κόμμα

ρίκινο

Ρίμπε (κομητεία)

ρίνα

Ρινγκκαίμπινγκ (κομητεία)

ρινικός -ή -ό

ρινο-

ρινόκερος

Ριόχα

ρίσκο

ρίχνω

ρόδα

ροδακινιά

ροδάκινο

Ροδανός-Άλπεις

ρόδι

ρόδο

Ρόδος

ροκ εντ ρολ

ρόκα

ροκαμβολικός -ή -ό

ροκανίδι

ροκάς

ρολό

ρολόι

ρόλος

Ρόμα

ρομανικός -ή -ό

ρομάντζα

ρομάντζο

ρομαντικός -ή -ό

ρομαντισμός

ρόμβος

ρομπότ

ρομποτική

ρόπαλο

Ροσκίλντε (κομητεία)

Ρουάντα

Ρουμανία

ρουμανικός -ή -ό

ρουφώ

ρούχο

ρύζι

ρύθμιση

ρύθμιση της θήρας

ρύθμιση των εμπορικών συναλλαγών

ρύθμιση των τιμών

ρυθμιστικό απόθεμα

ρυθμός

ρυθμός της εργασίας

ρύπανση

ρύπανση από μέταλλα

ρύπανση από οργανικές ουσίες

ρύπανση από τα αυτοκίνητα

ρύπανση από τα πλοία

ρύπανση από τη γεωργική δραστηριότητα

ρύπανση από υδρογονάνθρακες

ρύπανση λόγω ατυχήματος

ρύπανση της θάλασσας

ρύπανση της στρατόσφαιρας

ρύπανση του εδάφους

ρύπανση των ακτών

ρύπανση των τροφίμων

ρύπανση των υδάτινων ρευμάτων

ρύπανση των υδάτων

ρύπανση χερσαίας προέλευσης

ρύποι του νερού

ρύπος

ρωμαϊκό δίκαιο

Ρωσία

ρωτώ

Σάαρ

Σάββατο

σαββατόβραδο

Σαββατοκύριακο

σαγανάκι

σαγάνι

σαγιονάρα

σακάκι

σάκχαρο

σακχαρόζη

σαλάτα

σαλόνι

σάλπιγγα

σάλτσα

Σάλτσμπουργκ

σαμιώτικος -η -ο

Σαμόα

σάμπα

σαμπάνια

σαμπουάν

σαν

σαν φιστίκ

σανατόριο

σανός

σαντιγί

σάντουιτς

Σαξονία

Σαξονία-Άνχαλτ

Σάο Τομέ και Πρίνσιπε

Σαουδική Αραβία

σάπιος -α -ο

σαράντα

σαρανταποδαρούσα

σαραντάχρονος -η -ο

Σαραουάκ

Σαρδηνία

σάρκα

Σάρτζα

σαρωτής

σασμάν

σαχάνι

Σαχέλ

σαχλαμαρίζω

σβήνω

σβήσιμο

σβηστήρι

σε

σέβασμα

σεβάσμιος -α -ο

σεβασμιότητα

σεβασμός

σεβαστός -ή -ό

σεζόν

σεινάμενος -η -ο

σειρά

σεισμολογία

σεισμός

σελήνη

σελίδα

σελιδαρίθμηση

σελίνι

σέλινο

σέλφ-σέρβις

σεμινάριο

Σεν Πιερ και Μικελόν

σενάριο

Σενεγάλη

σέντερ φορ

σεντόνι

σεντούκι

σέξι

σεξουαλικά μεταδιδόμενη ασθένεια

σεξουαλικές μειονότητες

σεξουαλική αγωγή

σεξουαλική ελευθερία

σεξουαλική παρενόχληση

σεξουαλικό έγκλημα

σεξουαλικός τουρισμός

σεξουαλικότητα

σεπτός -ή -ό

Σερβία

Σερβία και Μαυροβούνιο

σερίφης

ΣΕΣΚΕ

Σεϋχέλλες

σήκωμα

σηκώνω

σήμα

σήμα κατατεθέν

σήμα ποιότητας

σήμα της ΕΕ

σημάδεμα

σημαδεύω

σημάδι

σημαδιακός -ή -ό

σημαία

σημαία ευκαιρίας

σημαία πλοίου

σήμανση

σήμανση συμμόρφωσης CE

σημαντικός

σημασία

σημείο

σημειογραφία

σημειολογία

σημειολογικός -ή -ό

σημείωμα

σημειώνω

σημείωση

σήμερα

σήραγγα

σηροτροφία

σιγά

σιγαλιά

σιγαρέτο

Σιγκαπούρη

σιγματικός -ή -ό

σιγουριά

σιδερώστρα

σιδηροδρομικές κατασκευές

σιδηροδρομικές μεταφορές

σιδηροδρομικό δίκτυο

σιδηροδρομικό τροχαίο υλικό

σιδηροδρομικός σταθμός

σιδηρομετάλλευμα

σίδηρος

σιδηρούχα μέταλλα

Σιέρρα Λεόνε

σιζάλ

σίκαλη

Σικελία

Σιλεσία

σιλό

σιλουέτα

σιμιγδάλι

σινεμά

σιρόπι

σιρόπιασμα

σιτάρι

σιτηρό

σιωπή

σιωπηλός -ή -ό

σιωπηρή πλειοψηφία

σιωπηρός -ή -ό

σκάβω

σκαθάρι

σκαιός -ή -ό

σκάκι

σκάλα

σκαλί

σκαλιστήρι

σκαλιστικό φυτό

σκάνδαλο

σκάνταλο

σκαντζόχοιρος

σκάρτος -η -ο

σκασμός

σκάφη

σκάφος

σκάφος αναψυχής

σκελετός

σκέπασμα

σκεπαστός -ή -ό

σκέπη

σκεπτικό

σκεπτικός

σκευή

σκεφτικός -ή -ό

σκέφτομαι

σκέψη

σκηνή

σκηνογραφία

σκηνοθεσία

σκηνοθέτης

σκιά

σκιαγράφημα

σκιαγράφηση

σκιαγραφία

σκιάζω

σκιαμαχία

σκιάξιμο

σκίαση

σκιάχτρο

σκίνος

σκίουρος

σκίρτημα

σκιρτώ

σκίτσο

σκιώδης κυβέρνηση

σκληρό σιτάρι

σκληρό τυρί

σκληρός -ή -ό

σκληρύνω

σκόνη

σκόπελος

σκοπεύω

σκοπιά

σκοπός

σκορ

σκόρερ

σκορπίζω

σκορπιός

σκόρπισμα

σκοτάδι

σκοτεινός -ή -ό

σκοτεινότητα

σκοτώνω

σκοτώστρα

σκουλήκι

σκούπα

σκουπίζω

σκούρος -α -η -ο

σκουρόχρωμος -η -ο

σκυλί

σκυλιάζω

σκύλιασμα

Σκύλλα

σκυλο-

σκυλοβαριέμαι

σκύλος

σκυρόδεμα

Σκωτία

Σλέσβιχ-Χολστάιν

Σλοβακία

Σλοβενία

σμιγός

σμίλη

σμίξιμο

σμιχτός -ή -ό

σμιχτοφρύδης

σοβαρός -ή -ό

σοβαρότητα

σοβεί

σόγια

σογιέλαιο

Σόδομα

σόι

σοκάκι

σοκάρισμα

σοκολάτα

σοκολατάκι

σοκολατοποιία

σόλα

Σομαλία

σόου

σόργο

σορόκος

σορόπι

σορός

σορτς

σοσιαλδημοκρατία

σοσιαλδημοκρατικό κόμμα

σοσιαλισμός

Σοσιαλιστική Διεθνής

σοσιαλιστικό κόμμα

σου

σου μου του

Σουαζιλάνδη

σουαχίλι

σουβλάκι

σουβλατζίδικο

Σουδάν

σουδανικός -ή -ό

σουέτ

σούζα

Σουηδία

σούκο

Σουλάβεζι

Σουμάτρα

σούπα

σούπερ

σούπερμαν

σουπερμάρκετ

σουρίζω

Σουρινάμ

σούρωμα

σουρώνω

σουσάμι

σουσουράδα

σουτ

σουτζούκι

σουτιέν

σοφία

σοφός -ή -ό

σπαθί

σπαθόχορτο

σπανάκι

σπανακόπιτα

σπάσιμο

σπασμένος -η -ο

σπασμός

σπαστός -ή -ό

σπατάλη

σπερμοφυές δάσος

σπέρνω

σπεύδω

σπήλαιο

σπηλαιολογία

σπηλαιολόγος

σπίθα

σπιρτόκουτο

σπίτι

σπιτικός -ή -ιά -ό

σπιτίσιος -α -ο

σπογγιόμορφη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών

σπορ

σπορά

Σποράδες

σπόρι

σποριάζω

σπόρος

σπόρος για σπορά

σπουδαίος -α -ο

σπουδαιότητα

σπουδές διοίκησης επιχειρήσεων

σπουδές εκπαιδευτικών

σπουργίτι

Σρι Λάνκα

στάγμα

σταγόνα

στάδιο

στάζω

σταθερά

σταθεροποίηση των εισοδημάτων

σταθεροποιητικός μηχανισμός του προϋπολογισμού

σταθερότητα των τιμών

σταθμεύουσες δυνάμεις

στάθμευση

στάθμη

σταθμός

σταθμός λεωφορείων

σταθμός παραγωγής ενέργειας

σταματημός

σταματώ

στάμνα

στάνταρ

σταρ

στάση

στάσιμα ύδατα

στατιστικές αλιείας

στατιστικές άμυνας

στατιστικές απασχόλησης

στατιστικές εκπαίδευσης

στατιστικές μεταφορών

στατιστικές παραγωγής

στατιστικές περιβάλλοντος

στατιστικές τουρισμού

στατιστικές υγείας

στατιστική

στατιστική δειγματολειπτική έρευνα

στατιστική μέθοδος

στατιστική της ΕΕ

σταυρός

σταφύλι

σταφυλιά

σταφυλικός

στεγαστικές ανάγκες

στεγαστική πολιτική

στεγαστικό δίκαιο

στεγαστικός συνεταιρισμός

στέγη

στεγνώνω

στειλεός

στείρωση

στέκι

στέκομαι

στέλεχος

στέλνω

στέμμα

στενό

στενο-

στενογραφικός -ή -ό

στενός -ή -ό

στέπα

Στερεά Ελλάδα

στέρηση

στέρηση των δικαιωμάτων

στεφάνι

στέφανος

στήθος

στήλη

στήνω

στήριξη

στήριξη για την επανατοποθέτηση

στήριξη της αγοράς

στήριξη των γεωργικών τιμών

στήριξη των τιμών

στίβος

στίγμα

στιγμή

στιγμιαίο προϊόν

στιγμιότυπο

στιλ

στιμιάζω

στιφάδο

στίφη

στοά

στοιχεία καυσίμου

στοιχείο

στοιχειοθέτηση

στοιχειοθετώ

στοιχειώδη σωματίδια

στοίχειωμα

στοιχειώνω

στοίχημα

στοιχίζω

Στοκχόλμη

στολή

στόμα

στοματικός -ή -ό

στοματολογία

στομάχι

στομαχόπονος

Στορκοπεγχάγη

Στορστραίμ (κομητεία)

στούντιο

στοχάζομαι

στόχαση

στοχασμός

στόχαστρο

στόχος

στόχος της παραγωγής

στραβός

στραταρίζω

στρατηγικά αποθέματα

στρατηγικά πυρηνικά όπλα

στρατηγική άμυνα

στρατηγός

στρατηλάτης

στρατιωτικά γυμνάσια

στρατιωτικές κυρώσεις

στρατιωτική αποστολή της ΕΕ

στρατιωτική βάση

στρατιωτική εκπαίδευση

στρατιωτική επέμβαση

στρατιωτική επιστήμη

Στρατιωτική Επιτροπή της ΕΕ

στρατιωτική θητεία

στρατιωτική κατοχή

στρατιωτική πειθαρχία

στρατιωτική συνεργασία

στρατιωτικό αεροσκάφος

στρατιωτικό απόρρητο

στρατιωτικό δίκαιο

Στρατιωτικό Επιτελείο της ΕΕ

στρατιωτικό καθεστώς

στρατιωτικό νεκροταφείο

στρατιωτικό προσωπικό

στρατιωτικοποίηση του διαστήματος

στρατοδικείο

στρατοκρατία

στρατολάτης

στρατολογία

στρατόπεδο

στρατόπεδο συγκεντρώσεως

στρατός

Στρατός Ξηράς

στρατόσφαιρα

στρατοσφαιρικός ρύπος

στρες

στροφή

στρώμα

στρωματογραφία

στρωμάτωση

στρώνω

στυφάδα

στυφίζω

στυφός -ή -ό

στυφότητα

στωικός -ή -ό

συγγένεια

συγγενής νόσος

συγγνώμη

συγγραφέας

συγκατοίκηση

συγκέντρωση αξιωμάτων

συγκέντρωση του πληθυσμού

συγκέντρωση των εξουσιών

συγκέντρωση των πληροφοριών

συγκίνηση

συγκινησία

συγκλονίζω

συγκοινωνιακές διατάξεις

συγκολλητικό

συγκολλητό ξύλο

συγκομιδή

συγκρίνω

σύγκριση

συγκριτική ανάλυση

συγκριτική αξιολόγηση

συγκριτική διαφήμιση

συγκριτική εκπαίδευση

συγκριτική μελέτη

συγκριτικό δίκαιο

συγκρότημα επιχειρήσεων

σύγκρουση αρμοδιοτήτων

σύγκρουση γενεών

σύγκρουση δικαιοδοσίας

σύγκρουση συμφέροντος

συγκυρία

συγκυριακή ανεργία

συγκυριακή πολιτική

συγκυριακό απόθεμα

συγχαρητήριος -α -ο

συγχρηματοδότηση

σύγχρονη ιστορία

σύγχυση

συγχώνευση επιχειρήσεων

συγχώνευση σε διεθνές επίπεδο

συζήτηση

συζητώ

σύζυγος

σύζυγος εν διαστάσει

συζώ

σύκο

συκοφάντης

συκοφαντώ

συκώτι

σύλληψη

συλλογή

συλλογή δεδομένων

συλλογίζομαι

συλλογικές διαπραγματεύσεις

συλλογική εστίαση

συλλογική κατοικία

συλλογική οικονομία

συλλογική σύμβαση εργασίας

συλλογική συμφωνία

συλλογικό συμφέρον

σύλλογοι και μαζικοί φορείς

σύλλογος

συμβαίνει

συμβάν

σύμβαση

σύμβαση CIV

σύμβαση αγρομίσθωσης

σύμβαση εργασίας

σύμβαση έργων

σύμβαση κατ' ανάθεση

σύμβαση Λομέ

σύμβαση Λομέ IV

σύμβαση Λομέ Ι

σύμβαση Λομέ ΙΙ

σύμβαση Λομέ ΙΙΙ

σύμβαση μεταφοράς

σύμβαση ΟΗΕ

σύμβαση προμηθειών

σύμβαση της Αρούσα

σύμβαση της Γιαουντέ

σύμβαση υπηρεσιών

Σύμβαση-πλαίσιο του ΟΗΕ για τις κλιματικές μεταβολές

συμβασιούχοι

συμβατικά όπλα

συμβατική ευθύνη

συμβατική ρήτρα

συμβεβλημένη ιατρική

συμβοηθών σύζυγος

συμβόλαιο

συμβολαιογράφος

συμβολή

σύμβολο

σύμβολο του κράτους

συμβουλευτική εξουσία

συμβουλευτική επιτροπή (ΕΕ)

συμβουλεύω

συμβουλή

συμβούλιο

Συμβούλιο Αραβικής Οικονομικής Ενότητας

Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ

Συμβούλιο Ευρωατλαντικής Εταιρικής Σχέσης

συμβούλιο κηδεμονιών του ΟΗΕ

Συμβούλιο Πολιτιστικής Συνεργασίας

Συμβούλιο Σκανδιναβικών Χωρών

συμβούλιο σύνδεσης

Συμβούλιο Συνεργασίας Ασίας και Ειρηνικού

Συμβούλιο Συνεργασίας των Χωρών του Κόλπου

συμβούλιο της επιχείρησης

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Συμβούλιο της Ευρώπης

Συμβούλιο του ΕΟΧ

Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Δήμων και Περιφερειών

Συμβούλιο των Κρατών της Βαλτικής Θάλασσας

Συμβούλιο των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών της Ευρώπης

Συμβούλιο των υπουργών ΑΚΕ-ΕE

σύμβουλος

σύμβουλος γεωργικών εφαρμογών

συμμαχητής

συμμαχία

συμμερίζομαι

συμμετέχον κράτος

συμμετέχω

συμμετοχή

συμμετοχή στις εκλογές

συμμετοχή στις εξετάσεις

συμμετοχή των εργαζομένων

συμμετοχική δημοκρατία

συμμετοχική εταιρία

συμμορία

σύμπαν

συμπαραγωγή οπτικοακουστικών προγραμμάτων

συμπαράσταση

συμπέρασμα

συμπεριφέρομαι

συμπεριφορά του καταναλωτή

συμπλήρωμα διατροφής

συμπληρωματική ενίσχυση για τα προϊόντα

συμπληρωματική χρηματοδότηση

συμπληρωματικός μηχανισμός

συμπληρωματικός προϋπολογισμός

συμπληρωματικότητα των συναλλαγών

συμπληρώνω

συμπλήρωση

σύμπνοια

σύμπραξη

σύμπραξη για την ειρήνη

σύμπραξη δημοσίου-ιδιωτικού τομέα

συμπυκνωμένο γάλα

συμπυκνωμένο προϊόν

συμπύκνωση

συμφέρον

συμφιλιώνω

σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

συμφωνητικό

συμφωνία

συμφωνία ADN

συμφωνία ADR

συμφωνία AETR

συμφωνία ATP

συμφωνία SALT

Συμφωνία START

συμφωνία αλιείας

συμφωνία για τα προϊόντα βάσεως

συμφωνία ειδίκευσης

συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών

συμφωνία Κοτονού

συμφωνία περιορισμού

Συμφωνία Περιορισμού Αντιβαλλιστικών Πυραύλων

συμφωνία πολυϊνών

συμφωνία σε θέματα τιμών

Συμφωνία σταθεροποίησης και σύνδεσης

συμφωνία συμπληρωματικότητας

συμφωνία συνδέσεως

συμφωνία συνεργασίας

συμφωνία συνεργασίας (ΕE)

συμφωνία του Σένγκεν

συμφωνία-πλαίσιο

συμφωνίες Μπρέτον Γούντς

σύμφωνο

σύμφωνο σταθερότητας

σύμφωνος -η -ο

συμφωνώ

συμφωνών -ούσα -ούν

συμψηφισμός συναλλαγών

συμψηφιστική χρηματοδότηση

συναγερμός

συναγωγή

συναίνεση

συναίσθημα

συναλλαγές εκτός της Ένωσης

συναλλαγές εντός της Ένωσης

συναλλαγές κατά ομάδα χωρών

συναλλαγές κατά προϊόν

συναλλαγές κατά χώρα

συναλλαγή

συνάλλαγμα

συναλλαγματική ισοτιμία

συναλλαγματική πολιτική

συναλλαγματικό απόθεμα

συναλλαγματικό δίκαιο

συναλλαγματικοί περιορισμοί

συναλλαγματικός μηχανισμός ΕΝΣ

συναλλαγματοφόρος -ος -α -ο

συναλλάσσομαι

συνάντηση

συναντώ

συνάρθρωση

συνασφάλιση

συναυλία

συνδαιτυμόνας

συνδαυλίζω

συνδαύλιση

συνδαύλισμα

συνδεδεμένη χώρα

σύνδεση

σύνδεσμος

Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη

συνδιαχείριση

συνδικαλιστικά δικαιώματα

συνδικαλιστικές εκλογές

συνδικαλιστικές ελευθερίες

συνδικαλιστική συνομοσπονδία

συνδικαλιστικός εκπρόσωπος

συνδικάτο

συνδρομή

σύνδρομο

συνδυασμένη μεταφορά

Συνδυασμένη Ονοματολογία

συνδυασμός

συνεδρία

συνεδριάζω

συνεδριακές εργασίες

συνεδριακός -ή -ό

συνεδρίαση

συνεδρίαση του δικαστηρίου

συνέδριο

συνέδριο κόμματος

συνείδηση

συνεισφορά

συνεισφορές των κρατών μελών

συνέλευση

συνεννόηση

συνενοχή

συνέντευξη

συνέπεια

συνεργαζόμενο εμπόριο

συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ

συνεργασία επί του προϋπολογισμού

συνεργασία Νότου-Νότου

συνεργασία στον τομέα της εκπαίδευσης

συνεργασία στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων

συνεργασία των οργάνων

συνεργάτης

συνεργείο

συνεταιρισμός

συνεταιριστική τράπεζα

συνετίζω

συνετός -ή -ό

συνέχεια

συνεχές ωράριο

συνεχής επαγγελματική κατάρτιση

συνεχής παραγωγή

συνεχίζω

συνέχιση

συνήθεια

συνήθης νομοθετική διαδικασία

συνηθίζω

συνηθισμένος -η -ο

συνήθως

σύνθεση

σύνθεση κοινοβουλευτικής επιτροπής

σύνθεση του Κοινοβουλίου

σύνθεση του πληθυσμού

σύνθεση του Συμβουλίου

σύνθετα υλικά

συνθέτης

συνθετική πρωτεΐνη

συνθετική χρωστική ουσία τροφίμων

συνθετικό ελαστικό

συνθετικός -ή -ό

σύνθετο προϊόν διατροφής

συνθέτω

συνθήκες διαβίωσης

συνθήκες εργασίας

συνθήκες και κράτος δικαίου

συνθήκη

συνθήκη για τη λειτουργία της ΕΕ

συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση

συνθήκη ΕΚΑΕ

συνθήκη ΕΚΑΧ

συνθήκη ΕΟΚ

συνθήκη προσχωρήσεως ΕΚ

συνθήκη προσχώρησης ΕΕ

συνθήκη συγχωνεύσεως

συνθήκη της Λισαβόνας

συνθήκη της Νίκαιας

συνθήκη του Άμστερνταμ

συνθηκολόγηση

σύνθημα

συνθηματολογία

σύνθλιψη

συνιδιοκτησία

συνιστώ

σύννεφο

συνοδός

σύνοδος κορυφής

συνολικά αλιεύματα

σύνολο

σύνολο κυκλοφορούντων αυτοκινήτων

σύνολο του προϋπολογισμού

συνομιλία

συνομιλώ

συνομοσπονδιακό κράτος

σύνορα

σύνορο

σύνοψη

συνταγή

σύνταγμα

συνταγματικό δίκαιο

συνταγματικό δικαστήριο

συνταγματικός

συνταγματικότητα

συνταγματολόγος

συντάκτης

σύνταξη

σύνταξη νομοθετικών κειμένων

συνταξιοδοτικό σύστημα

συνταξιούχος

συντελεστής παραγωγής

συντεχνιακή οικονομία

συντήρηση

συντήρηση τροφίμων

συντήρηση των καλλιεργειών

συντηρητικό

συντηρητικό κόμμα

συντηρητισμός

συντόμευση

συντομεύω

συντομία

σύντομος -η -ο

συντονίζω

συντονισμός

συντονισμός των ενισχύσεων

συντονισμός των πολιτικών ΟΝΕ

συντονισμός των χρηματοδοτήσεων

συντονιστής

συντροφία

σύντροφος

συντυχαίνω

συντυχιά

συνυπευθυνότητα των παραγωγών

συνωστισμός

Συρία

συριακός -ή -ό

σύρμα

συρματόπλεγμα

συρματόσκοινο

συσκευασία

συσκευή

συσκευή αερίου

συσκευή ακριβείας

συσκευή ακτινοβολιών

συσκευή εγγραφής

συσκευή μέτρησης

σύσκεψη

σύσταση

σύσταση ΕΚ

σύσταση ΕΚΑΕ

σύσταση ΕΚΑΧ

σύσταση εταιρείας

σύστημα

σύστημα γεωγραφικής πληροφόρησης

σύστημα γεωργικής εκμετάλλευσης

σύστημα διαχείρισης βάσης δεδομένων

σύστημα διοικητικής πληροφόρησης

σύστημα εκμετάλλευσης

σύστημα εμπορίας των δικαιωμάτων εκπομπών της ΕΕ

σύστημα επικοινωνίας

σύστημα καλλιέργειας

Σύστημα κεντροαμερικανικής ολοκλήρωσης

σύστημα μονοεδρικών εκλογικών περιφερειών

σύστημα οδήγησης

σύστημα πληροφόρησης

σύστημα πληροφορικής

σύστημα πληροφοριών Σένγκεν

σύστημα τεκμηρίωσης

σύστημα υγείας

σύστημα ψήφισης συνδυασμών

συστήματα ασφαλείας

συστήματα σήμανσης

συστηματική απουσία από την εργασία

συστηματικός -ή -ό

συστηματοποίηση

συχνάζω

συχνός -ή -ό

συχνότητα

σφαγή

σφαγή ζώων

σφάγιο

σφαγμένα πουλερικά

σφαίρα

σφάλμα

σφεντόνα

σφήκα

σφήνα

σφηνάκι

σφηνώνω

σφίγγα

σφίγγω

σφιγκτήρας

σφίξιμο

σφιχτός -ή -ό

σφοδρός -ή -ό

σφραγίδα

σφράγισμα

σφρίγος

σφυρήλατα αντικείμενα

σφυρίζω

σφυροκόπημα

σχεδία

σχέδια και υποδείγματα

σχεδιάγραμμα

σχεδιάζω

σχεδίαση

σχεδίαση με τη βοήθεια υπολογιστή

σχεδίαση προϊόντος

σχεδιασμός της αγοράς

σχεδιασμός της παραγωγής

σχεδιαστής

σχέδιο

σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης

σχέδιο προϋπολογισμού

Σχέδιο του Κολόμπο

σχέδιο χρηματοδότησης

σχεδιογράφος

σχεδόν

σχέσεις Ανατολής-Δύσης

σχέσεις Βορρά-Νότου

σχέσεις εκπαίδευσης-βιομηχανίας

σχέσεις εκπαίδευσης-επαγγελματικής ζωής

σχέσεις επιστήμης-βιομηχανίας

σχέσεις κράτους-εκκλησίας

σχέσεις περιφέρειας-Ευρωπαϊκής Ένωσης

σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης

σχέση

σχέση ΑΚΕ-ΕΕ

σχέση γεωργίας-βιομηχανίας

σχέση γεωργίας-εμπορίου

σχέση διοίκησης-διοικουμένου

σχέση εντός της ΕΕ

σχέση κράτους-περιφέρειας

σχέση νομοθετικής-εκτελεστικής εξουσίας

σχέση πόλης-υπαίθρου

σχετική πλειοψηφία

σχήμα

σχολαστικός -ή -ό

σχολαστικότητα

σχολείο

σχολείο εξωτερικού

σχολή

σχολιάζω

σχολίατροι

σχολική επανένταξη

σχολική επίδοση

σχολική επιθεώρηση

σχολική ζωή

σχολική ηλικία

σχολική μελέτη

σχολική νομοθεσία

σχολική προσαρμογή

σχολική φοίτηση

σχολικό εγχειρίδιο

σχολικό οικοτροφείο

σχολικό περιβάλλον

σχολικός πληθυσμός

σχολικός προσανατολισμός

σχόλιο

σώζω

σωλήνας

σωληνώσεις

σώμα

Σώμα των Κοσμητόρων

σωματαράς

σωματείο

σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα

σωματεμπορία

σωματίδια υπέρλεπτου διαχωρισμού

σωματίδιο

σωματική αγωγή

σωματική επίθεση

σωματικός -ή -ό

σωματοφύλακας

σώρευση εισοδημάτων

σώρευση συντάξεων

σωστικός -ή -ό

σωστός -ή -ό

σώστρα

σωτήρας

σωτηρία

σωτήριος -α -ο

σώφρονας

σωφρονίζω

σωφρονισμός

σωφρονιστήρας

σωφρονιστήριο

σωφρονιστής

σωφρονιστικό δίκαιο

σωφρονιστικό ίδρυμα

σωφρονιστικός -ή -ό

σωφροσύνη

σώφρων -ων -ον

ΤΑΒ

ταβάνι

ταβέρνα

τάβλα

τάβλι

ταγάρι

τάγμα

τάδε

τάζω

Ταϊβάν

ταϊβανέζικος -η -ο

Ταϊλάνδη

ταινία

ταιριάζω

τάισμα

τακίμι

τακτικά πυρηνικά όπλα

τακτική

τακτικό δικαστήριο

τακτοποίηση

τακτοποιώ

ταλέντο

ταμειακή ροή

ταμείο

ταμείο κοινωνικής αλληλασφάλισης

Ταμείο Συνοχής

Ταμείο του Συμβουλίου της Ευρώπης

Ταμείο των Ηνωμένων Εθνών για τη Δημογραφία

ταμείο υποθηκών

ταμιευτήριο

τανάλια

Τανζανία

ταντάλιο

τάξη

ταξί

ταξιανθία

ταξιδεύω

ταξίδι

ταξιδιώτης

ταξικός -ή -ό

ταξίμι

ταξινόμηση

ταξινόμηση οχήματος

ταξινόμηση στον προϋπολογισμό

ταπεινός -ή -ό

ταπεινοσύνη

ταπεινότητα

τάπητας

τάρανδος

ταράτσα

τάρταρα

τάση

τάσσω

Τατζικιστάν

τατουάζ

ταύρος

ταυτοπροσωπία

ταυτότητα

τάχα

ταχεία κατάψυξη

ταχυδρομεία και τηλεπικοινωνίες

ταχυδρομική υπηρεσία

ταχυδρομικό τέλος

ταχυδρόμος

ταχυκαρδία

ταχύς -εία -ύ

ταχύτητα

τείχισμα

τεκμήριο

τεκμηρίωση

τεκμηριωτική έρευνα

τέκνο

τέκνο άγαμων γονέων

τεκνοποίηση

τελεία

τέλειος -α -ο

τελειωμός

τελειώνω

τελείωση

τελετή

τελευταίος -α -ο

τέλη ανά άξονα

τέλη διαμετακόμισης

τέλη ενδιάμεσης στάθμευσης

τέλη στάθμευσης

τέλη χαρτοσήμου

τελική κατανάλωση

τελικός -ή -ό

τέλος

τέλος πρωτοκόλλου

τελωνειακή αποταμίευση

τελωνειακή ατέλεια

τελωνειακή διαμετακόμιση

τελωνειακή διατύπωση

τελωνειακή εναρμόνιση

τελωνειακή ένωση

Τελωνειακή Ένωση Νότιας Αφρικής

τελωνειακή οφειλή

τελωνειακή παράβαση

τελωνειακή συνεργασία

τελωνειακό έγγραφο

τελωνειακό έδαφος (ΕΕ)

τελωνειακό επάγγελμα

τελωνειακό καθεστώς εξαγωγής

τελωνειακό καθεστώς της ΕΕ

τελωνειακοί κανόνες

τελωνειακός έλεγχος

τελωνείο

τεμάχιο

τενεκεδούπολη

τένις

τέντα

τέρας

τεράστιος

τεράστιος -α -ο

τεριέ

τέρμα

τερματικό πληροφορικής

τερματοφύλακας

τεσσαράκοντα

τέσσερα

τέσσερις -ις -α

τεστ

τεστάρω

τέταρτο

τεταρτογενής τομέας

τετηγμένο τυρί

τετηγμένο χοίρειο λίπος

τέτοιος -α -ο

τετράγωνο

τεύχος

τέχνες

τέχνες του θεάματος

τέχνη

τεχνητή νοημοσύνη

τεχνητή σπερματέγχυση

τεχνητή τεκνοποίηση

τεχνικά επαγγέλματα

τεχνικά έργα

τεχνικές εγκαταστάσεις οικοδομής

τεχνική

τεχνική ανεργία

τεχνική διαχείρισης

τεχνική εκπαίδευση

τεχνική επιτροπή (ΕE)

τεχνική επιτροπή του ΟΗΕ

τεχνική προδιαγραφή

τεχνική συνεργασία

τεχνική της επικοινωνίας

τεχνική της σύνταξης

τεχνική των διαπραγματεύσεων

τεχνικό εμπόδιο

τεχνικό πρότυπο

τεχνικός έλεγχος

τεχνικός κανόνας

τεχνικός κανονισμός

τεχνογνωσία

τεχνολογία

τεχνολογία ανακύκλωσης

τεχνολογία διπλής χρήσης

τεχνολογία παραγωγής

τεχνολογία πετρελαίου

τεχνολογία τροφίμων

τεχνολογία των πληροφοριών

τεχνολογία υλικών

τεχνολογικές διεργασίες

τεχνολογικές επιλογές

τεχνολογική αλλαγή

τεχνολογική ανεξαρτησία

τεχνολογική ανεργία

τεχνολογική αξιολόγηση

τεχνολογική πρόβλεψη

τεχνολογικό πάρκο

τέως

τζαζ

τζάκι

τζάμι

Τζέρσεϋ

Τζιμπουτί

τζίτζικας

τηγανίτα

τηλε-

τηλεανίχνευση

τηλεαντιγραφή

τηλεβόλο

τηλεγράφημα

τηλεγραφητής

τηλέγραφος

τηλεδιάσκεψη

τηλεϊατρική

τηλεοπτικά τέλη

τηλεοπτική παρακολούθηση

τηλεοπτική συσκευή

τηλεόραση

τηλεόραση υψηλής ευκρίνειας

τηλεπικοινωνία

τηλεπικοινωνιακό υλικό

τηλεπληροφορική

τηλέτυπο

τηλεφώνημα

τηλεφωνητής

τηλεφωνία

τηλεφωνικός -ή -ό

τηλέφωνο

τήρηση

τίγρη

τιμαριθμική αναπροσαρμογή

τιμαριθμική αναπροσαρμογή μισθών

τιμές αξιών

τιμές γεωργικών προϊόντων

τιμή

τιμή CIF

τιμή «ελεύθερο στα σύνορα»

τιμή «ελεύθερο στο κατάστρωμα»

τιμή αγοράς

τιμή αναγωγής

τιμή ανάσχεσης

τιμή άνευ φόρων

τιμή απόσυρσης

τιμή βάσης

τιμή βασικών προϊόντων

τιμή γης

τιμή εισαγωγής

τιμή ενεργείας

τιμή ενεργοποίησης

τιμή εξαγωγής

τιμή καταναλωτή

τιμή κατωφλίου

τιμή κόστους

τιμή μετατροπής

τιμή μονάδος

τιμή παραγωγού

τιμή παράδοσης

τιμή παρέμβασης

τιμή που εισάγει διάκριση

τιμή προσανατολισμού

τιμή προσφοράς

τιμή πώλησης

τιμή σκανδάλης

τιμή στήριξης

τιμή στόχου

τιμή συναλλάγματος

τιμή της γης

τιμή της διεθνούς αγοράς

τιμή τροφίμων

τιμή ψαλίδας

τίμημα

τιμητική διάκριση

τιμητικός -ή -ό

τίμιος -α -ο

τιμοκατάλογος

τιμολόγηση

τιμολόγια επιβατικών μεταφορών

τιμολόγιο

τιμολόγιο διεθνών μεταφορών

τιμολόγιο εναέριων μεταφορών

τιμολόγιο εσωτερικών μεταφορών

τιμολόγιο με δύο σκέλη

τιμολόγιο οδικών μεταφορών

τιμολόγιο σιδηροδρομικών μεταφορών

τιμολόγιο στήριξης

τιμόνι

Τιμόρ

τιμωρία

τιμωρώ

τίνος

τίποτε

τιποτένιος -α -ο

Τιρόλο

τιτάνιο

τιτάνιος -α -ο

τίτλος

τίτλος σπουδών

τμήμα

το

το ασυμβίβαστο

το Κυπριακό

τόγκα

Τόγκο

τοιχίο

τοιχογραφία

τοιχογραφώ

τοιχοκόλληση

τοίχος

τοίχωμα

Τοκελάου

τόκος

τολμώ

τομεακή συμφωνία

τομέας

τομέας ποταμοπλοΐας

τομέας της αλιείας

τομέας της επικοινωνίας

τομή

τόμος

τονάζ

Τόνγκα

τονίζω

τονικός

τόνος

τονωτικό

τοξική ουσία

τοξικολογία

τοξικομανία

τόξο

Τόξο του Ατλαντικού

τοπάζι

τοπάρχης

τοπαρχία

τοπικές εκλογές

τοπικές πρωτοβουλίες απασχόλησης

τοπική αστυνομία

τοπική αυτοδιοίκηση

τοπική γλώσσα

τοπική πολιτιστική παράδοση

τοπική ρύπανση

τοπικισμός

τοπικό δίκτυο

τοπικό μέσο μαζικής επικοινωνίας

τοπικός -ή -ό

τοπικός οίνος

τοπικός προϋπολογισμός

τοπίο

τοποθεσία

τοποθέτηση κεφαλαίων

τόπος

τόπος αλιείας

τόπος εργασίας

τόπος παραγωγής

Τοσκάνη

τόσο

τόσος -η -ο

τότε

τοτέμ

τοτεμισμός

του

του του

τουαλέτα

Τουβαλού

τούβλο

τουλάχιστο

τούμπα

τουρισμός

τουριστικά επαγγέλματα

τουριστικές ανταλλαγές

τουριστική περιοχή

τουριστική πολιτική

τουριστική υποδομή

τουριστικό πρακτορείο

τουριστικός οδηγός

Τουρκία

Τουρκμενιστάν

τουρνέ

τουρνουά

τούρτα

τραβώ την προσοχή

τραγανός -ή -ό

τραγικός -ή -ό

τραγούδι

τραγουδιστής

τραγουδώ

τραγωδία

τρακτέρ

τραμ

τραμπάλα

τράπεζα

τράπεζα ανάπτυξης

Τράπεζα Ανάπτυξης της Καραϊβικής

Τράπεζα για την Οικονομική Ολοκλήρωση της Κεντρικής Αμερικής

Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών

τράπεζα επενδύσεων

τραπεζαρία

τραπέζι

τραπεζικά έξοδα

τραπεζικές καταθέσεις

τραπεζική δραστηριότητα

τραπεζική πολιτική

τραπεζικό απόρρητο

τραπεζικό δίκαιο

τραπεζικό σύστημα

τραπεζικοί υπάλληλοι

τραπεζικός έλεγχος

τραπέζιο

τραπεζίτης

τραστ

τραυλός -ή -ό

τραυματισμός

τραχανάς

τραχειοτομή

τραχηλιά

τραχηλικός -ή -ό

τραχηλίτιδα

τράχηλος

τράχυνση

τραχύνω

τραχύς -ιά -ύ

τραχύτητα

τράχωμα

τρεις -εις -ία

τρέλα

τρελάρας

τρελο-

τρελοκομείο

τρελοκόριτσο

τρελός -ή -ό

τρέμουλο

τρέμω

τρένο

Τρεντίνο-Άνω Αδίγης

τρέξιμο

τρέχω

τρέχων -ουσα -ον

τρία

τριάδα

τρίαινα

τριακονταπενταετία

τριακόσιοι -ες -α

τριάντα

τριανταριά

τριανταφυλλένιος -α -ο

τριανταφυλλής -ιά -ί

τριανταφυλλιά

τριαντάφυλλος -η -ο

τριβείο

τριβείς

τριβέλι

τριβελίζω

τρίβω

τρίγωνο

τριμερής διάσκεψη

Τρινιδάδ και Τομπάγκο

τρίτες χώρες

τρίτη φάση της ΟΝΕ

τριτικάλη

τριτογενής τομέας

τριτώνω

τριφύλλι

τριχοφυΐα

τρίχωμα

τριχωτός -ή -ό

Τρόικα (ΕE)

τρόμαγμα

τρομάζω

τρομερός -ή -ό

τρομοκράτης

τρομοκρατία

τροπάρι

τροπή

τροπική ζώνη

τροπική νόσος

τροπική ξυλεία

τροπικό δάσος

τροπικό φυτό

τροπικός καρπός

τροπολογία

τροποποίηση

τροποποίηση του εκλογικού νόμου

τροποποίηση του προϋπολογισμού

τρόπος

τρόπος μεταφοράς

τρόπος παραγωγής

τρόπος χρηματοδότησης

τροπόσφαιρα

τρούφα

τροφεία

τροφές οικιακών ζώων συντροφιάς

τροφή

τροφική δηλητηρίαση

τρόφιμο

τροφοδοσία

τροφοδότης

τροχιά

τροχόσπιτο

τρύπα

τρωκτικό

τρώω

τσάι

τσακώνομαι

Τσαντ

τσάντα

τσαχπίνα

τσαχπίνης

τσέπη

Τσεχική Δημοκρατία

Τσεχοσλοβακία

τσιγάρο

τσιγαροθήκη

τσιγαρόχαρτο

τσιμέντο

τσιμπίδα

τσιπούρα

τσίπουρο

τσουρέκι

τσούρμο

τυγχάνω

Τυνησία

τυπικό

τυπογραφείο

τυπογραφία

τυπογραφικός -ή -ό

τυποποιημένο λογιστικό σύστημα

τυποποιημένο προϊόν

τυποποίηση

τυποποίηση οπλικών συστημάτων

τυποποίηση προϊόντων προς διάθεση

τύπος

τυρί

τυρί αγελαδινό

τυρί αίγειο

τυρί με στίγματα στη μάζα

τυρί πρόβειο

τυροκομία

τυρόπιτα

Τυρρηνική Θάλασσα

τύφλα

τυχαίνω

τυχερά παιχνίδια

τύχη

τυχόν

τυχόντας

τώρα

ύαινα

υάκινθος

υαλο-

υαλογράφημα

υαλογραφία

υαλογράφος

υαλοειδής -ής -ές

υαλοπίνακας

ύαλος

υαλοστάσιο

υαλουργία

υαλουργός

υγειά

υγεία κατά την εργασία

υγεία των ζώων

υγειονομική αγωγή

υγειονομική βοήθεια

υγειονομική μέριμνα

υγειονομική νομοθεσία

υγειονομική υπηρεσία

υγειονομικός έλεγχος

υγιεινή τροφίμων

υγρασία

υγρή ζώνη

υγρο-

υγροβιότοπος

υγρόληκτος -η -ο

υγροποίηση

υγρός -ή -ό

υγρότοπος

ύδατα της ΕΕ

υδάτινο περιβάλλον

υδάτινο ρεύμα

υδάτινοι πόροι

υδατοκαλλιέργεια

υδράργυρος

υδραυλικά έργα

υδραυλικό μηχάνημα

ύδρευση

υδρόβιο φυτό

υδρογεωλογία

υδρογεωργική χωροταξία

υδρογονάνθρακες

υδρογόνο

υδροδυναμική ενέργεια

υδροηλεκτρικά έργα

υδροηλεκτρική ενέργεια

υδρολογία

υδροπονία

υδρορρόη

υδροχλώριο

Υδροχόος

υδρόχρωμα

υδροχρωματισμός

Υεμένη

υιικός -ή -ό

υιοθεσία

υιοθετημένο τέκνο

υιοθετώ

υλακή

ύλη ζωικής προέλευσης

υλικά προηγμένης τεχνολογίας

υλικό

υλικό φωτισμού

υλοποίηση

ύμνος

υπάλληλοι δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών

υπάλληλος

υπάλληλος (ΕΕ)

υπάλληλος -η -ο

υπάλληλος γραφείου

υπάλληλος διεθνούς οργανισμού

υπανάπτυξη

ύπαρξη

υπάρχοντα

υπάρχω

Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα

ύπατος εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας

υπενθυμίζω

υπενθύμιση

υπέρ

υπεραγώγιμα κράματα

υπερβάλλω

υπερβάλλων -ουσα -ον

υπέρβαση

υπερβολικός -ή -ό

υπεργολαβία

υπερεθνικότητα

υπερεκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων

υπέρηχος

υπερθέρμανση του πλανήτη

υπερκείμενο

υπερμέσα

υπεροχή

υπεροχή του δικαίου

υπεροχή του δικαίου της ΕΕ

υπέροχος -η -ο

υπερπαραγωγή

υπερπληθυσμός

υπερπόντια εδάφη

Υπερπόντια κοινότητα της Γαλλίας

Υπερπόντιες Χώρες και Εδάφη

υπερπόντιο διαμέρισμα

Υπερπόντιος νομός και περιφέρεια της Γαλλίας

υπερωρία

υπήκοος

υπήκοος της ΕΕ

υπηκοότητα

Υπήνεμοι Νήσοι

υπηρεσία

υπηρεσία απασχόλησης

υπηρεσία διώξεως κοινού εγκλήματος

Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

υπηρεσία εξυπηρέτησης πελατών μετά την πώληση

υπηρεσία κοινής ωφέλειας

υπηρεσία συντήρησης και καθαρισμού οδών

υπηρεσιακή κατάσταση δημοσίου υπαλλήλου

υπηρεσιακή κατάσταση προσωπικού

υπηρεσιακός -ή -ό

υπηρεσίες εδάφους

υπηρετώ

υπναράς

υπνοδωμάτιο

ύπνος

υπνόσακος

υπό

υποβάθμιση του περιβάλλοντος

υποβαθμισμένη αστική ζώνη

υποβιβασμός

υποβολή

υποβολή καταγγελίας στην Επιτροπή

υποβολή προσφορών

υποβρύχιο

υπόγεια αποθήκευση των απορριμμάτων

υπόγεια μεταφορά

υπόγεια ύδατα

υπόγειο

υπόγειος -α -ο

υπόγειος σιδηρόδρομος

υπογραφή

υπογραφή συμφωνίας

υπογράφω

υπόδειγμα

υποδηματοποιία

υποδομή

υποδομή μεταφορών

υποδοχή

υποθαλάσσια γεώτρηση

υποθαλάσσιος ορυκτός πλούτος

υπόθεση

υποθέτω

υποθήκη

υποκατάστατα δημητριακών

υποκατάστατο καύσιμο

υποκατάστατο προϊόν

υποκατάστατο της ποινής

υποκατάστατο τροφίμου

υποκατάστημα

υποκατάστημα εξωτερικού

υποκύπτω

υπολείμματα παρασιτοκτόνων

υπολείμματα πρίσεως

υπολογισμός

υπολογιστής

υπολογιστής κεντρικής υποστήριξης

υπόλογος -η -ο

υπόμνημα

υπομονή

υπομονητικός -ή -ό

υποπροϊόν

υποπροϊόν μεταλλουργίας

υποπροϊόν του γάλακτος

υποπρολεταριάτο

υποσιτισμός

υπόσταση

υποστηρίζω

υποστήριξη

υποστήριξη προς το χρήστη

υπόσχεση

υπόσχομαι

υποτακτική

υποτίμηση του νομίσματος

υποτροπική ζώνη

υπουργείο

υπουργική συνάντηση

υπουργικό συμβούλιο

υπουργικός ανασχηματισμός

υπουργός

υποχρεώσεις του πολίτη

υποχρέωση διατροφής

υποχρέωση μη ασκήσεως ανταγωνισμού

υποχρεωτική ασφάλιση

υποχρεωτική δαπάνη

υποχρεωτική εκπαίδευση

υποχρεωτική ψήφος

υποχρεωτικός -ή -ό

υπόψη

υποψήφιος

υποψηφιότητα

υποψία

υποψιάζομαι

ύστερα

υφ' όρον απόλυση

υφαλοκρηπίδα

υφάνσιμες ίνες

ύφασμα

ύφασμα από συνθετικά νήματα

ύφασμα από φυσικά νήματα

ύφεση

ύφος

υφυπουργός

ΥΧΕ του Ηνωμένου Βασιλείου

ΥΧΕ των Κάτω Χωρών

ύψος

υψώνω

ύψωση

φαβορί

φαγητό

φαγκότο

φαγόπυρο

φαΐ

φαιδρός -ή -ό

φαιδρύνω

φαίνομαι

φαινόμενο

φαινόμενο θερμοκηπίου

φαινομενολογία

φαινομενολογικός -ή -ό

φαινότυπος

φάκα

φάκελος

φακός

φάλαινα

φανάρι

φανέλα

φανερή ψηφοφορία

Φανερωμένη

φανερώνω

φαντάζομαι

φαντασία

φάντασμα

φαντασμένος -η -ο

φανταστικός -ή -ό

φαξ

φάρμακα

φαρμακαποθήκη

φαρμακείο

φαρμακευτική

φαρμακευτική κατάχρηση

φαρμακευτική ονοματολογία

φαρμακευτικό προϊόν

φαρμακευτικό φυτό

φαρμάκι

φάρμακο

φάρμακο κοινόχρηστης ονομασίας

φάρμακο που πωλείται ελεύθερα

φαρμακοβιομηχανία

φαρμακοποιός

φάρος

φάρσα

φασαρία

φάση

φασισμός

φασκιώνω

φάσμα

φασματομετρία

φάτσα

Φεβρουάριος

φεγγάρι

φειδωλός -ή -ό

φελλός

φερεγγυότητα

φερέφωνο

φερμουάρ

φέρνω

φέρομαι

φέρουσα μητέρα

φέρω

φέρων -ουσα -ον

φέσι

φεστιβάλ

φέτα

φετίχ

φετιχισμός

φετιχιστής

φετιχιστικός -ή -ό

φέτος

φεύγω

φηλί

φήμη

φημισμένος -η -ο

φθαρτά εδώδιμα είδη

φθινόπωρο

φθόριο

φθοριούχος -ος -α -ο

φίδι

φιδίσιος -α -ο

φίλαθλος -η -ο

φιλέ

φιλελευθερισμός

φιλελεύθερο κόμμα

φιλενάδα

φίλημα

φιλήσυχος -η -ο

φιλί

φιλία

φιλικός -ή -ό

φίλιος -α -ο

Φιλιππίνες

φιλισταϊκός -ή -ό

φιλισταίος

φιλισταϊσμός

φιλιώνω

φιλμ

φιλο-

φιλοκαλία

φιλολογία

φιλονικία

φιλοξενία

φίλος

φίλος -η -ο

φιλοσοφημένος -η -ο

φιλοσοφία

φιλοσοφία της επιστήμης

φιλοσοφία του δικαίου

φιλοσοφικός -ή -ό

φιλόσοφος

φιλοσοφώ

φιλόστοργος -η -ο

φιλοτιμία

φιλότιμο

φιλότιμος -η -ο

φίλτρο

φιλώ

Φινλανδία

Φιονία (κομητεία)

φιστικιά

Φίτζι

Φλαμανδική Κοινότητα

φλας

Φλεβολάνδη

φλόγα

φλοίσβος

φοβάμαι

φοβερός -ή -ό

φόβος

φοινικοκάρυδο

φοιτητής

φοιτητική εστία

φόνος

φόντο

φορά

φοράδα

φορέας

φορέας ασθένειας

φορέας γεωργικής χωροταξίας

φορείο

φόρεμα

φορεσιά

φόρμα

φόρμουλα

φοροαποφυγή

φοροδιαφυγή

φόροι υπέρ τρίτων

φορολογητέο εισόδημα

φορολογία

φορολογία κεφαλαίου

φορολογική απαλλαγή

φορολογική ατέλεια

φορολογική βάση

φορολογική δήλωση

φορολογική μεταρρύθμιση

φορολογική πολιτική

φορολογική σύμβαση

φορολογικό δίκαιο

φορολογικό δικαστήριο

φορολογικό έγκλημα

φορολογικό κίνητρο

φορολογικό μονοπώλιο

φορολογικός έλεγχος

φορολογούμενος

φόρος

φόρος αυτοκινήτων

φόρος εισοδήματος

φόρος επί της αποδόσεως κεφαλαίου

φόρος επί των κερδών

φόρος επιτηδεύματος

φόρος εταιρειών

φόρος ισοδυνάμου αποτελέσματος

φόρος κατανάλωσης

φόρος καυσίμων

φόρος λιπαρών ουσιών

φόρος μεταβίβασης

φόρος μισθών και ημερομισθίων

φόρος στην περιουσία

φόρος υπεραξίας

φόρος ΦΠΑ

φόρος φυσικών προσώπων

φοροτεχνικός

φόρουμ

Φόρουμ των Νήσων του Ειρηνικού

φορτηγίδα

φορτηγό

φορτηγό πλοίο

φορτίζω

φορτίο

φορτίο ανά άξονα

φορτιστής

φόρτωμα

φορτώνω

φόρτωση

φουλ πανσιόν

φούρια

φούρνος

φούσκωμα

φουσκωμάρα

φουσκώνω

Φούτζερα

ΦΠΑ

φραγή

φράγκο

φραγκοκρατία

Φράγκος

φραγκοστάφυλο

φράγμα

Φρανς-Κοντέ

φραουλιά

φράση

Φρεισία

φρένο

φρενοβλαβής -ής -ές

φρενοκομείο

Φρεντέρικσμπεργκ (δήμος)

Φρεντέρικσμποργκ (κομητεία)

φρέσκο

φρεσκοβαμμένος -η -ο

φρεσκοξυρισμένος -η -ο

φρεσκοπλυμένος -η -ο

φρέσκος -η -ια -ο

φρικιαστικός -ή -ό

φρικτός -ή -ό

Φρίουλι-Ιουλιανή Βενετία

φριτέζα

φροντίδα

φροντίζω

φροντιστηριακός -ή -ό

φροντιστήριο

φροντιστής

φρουρά

φρούτο

φταίω

φτάνω

φτερό

φτερούγα

φτερουγίζω

φτερούγισμα

φτιάξιμο

φτιάχνω

φτυάρι

φτυαριά

φτυαρίζω

φτυάρισμα

φτύνω

φτωχαδάκι

φτώχεια

φτωχός -ή -ιά -ό

φτωχός εργαζόμενος

φτωχόσπιτο

φυγάς

φυγή

φυγο-

φυγοκέντριση

φύκος

φύλακας

φυλακή

φυλάκιο

φυλάκιση

φύλαξη

φύλαξη παιδιών

φυλάσσω

φυλετικές διακρίσεις

φυλετική σύγκρουση

φυλή

φυλλάδιο

φύλλο

φυλλοβόλο

φυλλόρροια

φυλλώδες λαχανικό

φύλο

φυματίωση ζώων

φύση

φυσικές διεργασίες

φυσικές επιστήμες

φυσική καταστροφή

φυσική πλάσματος

φυσική των λέιζερ

φυσική χρωστική ουσία

φυσικό αέριο

φυσικό δάσος

φυσικό δίκαιο

φυσικό ελαστικό

φυσικό περιβάλλον

φυσικό πρόσωπο

φυσικο-

φυσικοί κίνδυνοι

φυσικοί πόροι

φυσικομαθηματικός -ή -ό

φυσικός

φυσικός -ή -ό

φυσικότητα

φυσιολογία της εργασίας

φυσιολογικός -ή -ό

φυτεία

φυτευμένο δάσος

φυτεύω

φυτική λιπαρή ουσία

φυτική νόσος

φυτική παραγωγή

φυτική πρωτεΐνη

φυτική ταξινομία

φυτικό βούτυρο

φυτικό λάδι

φυτικοί πόροι

φυτό

φυτολογία

φυτολογικός -ή -ό

φυτοπαθολογία

φυτοϋγειονομικά προϊόντα

φυτοϋγειονομική αγωγή

φυτοϋγειονομική νομοθεσία

φυτοϋγειονομικός έλεγχος

φυτοφάγος -α -ος -ο

φυτοφάρμακο

φυτρώνω

φυτώριο

φώκια

φωκομελία

φωλιά

φωνάζω

φωνακλάς

φωνή

φωνήεν

φώνημα

φως

φωστήρας

φωσφοριζέ

φωσφορικά άλατα

φωσφορισμός

φώσφορο

φωσφόρος

Φώτα

φωτεινότητα

φωτιά

φωτισμός

φωτο-

φωτοαντίγραφο

φωτοβολία

φωτοβολταϊκή στήλη

φωτογραφία

φωτογράφος

φωτοθεραπεία

φωτορεπορτάζ

φωτοχημεία

Χαβάη

χάδι

χαδιάρης -α -ικο

χάζι

χάιδεμα

χαιρέτημα

χαιρετίζω

χαιρετισμός

χαιρετώ

χαίρομαι

χαίρω

χαλάζι

χαλάρωση

χάλι

χαλίκι

χαλικόστρωτος -η -ο

χαλίκωση

χαλιφάτο

χαλίφης

χαλκός

χάλυβας

χαλυβουργία

χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού

χαμηλό εισόδημα

χαμηλό ενοίκιο

χαμηλόμισθοι

χαμηλός -ή -ό

χαμόγελο

χαμός

χαμπάρι

χάνι

χάντμπολ

χάντρα

χάνω

χάος

χάπι

χαρά

χαράζω

χαρακιά

χαρακίρι

χαρακτήρας

χαραμάδα

χαραυγή

χάρη

χαρίζω

χάρις

χαρισάμενος -η -ο

χαρισματικός -ή -ό

χαριστικός -ή -ό

χάρμα

χαρούμενος

χαρούμενος -η -ο

χάρτης

χάρτης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων

Χάρτης της Αβάνας

χάρτης των δικαιωμάτων του ανθρώπου

χάρτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

χαρτί

χάρτινος -η -ο

χαρτογραφία

χαρτόνι

χαρτόσημο

χασάπικος -η -ο

χάση

χασίς

χασισέμπορος

χασομερώ

χατίρι

χαύνος -η -ο

χαυνώνω

χαύνωση

χειμώνας

χειραφεσία

χειριστήριο

χειρόγραφο

χειροποίητος -η -ο

Χειρόπτερα

χειρότερος -η -ο

χειρουργική

χειρούργος

χειρώνακτες

χελιδόνι

χελιδόνισμα

χελώνα

χέρι

χεριά

χερουβικός -ή -ό

χερούλι

χερσαία μεταφορά

χερσαίο οικοσύστημα

χερσαίος -α -ο

Χερσόνησος της Μαλαισίας

χημεία

χημεία εδάφους

χημεία του άνθρακα

χημεία τροφίμων

χημικά απόβλητα

χημικά όπλα

χημικές διεργασίες

χημική βιομηχανία

χημική ένωση

χημική ρύπανση

χημικό άλας

χημικό ατύχημα

χημικό λίπασμα

χημικό προϊόν

χημικό στοιχείο

χήνα

χήρα

χήρος

Χιλή

χιλιανός -ή -ό

χιλιόμετρο

χιόνι

χιούμορ

χλευάζω

χλευασμός

χλευαστής

χλευαστικός -ή -ό

χλωμός -ή -ό

χλωρίδα

χλώριο

χλωριούχος -ος -α -ο

ΧΜΠΑ

χοιράδες

χοιρινό κρέας

χοιροειδή

χολ

χολερυθρίνη

χολή

χοληστερίνη

χοληστερόλη

χόλντινγκ

χόμπι

Χονγκ Κονγκ

χονδρική πώληση

χονδρική τιμή

χονδρικό εμπόριο

χόντρος

χοντρός -ή -ό

χορεύω

χορήγηση

χορήγηση κατοικίας

χορηγία

χορηγία για καλλιτεχνικές και πνευματικές εκδηλώσεις

χορηγία της ΕΕ

χορηγός

χορός

χορταριάζω

χορτονομή

χορτόφυτη έκταση

χορωδία

χουλιγκανισμός

χούμος

χοχλακίζω

χρειάζομαι

χρειαζούμενα

χρέος

χρεώσεις για τη χρήση των υποδομών

χρέωση

χρήμα

χρηματαγορά

χρηματικά διαθέσιμα

χρηματική ποινή

χρηματιστηριακά επαγγέλματα

χρηματιστηριακές εργασίες

χρηματιστηριακή αξία

χρηματιστήριο

χρηματιστήριο αξιών

χρηματιστήριο εμπορευμάτων

χρηματοδότης

χρηματοδότηση

χρηματοδότηση της βιομηχανίας

χρηματοδότηση της βοήθειας

χρηματοδότηση της ΕΕ

χρηματοδότηση της επιχείρησης

χρηματοδότηση του προϋπολογισμού

χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της ΕΕ

χρηματοδότηση των εξαγωγών

χρηματοδότηση των κομμάτων

χρηματοδοτική παρέμβαση

χρηματοδοτική πολιτική

χρηματοδοτικό μέσο της ΕΕ

χρηματοδοτικό μέσον

χρηματοδοτικό πρωτόκολλο

χρηματοκιβώτιο

χρηματοληπτική ανάγκη

χρηματοοικονομικές συναλλαγές

χρηματοοικονομικές υπηρεσίες των ταχυδρομείων

χρηματοοικονομική διαχείριση

χρηματοοικονομική ζημία

χρηματοοικονομική κατάσταση

χρηματοοικονομικός σχεδιασμός

χρηματοπιστωτικές ρυθμίσεις

χρηματοπιστωτικές στατιστικές

χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες

χρηματοπιστωτική βοήθεια

χρηματοπιστωτική πολιτική

χρηματοπιστωτική συμφωνία

χρηματοπιστωτική συνεργασία

χρηματοπιστωτικός οργανισμός

χρήση

χρήση γλωσσών

χρήση ενέργειας

χρήση του διαστήματος

χρήση του νερού

χρήση των γαιών

χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια

χρησιμοποίηση της βοήθειας

χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση

χρησιμοποιώ

χρήσιμος -η -ο

χρησμός

χρήστης

χρήστης της πληροφορίας

χρήστης της πληροφορικής

χρήστης του διαδικτύου

χρήστης των μεταφορικών μέσων

χρηστός -ή -ό

χριστιανισμός

χριστιανοδημοκρατικό κόμμα

χριστιανός

χριστιανοσύνη

χριστοπαναγιά

χριστουγεννιάτικος -η -ο

χροιά

χρονιά

χρόνια νόσος

χρονιάζω

χρονιάρης -α -ικο

χρονικό

χρονο-

χρονοδιάγραμμα

χρονοδιάγραμμα της ΟΝΕ

χρονολογία

χρονομεριστική ιδιοκτησία

χρόνος

χρόνος ανάπαυσης

χρονοτριβώ

χρυσάνθεμο

χρυσή

χρυσός

χρυσός -ή -ό

χρυσόσκονη

χρυσοχοΐα-αργυροχοΐα

χρώμα

χρώματα και βερνίκια

χρωματίζω

χρωμάτισμα

χρωματισμός

χρωματολόγιο

χρωματοπωλείο

χρώμιο

χρωστική ουσία

χρωστική ουσία τροφίμων

χταπόδι

χτίζω

χτίστης

χτύπημα

χτύπος

χτυπώ

χυλός

χύμα

χυμάω

χυμοποίηση

χυμοποιώ

χυμός

χυμός λαχανικών

χυμός φρούτων

χυμώδης -ης -ες

χυτοσίδηρος

χώμα

χωματίλα

χωματόδρομος

χώρα

χώρα μέλος

Χώρα των Βάσκων

χωρατεύω

χωρατό

χωράφι

χώρες ΑΚΕ

χώρες Ανατολικού Συνασπισμού

χώρες μέλη του Συμβουλίου Σκανδιναβικών Χωρών

χώρες της Benelux

χώρες της Caricom

χώρες της Ecowas

χώρες της KAA

χώρες της MCAC

χώρες της Mercosur

χώρες της SAARC

χώρες της Ανατολικής και της Κεντρικής Ευρώπης

χώρες της Αραβικής Κοινής Αγοράς

χώρες της ΒΑΣΕΣ

χώρες της ΔΑΟΝΕ

χώρες της ΔΕΕ

χώρες της ΕΑΚΜ

χώρες της ΕΖΕΣ

χώρες της ΚΑΚ

χώρες της κοινότητας του Ειρηνικού

χώρες της Ομάδας των Άνδεων

χώρες της ΟΝΚΚΑ

χώρες της ΟΣΑΕ

χώρες της ΣΑΟΕ

χώρες της ΣΕΣΚΕ

χώρες του ALADI

χώρες του ANZUS

χώρες του ASEAN

χώρες του Komecon

χώρες του OAK

χώρες του OCAM

χώρες του SELA

χώρες του Αραβικού Συνδέσμου

χώρες του Καυκάσου

χώρες του ΝΑΤΟ

χώρες του ΟΟΣΑ

χώρες του ΟΠΕΚ

χώρες του Περσικού Κόλπου

χώρες του ΣΚΑΟ

χώρες του ΣΣΚΠΚ

χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης

χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας

χώρες των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων

χωρητικότητα

χώρια

χωριάτης

χωριάτικος -η -ο

χωριατόπαιδο

χωριατοπούλα

χωριατόσπιτο

χωρικά ύδατα

χωρίο

χωρίς

χωρισμός

χωρισμός με δικαστική απόφαση

χωριστοπέταλος -η -ο

χωρο-

χωροθέτηση

χώρος

χώρος αναψυχής

χώρος ανέγερσης κτιρίου

Χώρος ελευθερίας ασφάλειας και δικαιοσύνης

χώρος πρασίνου

χώρος στάθμευσης

χωροταξία

χωροφύλακας

χωροφυλακή

ψαλίδι

ψάρεμα

ψαρεύω

ψάρι

ψάρι γλυκού νερού

ψαριά

ψαρίσιος -α -ο

ψαρώνω

ψάχνω

ψαχουλεύω

ψεγάδι

ψεγαδιάζω

ψεγάδιασμα

ψεκαστήρας

ψέμα

ψευδάργυρος

ψευδής -ής -ές

ψευδο-

ψευδοκράτος

ψευδολογία

ψευδολόγος

ψεύδος

ψευδός -ή -ό

ψευδώνυμο

ψεύτικος -η -ο

ψηλά

ψηλάφηση

ψήσιμο

ψησταριά

Ψητός

ψητός -ή -ό

ψηφιακή αρχειοθέτηση

ψηφιακή καλλιέργεια

ψηφιακή τεχνολογία

ψηφιακό χάσμα

ψηφίζω

ψηφίο

ψηφιοποίηση

ψήφιση νόμου

ψήφιση προ της ημέρας των εκλογών

ψήφισμα

ψήφισμα ΟΗΕ

ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου

ψήφισμα του Κοινοβουλίου

ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ψηφοδέλτιο

ψήφος

ψήφος δι' αλληλογραφίας

ψήφος δι' αντιπροσώπου

ψήφος δια πληρεξουσίου

ψήφος με εκδήλωση προτίμησης

ψήφος χωρίς εκδήλωση προτίμησης

ψηφοφορία

ψηφοφορία δι' ονομαστικής κλήσεως

ψηφοφορία με ηλεκτρονικό σύστημα

ψηφοφορία σε δύο γύρους

ψηφοφορία σε ένα γύρο

ψιλικά

ψυγείο

ψυγειοκαταψύκτης

ψυκτική εγκατάσταση

ψύξη

ψύξη του αντιδραστήρα

ψυχαγωγία

ψυχανάλυση

ψυχανθές

ψυχή

ψυχιατρείο

ψυχιατρική

ψυχική ασθένεια

ψυχική υγεία

ψυχικό

ψυχολογία

ψυχολογία της εργασίας

ψυχολογική παρενόχληση

ψυχομετρικό τεστ

ψυχότροπη ουσία

ψυχρή ζώνη

ψυχρός -ή -ό

ψυχρός πόλεμος

ψωλή

ψωμί

ψωμιέρα

ψώνιο

Ωβέρνη

ωδείο

ωδίνες

ώθηση

ώθηση φορτηγίδων

Ωκεανία

ωκεανογραφία

ωκεανός

ωμέγα

ωμοπλάτη

ώμος

ωμός -ή -ό

ωοπροϊόντα

ώρα

ώρα έναρξης της λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων

ώρα των ερωτήσεων

ωραιο-

ωραιοπάθεια

ωραιοποίηση

ωραίος -α -ο

ωραιότητα

ωράριο

ωράριο εργασίας

ωριαίος -α -ο

ωρολόγιο πρόγραμμα

ωρολογοποιία

ωρομίσθιο

ωροσκόπιο

Ώρχους (κομητεία)

ως

ωσάν

ώσπου

ώστε

ωστόσο

ωφέλιμο φορτίο

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15