ächzen
 Verb

αναστενάζω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Aha, du hast zu ächzen begonnen!Α, τώρα κραυγάζεις.

Übersetzung nicht bestätigt

Ihre tiefen Baritonstimmen, die seufzen, ächzen.Με της βαριές φωνές τους... Αναστενάζουν και μουγκρίζουν.

Übersetzung nicht bestätigt

(Männer ächzen)Προ χωρήστ ε, πιο κλειστ ά.

Übersetzung nicht bestätigt

Na ja, ich hab die Bettfedern nur in den ersten 12 Minuten ächzen hören, ich wette, du könntest sie früher rauswerfen.Άκουγα τις σούστες να τρίζουν τα πρώτα δώδεκα λεπτά... Στοίχημα πως μπορείς να το κάνεις πολύ πιο γρήγορα.

Übersetzung nicht bestätigt

Jede Planke, jede Reling, jeder Holm, begann zu ächzen.Το κατάστρωμα, τα κιγκλιδώματα, όλα μονομιάς άρχισαν να κινούνται.

Übersetzung nicht bestätigt

Deutsche Synonyme
stöhnen
seufzen
ächzen
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αναστενάζωαναστενάζουμε, αναστενάζομε
αναστενάζειςαναστενάζετε
αναστενάζειαναστενάζουν(ε)
Imper
fekt
αναστέναζααναστενάζαμε
αναστέναζεςαναστενάζατε
αναστέναζεαναστέναζαν, αναστενάζαν(ε)
Aoristαναστέναξααναστενάξαμε
αναστέναξεςαναστενάξατε
αναστέναξεαναστέναξαν, αναστενάξαν(ε)
Per
fekt
έχω αναστενάξειέχουμε αναστενάξει
έχεις αναστενάξειέχετε αναστενάξει
έχει αναστενάξειέχουν αναστενάξει
Plu
per
fekt
είχα αναστενάξειείχαμε αναστενάξει
είχες αναστενάξειείχατε αναστενάξει
είχε αναστενάξειείχαν αναστενάξει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αναστενάζωθα αναστενάζουμε, θα αναστενάζομε
θα αναστενάζειςθα αναστενάζετε
θα αναστενάζειθα αναστενάζουν(ε)
Fut
ur
θα αναστενάξωθα αναστενάξουμε, θα αναστενάξομε
θα αναστενάξειςθα αναστενάξετε
θα αναστενάξειθα αναστενάξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αναστενάξειθα έχουμε αναστενάξει
θα έχεις αναστενάξειθα έχετε αναστενάξει
θα έχει αναστενάξειθα έχουν αναστενάξει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αναστενάζωνα αναστενάζουμε, να αναστενάζομε
να αναστενάζειςνα αναστενάζετε
να αναστενάζεινα αναστενάζουν(ε)
Aoristνα αναστενάξωνα αναστενάξουμε, να αναστενάξομε
να αναστενάξειςνα αναστενάξετε
να αναστενάξεινα αναστενάξουν(ε)
Perfνα έχω αναστενάξεινα έχουμε αναστενάξει
να έχεις αναστενάξεινα έχετε αναστενάξει
να έχει αναστενάξεινα έχουν αναστενάξει
Imper
ativ
Presαναστέναζεαναστενάζετε
Aoristαναστέναξεαναστενάξτε, αναστενάχτε
Part
izip
Presαναστενάζοντας
Perfέχοντας αναστενάξει
InfinAoristαναστενάξει

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback