αναστενάζω  Verb  [anastenazo, anastenazw]

Ähnliche Bedeutung wie αναστενάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αναστενάζω

... Ο Αίας ο Τελαμώνιος [Αἴας < αἰάζω (αναστενάζω, θρηνώ), "αυτός που θρηνεί"], υπήρξε μυθικός βασιλιάς της Σαλαμίνας και ένας από τους κυριότερους ήρωες του ...

... Ο Αίας ο Λοκρός (Αἴας < αἰάζω (αναστενάζω, θρηνώ), "αυτός που θρηνεί") υπήρξε εθνικός ήρωας των Λοκρών , γιος του Οϊλέα, ο ένας από τους δύο γνωστούς ήρωες ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze seufzen

... Wir klagen, lamentieren, seufzen und stimmen ein Wehgeschrei an. ...

... Ein Amboss hätte viel zu tun, wenn er bei jedem Schlage seufzen wollte. ...

... Singen wir, hören es alle, seufzen wir, hört es keiner. ...

Quelle: al_ex_an_der, Pfirsichbaeumchen, Esperantostern

Grammatik


ΑΝΑΣΤΕΝΑΖΩ
I sigh
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αναστενάζωαναστενάζουμε, αναστενάζομε
αναστενάζειςαναστενάζετε
αναστενάζειαναστενάζουν(ε)
Imper
fekt
αναστέναζααναστενάζαμε
αναστέναζεςαναστενάζατε
αναστέναζεαναστέναζαν, αναστενάζαν(ε)
Aoristαναστέναξααναστενάξαμε
αναστέναξεςαναστενάξατε
αναστέναξεαναστέναξαν, αναστενάξαν(ε)
Per
fect
έχω αναστενάξειέχουμε αναστενάξει
έχεις αναστενάξειέχετε αναστενάξει
έχει αναστενάξειέχουν αναστενάξει
Plu
per
fect
είχα αναστενάξειείχαμε αναστενάξει
είχες αναστενάξειείχατε αναστενάξει
είχε αναστενάξειείχαν αναστενάξει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αναστενάζωθα αναστενάζουμε, θα αναστενάζομε
θα αναστενάζειςθα αναστενάζετε
θα αναστενάζειθα αναστενάζουν(ε)
Fut
ur
θα αναστενάξωθα αναστενάξουμε, θα αναστενάξομε
θα αναστενάξειςθα αναστενάξετε
θα αναστενάξειθα αναστενάξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αναστενάξειθα έχουμε αναστενάξει
θα έχεις αναστενάξειθα έχετε αναστενάξει
θα έχει αναστενάξειθα έχουν αναστενάξει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αναστενάζωνα αναστενάζουμε, να αναστενάζομε
να αναστενάζειςνα αναστενάζετε
να αναστενάζεινα αναστενάζουν(ε)
Aoristνα αναστενάξωνα αναστενάξουμε, να αναστενάξομε
να αναστενάξειςνα αναστενάξετε
να αναστενάξεινα αναστενάξουν(ε)
Perfνα έχω αναστενάξεινα έχουμε αναστενάξει
να έχεις αναστενάξεινα έχετε αναστενάξει
να έχει αναστενάξεινα έχουν αναστενάξει
Imper
ativ
Presαναστέναζεαναστενάζετε
Aoristαναστέναξεαναστενάξτε, αναστενάχτε
Part
izip
Presαναστενάζοντας
Perfέχοντας αναστενάξει
InfinAoristαναστενάξει






Griechische Definition zu αναστενάζω

αναστενάζω [anastenázo] .2α : βγάζω αναστεναγμό: αναστενάζω από λύπη / πόνο / ευχαρίστηση / ανακούφιση. Aναστέναξε βαθιά καθώς θυμήθηκε τα περασμένα. || (επέκτ.) στενοχωριέμαι πολύ: Aναστενάζει η ψυχή / η καρδιά κάποιου.

[αρχ. ἀναστενάζω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αναστενάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15