wählen
 Verb

διαλέγω Verb
(18)
ψηφίζω Verb
(11)
επιλέγω Verb
(8)
εκλέγω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Noch keine Beispielsätze.
Deutsche Synonyme
Noch keine deutschen Synonyme.
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik





AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διαλέγωδιαλέγουμε, διαλέγομεδιαλέγομαιδιαλεγόμαστε
διαλέγειςδιαλέγετεδιαλέγεσαιδιαλέγεστε, διαλεγόσαστε
διαλέγειδιαλέγουν(ε)διαλέγεταιδιαλέγονται
Imper
fekt
διάλεγαδιαλέγαμεδιαλεγόμουν(α)διαλεγόμαστε, διαλεγόμασταν
διάλεγεςδιαλέγατεδιαλεγόσουν(α)διαλεγόσαστε, διαλεγόσασταν
διάλεγεδιάλεγαν, διαλέγαν(ε)διαλεγόταν(ε)διαλέγονταν, διαλεγόντανε, διαλεγόντουσαν
Aoristδιάλεξαδιαλέξαμεδιαλέχτηκαδιαλεχτήκαμε
διάλεξεςδιαλέξατεδιαλέχτηκεςδιαλεχτήκατε
διάλεξεδιάλεξαν, διαλέξαν(ε)διαλέχτηκεδιαλέχτηκαν, διαλεχτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω διαλέξει
έχω διαλεγμένο
έχουμε διαλέξει
έχουμε διαλεγμένο
έχω διαλεχτεί
είμαι διαλεγμένος, -η
έχουμε διαλεχτεί
είμαστε διαλεγμένοι, -ες
έχεις διαλέξει
έχεις διαλεγμένο
έχετε διαλέξει
έχετε διαλεγμένο
έχεις διαλεχτεί
είσαι διαλεγμένος, -η
έχετε διαλεχτεί
είστε διαλεγμένοι, -ες
έχει διαλέξει
έχει διαλεγμένο
έχουν διαλέξει
έχουν διαλεγμένο
έχει διαλεχτεί
είναι διαλεγμένος, -η, -ο
έχουν διαλεχτεί
είναι διαλεγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα διαλέξει
είχα διαλεγμένο
είχαμε διαλέξει
είχαμε διαλεγμένο
είχα διαλεχτεί
ήμουν διαλεγμένος, -η
είχαμε διαλεχτεί
ήμαστε διαλεγμένοι, -ες
είχες διαλέξει
είχες διαλεγμένο
είχατε διαλέξει
είχατε διαλεγμένο
είχες διαλεχτεί
ήσουν διαλεγμένος, -η
είχατε διαλεχτεί
ήσαστε διαλεγμένοι, -ες
είχε διαλέξει
είχε διαλεγμένο
είχαν διαλέξει
είχαν διαλεγμένο
είχε διαλεχτεί
ήταν διαλεγμένος, -η, -ο
είχαν διαλεχτεί
ήταν διαλεγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διαλέγωθα διαλέγουμε, θα διαλέγομεθα διαλέγομαιθα διαλεγόμαστε
θα διαλέγειςθα διαλέγετεθα διαλέγεσαιθα διαλέγεστε, θα διαλεγόσαστε
θα διαλέγειθα διαλέγουν(ε)θα διαλέγεταιθα διαλέγονται
Fut
ur
θα διαλέξωθα διαλέξουμε, θα διαλέξομεθα διαλεχτώθα διαλεχτούμε
θα διαλέξειςθα διαλέξετεθα διαλεχτείςθα διαλεχτείτε
θα διαλέξειθα διαλέξουν(ε)θα διαλεχτείθα διαλεχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διαλέξει
θα έχω διαλεγμένο
θα έχουμε διαλέξει
θα έχουμε διαλεγμένο
θα έχω διαλεχτεί
θα είμαι διαλεγμένος, -η
θα έχουμε διαλεχτεί
θα είμαστε διαλεγμένοι, -ες
θα έχεις διαλέξει
θα έχεις διαλεγμένο
θα έχετε διαλέξει
θα έχετε διαλεγμένο
θα έχεις διαλεχτεί
θα είσαι διαλεγμένος, -η
θα έχετε διαλεχτεί
θα είστε διαλεγμένοι, -ες
θα έχει διαλέξει
θα έχει διαλεγμένο
θα έχουν διαλέξει
θα έχουν διαλεγμένο
θα έχει διαλεχτεί
θα είναι διαλεγμένος, -η, -ο
θα έχουν διαλεχτεί
θα είναι διαλεγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διαλέγωνα διαλέγουμε, να διαλέγομενα διαλέγομαινα διαλεγόμαστε
να διαλέγειςνα διαλέγετενα διαλέγεσαινα διαλέγεστε, να διαλεγόσαστε
να διαλέγεινα διαλέγουν(ε)να διαλέγεταινα διαλέγονται
Aoristνα διαλέξωνα διαλέξουμε, να διαλέξομενα διαλεχτώνα διαλεχτούμε
να διαλέξειςνα διαλέξετενα διαλεχτείςνα διαλεχτείτε
να διαλέξεινα διαλέξουν(ε)να διαλεχτείνα διαλεχτούν(ε)
Perfνα έχω διαλέξει
να έχω διαλεγμένο
να έχουμε διαλέξει
να έχουμε διαλεγμένο
να έχω διαλεχτεί
να είμαι διαλεγμένος, -η
να έχουμε διαλεχτεί
να είμαστε διαλεγμένοι, -ες
να έχεις διαλέξει
να έχεις διαλεγμένο
να έχετε διαλέξει
να έχετε διαλεγμένο
να έχεις διαλεχτεί
να είσαι διαλεγμένος, -η
να έχετε διαλεχτεί
να είστε διαλεγμένοι, -ες
να έχει διαλέξει
να έχει διαλεγμένο
να έχουν διαλέξει
να έχουν διαλεγμένο
να έχει διαλεχτεί
να είναι διαλεγμένος, -η, -ο
να έχουν διαλεχτεί
να είναι διαλεγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιάλεγεδιαλέγετεδιαλέγεστε
Aoristδιάλεξεδιαλέξτε, διαλέχτεδιαλέξουδιαλεχτείτε
Part
izip
Presδιαλέγοντας
Perfέχοντας διαλέξει, έχοντας διαλεγμένοδιαλεγμένος, -η, -οδιαλεγμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιαλέξειδιαλεχτεί




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ψηφίζωψηφίζουμε, ψηφίζομεψηφίζομαιψηφιζόμαστε
ψηφίζειςψηφίζετεψηφίζεσαιψηφίζεστε, ψηφιζόσαστε
ψηφίζειψηφίζουν(ε)ψηφίζεταιψηφίζονται
Imper
fekt
ψήφιζαψηφίζαμεψηφιζόμουν(α)ψηφιζόμαστε, ψηφιζόμασταν
ψήφιζεςψηφίζατεψηφιζόσουν(α)ψηφιζόσαστε, ψηφιζόσασταν
ψήφιζεψήφιζαν, ψηφίζαν(ε)ψηφιζόταν(ε)ψηφίζονταν, ψηφιζόντανε, ψηφιζόντουσαν
Aoristψήφισαψηφίσαμεψηφίστηκαψηφιστήκαμε
ψήφισεςψηφίσατεψηφίστηκεςψηφιστήκατε
ψήφισεψήφισαν, ψηφίσαν(ε)ψηφίστηκεψηφίστηκαν, ψηφιστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ψηφίσει
έχω ψηφισμένο
έχουμε ψηφίσει
έχουμε ψηφισμένο
έχω ψηφιστεί
είμαι ψηφισμένος, -η
έχουμε ψηφιστεί
είμαστε ψηφισμένοι, -ες
έχεις ψηφίσει
έχεις ψηφισμένο
έχετε ψηφίσει
έχετε ψηφισμένο
έχεις ψηφιστεί
είσαι ψηφισμένος, -η
έχετε ψηφιστεί
είστε ψηφισμένοι, -ες
έχει ψηφίσει
έχει ψηφισμένο
έχουν ψηφίσει
έχουν ψηφισμένο
έχει ψηφιστεί
είναι ψηφισμένος, -η, -ο
έχουν ψηφιστεί
είναι ψηφισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ψηφίσει
είχα ψηφισμένο
είχαμε ψηφίσει
είχαμε ψηφισμένο
είχα ψηφιστεί
ήμουν ψηφισμένος, -η
είχαμε ψηφιστεί
ήμαστε ψηφισμένοι, -ες
είχες ψηφίσει
είχες ψηφισμένο
είχατε ψηφίσει
είχατε ψηφισμένο
είχες ψηφιστεί
ήσουν ψηφισμένος, -η
είχατε ψηφιστεί
ήσαστε ψηφισμένοι, -ες
είχε ψηφίσει
είχε ψηφισμένο
είχαν ψηφίσει
είχαν ψηφισμένο
είχε ψηφιστεί
ήταν ψηφισμένος, -η, -ο
είχαν ψηφιστεί
ήταν ψηφισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ψηφίζωθα ψηφίζουμε, θα ψηφίζομεθα ψηφίζομαιθα ψηφιζόμαστε
θα ψηφίζειςθα ψηφίζετεθα ψηφίζεσαιθα ψηφίζεστε, θα ψηφιζόσαστε
θα ψηφίζειθα ψηφίζουν(ε)θα ψηφίζεταιθα ψηφίζονται
Fut
ur
θα ψηφίσωθα ψηφίσουμε, θα ψηφίζομεθα ψηφιστώθα ψηφιστούμε
θα ψηφίσειςθα ψηφίσετεθα ψηφιστείςθα ψηφιστείτε
θα ψηφίσειθα ψηφίσουν(ε)θα ψηφιστείθα ψηφιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ψηφίσει
θα έχω ψηφισμένο
θα έχουμε ψηφίσει
θα έχουμε ψηφισμένο
θα έχω ψηφιστεί
θα είμαι ψηφισμένος, -η
θα έχουμε ψηφιστεί
θα είμαστε ψηφισμένοι, -ες
θα έχεις ψηφίσει
θα έχεις ψηφισμένο
θα έχετε ψηφίσει
θα έχετε ψηφισμένο
θα έχεις ψηφιστεί
θα είσαι ψηφισμένος, -η
θα έχετε ψηφιστεί
θα είστε ψηφισμένοι, -ες
θα έχει ψηφίσει
θα έχει ψηφισμένο
θα έχουν ψηφίσει
θα έχουν ψηφισμένο
θα έχει ψηφιστεί
θα είναι ψηφισμένος, -η, -ο
θα έχουν ψηφιστεί
θα είναι ψηφισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ψηφίζωνα ψηφίζουμε, να ψηφίζομενα ψηφίζομαινα ψηφιζόμαστε
να ψηφίζειςνα ψηφίζετενα ψηφίζεσαινα ψηφίζεστε, να ψηφιζόσαστε
να ψηφίζεινα ψηφίζουν(ε)να ψηφίζεταινα ψηφίζονται
Aoristνα ψηφίσωνα ψηφίσουμε, να ψηφίσομενα ψηφιστώνα ψηφιστούμε
να ψηφίσειςνα ψηφίσετενα ψηφιστείςνα ψηφιστείτε
να ψηφίσεινα ψηφίσουν(ε)να ψηφιστείνα ψηφιστούν(ε)
Perfνα έχω ψηφίσει
να έχω ψηφισμένο
να έχουμε ψηφίσει
να έχουμε ψηφισμένο
να έχω ψηφιστεί
να είμαι ψηφισμένος, -η
να έχουμε ψηφιστεί
να είμαστε ψηφισμένοι, -ες
να έχεις ψηφίσει
να έχεις ψηφισμένο
να έχετε ψηφίσει
να έχετε ψηφισμένο
να έχεις ψηφιστεί
να είσαι ψηφισμένος, -η
να έχετε ψηφιστεί
να είστε ψηφισμένοι, -ες
να έχει ψηφίσει
να έχει ψηφισμένο
να έχουν ψηφίσει
να έχουν ψηφισμένο
να έχει ψηφιστεί
να είναι ψηφισμένος, -η, -ο
να έχουν ψηφιστεί
να είναι ψηφισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presψήφιζεψηφίζετεψηφίζεστε
Aoristψήφισεψηφίστεψηφίσουψηφιστείτε
Part
izip
Presψηφίζονταςψηφιζόμενος
Perfέχοντας ψηφίσει, έχοντας ψηφισμένοψηφισμένος, -η, -οψηφισμένοι, -ες, -α
InfinAoristψηφίσειψηφιστεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback