verpflichten
 Verb

υποχρεώνω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Sie müssen sich ohne sie verpflichten.Πρέπει να δεχτούν τη δουλειά χωρίς αυτές.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich will ihn für die New Yorker Operngesellschaft verpflichten.Να υπογράψει συμβόλαιο με την'Οπερα της Νέας Υόρκης.

Übersetzung nicht bestätigt

Wir verpflichten uns beide, Osterlich nicht einzunehmen. Sie unterschreiben, ich ziehe zurück.Υπογράφουμε τη συνθήκη, κι αποσύρω το στρατό μου.

Übersetzung nicht bestätigt

Für die Silvestersendung verpflichten Sie als Gäste:Στοπ.

Übersetzung nicht bestätigt

Wir, die Unterzeichnenden, sind gemeinsame Besitzer des Wettscheins. Im Falle eines Gewinnes verpflichten wir uns, zu gleichen Teilen zu teilen."Εμείς, οι κάτωθι υπογεγραμμένοι... είμαστε συγκάτοχοι αυτού του λαχείου... και συμφωνούμε να μοιραστούμε ισομερώς τα κέρδη, αν υπάρξουν."

Übersetzung nicht bestätigt


Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υποχρεώνωυποχρεώνουμε, υποχρεώνομευποχρεώνομαιυποχρεωνόμαστε
υποχρεώνειςυποχρεώνετευποχρεώνεσαιυποχρεώνεστε, υποχρεωνόσαστε
υποχρεώνειυποχρεώνουν(ε)υποχρεώνεταιυποχρεώνονται
Imper
fekt
υποχρέωναυποχρεώναμευποχρεωνόμουν(α)υποχρεωνόμαστε, υποχρεωνόμασταν
υποχρέωνεςυποχρεώνατευποχρεωνόσουν(α)υποχρεωνόσαστε, υποχρεωνόσασταν
υποχρέωνευποχρέωναν, υποχρεώναν(ε)υποχρεωνόταν(ε)υποχρεώνονταν, υποχρεωνόντανε, υποχρεωνόντουσαν
Aoristυποχρέωσαυποχρεώσαμευποχρεώθηκαυποχρεωθήκαμε
υποχρέωσεςυποχρεώσατευποχρεώθηκεςυποχρεωθήκατε
υποχρέωσευποχρέωσαν, υποχρεώσαν(ε)υποχρεώθηκευποχρεώθηκαν, υποχρεωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω υποχρεώσει
έχω υποχρεωμένο
έχουμε υποχρεώσει
έχουμε υποχρεωμένο
έχω υποχρεωθεί
είμαι υποχρεωμένος, -η
έχουμε υποχρεωθεί
είμαστε υποχρεωμένοι, -ες
έχεις υποχρεώσει
έχεις υποχρεωμένο
έχετε υποχρεώσει
έχετε υποχρεωμένο
έχεις υποχρεωθεί
είσαι υποχρεωμένος, -η
έχετε υποχρεωθεί
είστε υποχρεωμένοι, -ες
έχει υποχρεώσει
έχει υποχρεωμένο
έχουν υποχρεώσει
έχουν υποχρεωμένο
έχει υποχρεωθεί
είναι υποχρεωμένος, -η, -ο
έχουν υποχρεωθεί
είναι υποχρεωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα υποχρεώσει
είχα υποχρεωμένο
είχαμε υποχρεώσει
είχαμε υποχρεωμένο
είχα υποχρεωθεί
ήμουν υποχρεωμένος, -η
είχαμε υποχρεωθεί
ήμαστε υποχρεωμένοι, -ες
είχες υποχρεώσει
είχες υποχρεωμένο
είχατε υποχρεώσει
είχατε υποχρεωμένο
είχες υποχρεωθεί
ήσουν υποχρεωμένος, -η
είχατε υποχρεωθεί
ήσαστε υποχρεωμένοι, -ες
είχε υποχρεώσει
είχε υποχρεωμένο
είχαν υποχρεώσει
είχαν υποχρεωμένο
είχε υποχρεωθεί
ήταν υποχρεωμένος, -η, -ο
είχαν υποχρεωθεί
ήταν υποχρεωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υποχρεώνωθα υποχρεώνουμε, θα υποχρεώνομεθα υποχρεώνομαιθα υποχρεωνόμαστε
θα υποχρεώνειςθα υποχρεώνετεθα υποχρεώνεσαιθα υποχρεώνεστε, θα υποχρεωνόσαστε
θα υποχρεώνειθα υποχρεώνουν(ε)θα υποχρεώνεταιθα υποχρεώνονται
Fut
ur
θα υποχρεώσωθα υποχρεώσουμε, θα υποχρεώσομεθα υποχρεωθώθα υποχρεωθούμε
θα υποχρεώσειςθα υποχρεώσετεθα υποχρεωθείςθα υποχρεωθείτε
θα υποχρεώσειθα υποχρεώσουνθα υποχρεωθείθα υποχρεωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υποχρεώσει
θα έχω υποχρεωμένο
θα έχουμε υποχρεώσει
θα έχουμε υποχρεωμένο
θα έχω υποχρεωθεί
θα είμαι υποχρεωμένος, -η
θα έχουμε υποχρεωθεί
θα είμαστε υποχρεωμένοι, -ες
θα έχεις υποχρεώσει
θα έχεις υποχρεωμένο
θα έχετε υποχρεώσει
θα έχετε υποχρεωμένο
θα έχεις υποχρεωθεί
θα είσαι υποχρεωμένος, -η
θα έχετε υποχρεωθεί
θα είστε υποχρεωμένοι, -ες
θα έχει υποχρεώσει
θα έχει υποχρεωμένο
θα έχουν υποχρεώσει
θα έχουν υποχρεωμένο
θα έχει υποχρεωθεί
θα είναι υποχρεωμένος, -η, -ο
θα έχουν υποχρεωθεί
θα είναι υποχρεωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υποχρεώνωνα υποχρεώνουμε, να υποχρεώνομενα υποχρεώνομαινα υποχρεωνόμαστε
να υποχρεώνειςνα υποχρεώνετενα υποχρεώνεσαινα υποχρεώνεστε, να υποχρεωνόσαστε
να υποχρεώνεινα υποχρεώνουν(ε)να υποχρεώνεταινα υποχρεώνονται
Aoristνα υποχρεώσωνα υποχρεώσουμε, να υποχρεώσομενα υποχρεωθώνα υποχρεωθούμε
να υποχρεώσειςνα υποχρεώσετενα υποχρεωθείςνα υποχρεωθείτε
να υποχρεώσεινα υποχρεώσουν(ε)να υποχρεωθείνα υποχρεωθούν(ε)
Perfνα έχω υποχρεώσει
να έχω υποχρεωμένο
να έχουμε υποχρεώσει
να έχουμε υποχρεωμένο
να έχω υποχρεωθεί
να είμαι υποχρεωμένος, -η
να έχουμε υποχρεωθεί
να είμαστε υποχρεωμένοι, -ες
να έχεις υποχρεώσει
να έχεις υποχρεωμένο
να έχετε υποχρεώσει
να έχετε υποχρεωμένο
να έχεις υποχρεωθεί
να είσαι υποχρεωμένος, -η
να έχετε υποχρεωθεί
να είστε υποχρεωμένοι, -ες
να έχει υποχρεώσει
να έχει υποχρεωμένο
να έχουν υποχρεώσει
να έχουν υποχρεωμένο
να έχει υποχρεωθεί
να είναι υποχρεωμένος, -η, -ο
να έχουν υποχρεωθεί
να είναι υποχρεωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presυποχρέωνευποχρεώνετευποχρεώνεστε
Aoristυποχρέωσευποχρεώστε, υποχρεώσετευποχρεώσουυποχρεωθείτε
Part
izip
Presυποχρεώνοντας
Perfέχοντας υποχρεώσει, έχοντας υποχρεωμένουποχρεωμένος, -η, -ουποχρεωμένοι, -ες, -α
InfinAoristυποχρεώσειυποχρεωθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback