υποχρεώνω Verb  [ipochreono, ypoxrewnw]

  Verb
(0)
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu υποχρεώνω

υποχρεώνω υπόχρεος + -ώνω ((Lehnübersetzung) französisch obliger)


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu υποχρεώνω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υποχρεώνωυποχρεώνουμε, υποχρεώνομευποχρεώνομαιυποχρεωνόμαστε
υποχρεώνειςυποχρεώνετευποχρεώνεσαιυποχρεώνεστε, υποχρεωνόσαστε
υποχρεώνειυποχρεώνουν(ε)υποχρεώνεταιυποχρεώνονται
Imper
fekt
υποχρέωναυποχρεώναμευποχρεωνόμουν(α)υποχρεωνόμαστε, υποχρεωνόμασταν
υποχρέωνεςυποχρεώνατευποχρεωνόσουν(α)υποχρεωνόσαστε, υποχρεωνόσασταν
υποχρέωνευποχρέωναν, υποχρεώναν(ε)υποχρεωνόταν(ε)υποχρεώνονταν, υποχρεωνόντανε, υποχρεωνόντουσαν
Aoristυποχρέωσαυποχρεώσαμευποχρεώθηκαυποχρεωθήκαμε
υποχρέωσεςυποχρεώσατευποχρεώθηκεςυποχρεωθήκατε
υποχρέωσευποχρέωσαν, υποχρεώσαν(ε)υποχρεώθηκευποχρεώθηκαν, υποχρεωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω υποχρεώσει
έχω υποχρεωμένο
έχουμε υποχρεώσει
έχουμε υποχρεωμένο
έχω υποχρεωθεί
είμαι υποχρεωμένος, -η
έχουμε υποχρεωθεί
είμαστε υποχρεωμένοι, -ες
έχεις υποχρεώσει
έχεις υποχρεωμένο
έχετε υποχρεώσει
έχετε υποχρεωμένο
έχεις υποχρεωθεί
είσαι υποχρεωμένος, -η
έχετε υποχρεωθεί
είστε υποχρεωμένοι, -ες
έχει υποχρεώσει
έχει υποχρεωμένο
έχουν υποχρεώσει
έχουν υποχρεωμένο
έχει υποχρεωθεί
είναι υποχρεωμένος, -η, -ο
έχουν υποχρεωθεί
είναι υποχρεωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα υποχρεώσει
είχα υποχρεωμένο
είχαμε υποχρεώσει
είχαμε υποχρεωμένο
είχα υποχρεωθεί
ήμουν υποχρεωμένος, -η
είχαμε υποχρεωθεί
ήμαστε υποχρεωμένοι, -ες
είχες υποχρεώσει
είχες υποχρεωμένο
είχατε υποχρεώσει
είχατε υποχρεωμένο
είχες υποχρεωθεί
ήσουν υποχρεωμένος, -η
είχατε υποχρεωθεί
ήσαστε υποχρεωμένοι, -ες
είχε υποχρεώσει
είχε υποχρεωμένο
είχαν υποχρεώσει
είχαν υποχρεωμένο
είχε υποχρεωθεί
ήταν υποχρεωμένος, -η, -ο
είχαν υποχρεωθεί
ήταν υποχρεωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υποχρεώνωθα υποχρεώνουμε, θα υποχρεώνομεθα υποχρεώνομαιθα υποχρεωνόμαστε
θα υποχρεώνειςθα υποχρεώνετεθα υποχρεώνεσαιθα υποχρεώνεστε, θα υποχρεωνόσαστε
θα υποχρεώνειθα υποχρεώνουν(ε)θα υποχρεώνεταιθα υποχρεώνονται
Fut
ur
θα υποχρεώσωθα υποχρεώσουμε, θα υποχρεώσομεθα υποχρεωθώθα υποχρεωθούμε
θα υποχρεώσειςθα υποχρεώσετεθα υποχρεωθείςθα υποχρεωθείτε
θα υποχρεώσειθα υποχρεώσουνθα υποχρεωθείθα υποχρεωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υποχρεώσει
θα έχω υποχρεωμένο
θα έχουμε υποχρεώσει
θα έχουμε υποχρεωμένο
θα έχω υποχρεωθεί
θα είμαι υποχρεωμένος, -η
θα έχουμε υποχρεωθεί
θα είμαστε υποχρεωμένοι, -ες
θα έχεις υποχρεώσει
θα έχεις υποχρεωμένο
θα έχετε υποχρεώσει
θα έχετε υποχρεωμένο
θα έχεις υποχρεωθεί
θα είσαι υποχρεωμένος, -η
θα έχετε υποχρεωθεί
θα είστε υποχρεωμένοι, -ες
θα έχει υποχρεώσει
θα έχει υποχρεωμένο
θα έχουν υποχρεώσει
θα έχουν υποχρεωμένο
θα έχει υποχρεωθεί
θα είναι υποχρεωμένος, -η, -ο
θα έχουν υποχρεωθεί
θα είναι υποχρεωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υποχρεώνωνα υποχρεώνουμε, να υποχρεώνομενα υποχρεώνομαινα υποχρεωνόμαστε
να υποχρεώνειςνα υποχρεώνετενα υποχρεώνεσαινα υποχρεώνεστε, να υποχρεωνόσαστε
να υποχρεώνεινα υποχρεώνουν(ε)να υποχρεώνεταινα υποχρεώνονται
Aoristνα υποχρεώσωνα υποχρεώσουμε, να υποχρεώσομενα υποχρεωθώνα υποχρεωθούμε
να υποχρεώσειςνα υποχρεώσετενα υποχρεωθείςνα υποχρεωθείτε
να υποχρεώσεινα υποχρεώσουν(ε)να υποχρεωθείνα υποχρεωθούν(ε)
Perfνα έχω υποχρεώσει
να έχω υποχρεωμένο
να έχουμε υποχρεώσει
να έχουμε υποχρεωμένο
να έχω υποχρεωθεί
να είμαι υποχρεωμένος, -η
να έχουμε υποχρεωθεί
να είμαστε υποχρεωμένοι, -ες
να έχεις υποχρεώσει
να έχεις υποχρεωμένο
να έχετε υποχρεώσει
να έχετε υποχρεωμένο
να έχεις υποχρεωθεί
να είσαι υποχρεωμένος, -η
να έχετε υποχρεωθεί
να είστε υποχρεωμένοι, -ες
να έχει υποχρεώσει
να έχει υποχρεωμένο
να έχουν υποχρεώσει
να έχουν υποχρεωμένο
να έχει υποχρεωθεί
να είναι υποχρεωμένος, -η, -ο
να έχουν υποχρεωθεί
να είναι υποχρεωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presυποχρέωνευποχρεώνετευποχρεώνεστε
Aoristυποχρέωσευποχρεώστε, υποχρεώσετευποχρεώσουυποχρεωθείτε
Part
izip
Presυποχρεώνοντας
Perfέχοντας υποχρεώσει, έχοντας υποχρεωμένουποχρεωμένος, -η, -ουποχρεωμένοι, -ες, -α
InfinAoristυποχρεώσειυποχρεωθεί









Griechische Definition zu υποχρεώνω

υποχρεώνω [ipoxreóno] -ομαι : 1α.δεσμεύω κπ. με κτ. το οποίο επιβάλλει ο νόμος ή μια νομικής φύσης συμφωνία, συνθήκη κτλ.: Όλοι οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν φόρους. Οι γονείς υποχρεώνονται να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Yποχρεώνεσαι από το νόμο να του πληρώσεις αποζημίωση. β. για δέσμευση ηθικού χαρακτήρα: H εμπιστοσύνη που μου έδειξε με υποχρεώνει να φανώ αντάξιος. (έκφρ.) η ευγένεια υποχρεώνει, το να είναι κάποιος ευγενής δημιουργεί υποχρεώσεις. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback