υποχρεώνω  Verb  [ipochreono, ypoxrewnw]

Ähnliche Bedeutung wie υποχρεώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze υποχρεώνω

... Η ροπή προς τη "γνώση" και τη "σοφία" συνδυασμένη με την ατομοκρατία υποχρεώνει τον Παύλο να τονίσει τη "μωρία του σταυρού", να αντιπαράταξει στην ανθρωποκεντρική ...

... ως υποχρεωτική στράτευση (θητεία). Ορισμένες χώρες (π.χ. το Ισραήλ) υποχρεώνουν σε στράτευση όλους τους πολίτες τους (εκτός από περιπτώσεις ψυχιατρικής ...

... του 1939 περιλάμβανε τις αποικίες του Στέμματος και την Ινδία, αλλά δεν υποχρέωνε αυτόματα τις Κτήσεις. Αυστραλία, Καναδάς, Νέα Ζηλανδία και Νότιος Αφρική ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze heranziehen

... oder das grundstücksgleiche Recht dessen Verwertungserlöse zur Tilgung heranziehen. Die Einzelheiten sind in den verschiedenen Rechtsordnungen unterschiedlich ...

... (Labium med. der Linea aspera) Funktion Beugung des Hüftgelenks und Heranziehen des Oberschenkels Innervation Nervus obturatorius Spinale Segmente ...

... („Hinführer“) (von lat.: adducere „hinführen“, „hinziehen“) ist ein Muskel zum Heranziehen (Adduktion) eines Körpergliedes. Adduktoren gehören zur Gruppe der Skelettmuskeln ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΥΠΟΧΡΕΩΝΩ
I oblige
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υποχρεώνωυποχρεώνουμε, υποχρεώνομευποχρεώνομαιυποχρεωνόμαστε
υποχρεώνειςυποχρεώνετευποχρεώνεσαιυποχρεώνεστε, υποχρεωνόσαστε
υποχρεώνειυποχρεώνουν(ε)υποχρεώνεταιυποχρεώνονται
Imper
fekt
υποχρέωναυποχρεώναμευποχρεωνόμουν(α)υποχρεωνόμαστε, υποχρεωνόμασταν
υποχρέωνεςυποχρεώνατευποχρεωνόσουν(α)υποχρεωνόσαστε, υποχρεωνόσασταν
υποχρέωνευποχρέωναν, υποχρεώναν(ε)υποχρεωνόταν(ε)υποχρεώνονταν, υποχρεωνόντανε, υποχρεωνόντουσαν
Aoristυποχρέωσαυποχρεώσαμευποχρεώθηκαυποχρεωθήκαμε
υποχρέωσεςυποχρεώσατευποχρεώθηκεςυποχρεωθήκατε
υποχρέωσευποχρέωσαν, υποχρεώσαν(ε)υποχρεώθηκευποχρεώθηκαν, υποχρεωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω υποχρεώσει
έχω υποχρεωμένο
έχουμε υποχρεώσει
έχουμε υποχρεωμένο
έχω υποχρεωθεί
είμαι υποχρεωμένος, -η
έχουμε υποχρεωθεί
είμαστε υποχρεωμένοι, -ες
έχεις υποχρεώσει
έχεις υποχρεωμένο
έχετε υποχρεώσει
έχετε υποχρεωμένο
έχεις υποχρεωθεί
είσαι υποχρεωμένος, -η
έχετε υποχρεωθεί
είστε υποχρεωμένοι, -ες
έχει υποχρεώσει
έχει υποχρεωμένο
έχουν υποχρεώσει
έχουν υποχρεωμένο
έχει υποχρεωθεί
είναι υποχρεωμένος, -η, -ο
έχουν υποχρεωθεί
είναι υποχρεωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα υποχρεώσει
είχα υποχρεωμένο
είχαμε υποχρεώσει
είχαμε υποχρεωμένο
είχα υποχρεωθεί
ήμουν υποχρεωμένος, -η
είχαμε υποχρεωθεί
ήμαστε υποχρεωμένοι, -ες
είχες υποχρεώσει
είχες υποχρεωμένο
είχατε υποχρεώσει
είχατε υποχρεωμένο
είχες υποχρεωθεί
ήσουν υποχρεωμένος, -η
είχατε υποχρεωθεί
ήσαστε υποχρεωμένοι, -ες
είχε υποχρεώσει
είχε υποχρεωμένο
είχαν υποχρεώσει
είχαν υποχρεωμένο
είχε υποχρεωθεί
ήταν υποχρεωμένος, -η, -ο
είχαν υποχρεωθεί
ήταν υποχρεωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υποχρεώνωθα υποχρεώνουμε, θα υποχρεώνομεθα υποχρεώνομαιθα υποχρεωνόμαστε
θα υποχρεώνειςθα υποχρεώνετεθα υποχρεώνεσαιθα υποχρεώνεστε, θα υποχρεωνόσαστε
θα υποχρεώνειθα υποχρεώνουν(ε)θα υποχρεώνεταιθα υποχρεώνονται
Fut
ur
θα υποχρεώσωθα υποχρεώσουμε, θα υποχρεώσομεθα υποχρεωθώθα υποχρεωθούμε
θα υποχρεώσειςθα υποχρεώσετεθα υποχρεωθείςθα υποχρεωθείτε
θα υποχρεώσειθα υποχρεώσουνθα υποχρεωθείθα υποχρεωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υποχρεώσει
θα έχω υποχρεωμένο
θα έχουμε υποχρεώσει
θα έχουμε υποχρεωμένο
θα έχω υποχρεωθεί
θα είμαι υποχρεωμένος, -η
θα έχουμε υποχρεωθεί
θα είμαστε υποχρεωμένοι, -ες
θα έχεις υποχρεώσει
θα έχεις υποχρεωμένο
θα έχετε υποχρεώσει
θα έχετε υποχρεωμένο
θα έχεις υποχρεωθεί
θα είσαι υποχρεωμένος, -η
θα έχετε υποχρεωθεί
θα είστε υποχρεωμένοι, -ες
θα έχει υποχρεώσει
θα έχει υποχρεωμένο
θα έχουν υποχρεώσει
θα έχουν υποχρεωμένο
θα έχει υποχρεωθεί
θα είναι υποχρεωμένος, -η, -ο
θα έχουν υποχρεωθεί
θα είναι υποχρεωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υποχρεώνωνα υποχρεώνουμε, να υποχρεώνομενα υποχρεώνομαινα υποχρεωνόμαστε
να υποχρεώνειςνα υποχρεώνετενα υποχρεώνεσαινα υποχρεώνεστε, να υποχρεωνόσαστε
να υποχρεώνεινα υποχρεώνουν(ε)να υποχρεώνεταινα υποχρεώνονται
Aoristνα υποχρεώσωνα υποχρεώσουμε, να υποχρεώσομενα υποχρεωθώνα υποχρεωθούμε
να υποχρεώσειςνα υποχρεώσετενα υποχρεωθείςνα υποχρεωθείτε
να υποχρεώσεινα υποχρεώσουν(ε)να υποχρεωθείνα υποχρεωθούν(ε)
Perfνα έχω υποχρεώσει
να έχω υποχρεωμένο
να έχουμε υποχρεώσει
να έχουμε υποχρεωμένο
να έχω υποχρεωθεί
να είμαι υποχρεωμένος, -η
να έχουμε υποχρεωθεί
να είμαστε υποχρεωμένοι, -ες
να έχεις υποχρεώσει
να έχεις υποχρεωμένο
να έχετε υποχρεώσει
να έχετε υποχρεωμένο
να έχεις υποχρεωθεί
να είσαι υποχρεωμένος, -η
να έχετε υποχρεωθεί
να είστε υποχρεωμένοι, -ες
να έχει υποχρεώσει
να έχει υποχρεωμένο
να έχουν υποχρεώσει
να έχουν υποχρεωμένο
να έχει υποχρεωθεί
να είναι υποχρεωμένος, -η, -ο
να έχουν υποχρεωθεί
να είναι υποχρεωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presυποχρέωνευποχρεώνετευποχρεώνεστε
Aoristυποχρέωσευποχρεώστε, υποχρεώσετευποχρεώσουυποχρεωθείτε
Part
izip
Presυποχρεώνοντας
Perfέχοντας υποχρεώσει, έχοντας υποχρεωμένουποχρεωμένος, -η, -ουποχρεωμένοι, -ες, -α
InfinAoristυποχρεώσειυποχρεωθεί








Griechische Definition zu υποχρεώνω

υποχρεώνω [ipoxreóno] -ομαι : 1α.δεσμεύω κπ. με κτ. το οποίο επιβάλλει ο νόμος ή μια νομικής φύσης συμφωνία, συνθήκη κτλ.: Όλοι οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν φόρους. Οι γονείς υποχρεώνονται να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Yποχρεώνεσαι από το νόμο να του πληρώσεις αποζημίωση. β. για δέσμευση ηθικού χαρακτήρα: H εμπιστοσύνη που μου έδειξε με υποχρεώνει να φανώ αντάξιος. (έκφρ.) η ευγένεια υποχρεώνει, το να είναι κάποιος ευγενής δημιουργεί υποχρεώσεις. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu υποχρεώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15