spezialisieren
 Verb

ειδικεύω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Aber die meisten spezialisieren sich auf ein Fabrikat.Βεβαίως, Αλλά δεν είναι εξειδικευμένα για συγκεκριμένο είδος αυτοκινήτου.

Übersetzung nicht bestätigt

Wenn Sie die anzahl der KoIonnen erhöhen und sie spezialisieren kann die TagesIeistung im Ganzen um 30% gesteigert werden.Θα αυξήσουμε τις ομάδες κι θα εξειδικευτούν σίγουρα θα αυξηθεί η ημερήσια απόδοση κατά 30%%% .

Übersetzung nicht bestätigt

Nur soll sich hier jeder Einzelne spezialisieren... und zwar auf bestimmte ärztliche Hilfeleistung.Η ιδέα του είναι να γίνουν όλοι ειδικοί, εκπαιδευμένοι σ' ένα πράγμα.

Übersetzung nicht bestätigt

Um mich zu spezialisieren, studiere ich nun weiter in Italien. Mögen Sie auch Musik?Μετά, αποφάσισα να ειδικευτώ με σπουδές στην Ιταλία.

Übersetzung nicht bestätigt

Und Sie spezialisieren sich also auf Psychiatrie. Arbeiten sie in einer Bäckerei?Κι'εσείς, όπως φαίνεται, είστε η ειδικός στην ψυχιατρική, που δουλεύει στο αρτοποιείο;

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ειδικεύωειδικεύουμε, ειδικεύομεειδικεύομαιειδικευόμαστε
ειδικεύειςειδικεύετεειδικεύεσαιειδικεύεστε, ειδικευόσαστε
ειδικεύειειδικεύουν(ε)ειδικεύεταιειδικεύονται
Imper
fekt
ειδίκευαειδικεύαμεειδικευόμουν(α)ειδικευόμαστε
ειδίκευεςειδικεύατεειδικευόσουν(α)ειδικευόσαστε
ειδίκευεειδίκευαν, ειδικεύαν(ε)ειδικευόταν(ε)ειδικεύονταν
Aoristειδίκευσαειδικεύσαμεειδικεύτηκα, ειδικεύθηκαειδικευτήκαμε, ειδικευθήκαμε
ειδίκευσεςειδικεύσατεειδικεύτηκες, ειδικεύθηκεςειδικευτήκατε, ειδικευθήκατε
ειδίκευσεειδίκευσαν, ειδικεύσαν(ε)ειδικεύτηκε, ειδικεύθηκεειδικεύτηκαν, ειδικευθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ειδικεύσει
έχω ειδικευμένο
έχουμε ειδικεύσει
έχουμε ειδικευμένο
έχω ειδικευτεί/ειδικευθεί
είμαι ειδικευμένος, -η
έχουμε ειδικευτεί/ειδικευθεί
είμαστε ειδικευμένοι, -ες
έχεις ειδικεύσει
έχεις ειδικευμένο
έχετε ειδικεύσει
έχετε ειδικευμένο
έχεις ειδικευτεί/ειδικευθεί
είσαι ειδικευμένος, -η
έχετε ειδικευτεί/ειδικευθεί
είστε ειδικευμένοι, -ες
έχει ειδικεύσει
έχει ειδικευμένο
έχουν ειδικεύσει
έχουν ειδικευμένο
έχει ειδικευτεί/ειδικευθεί
είναι ειδικευμένος, -η, -ο
έχουν ειδικευτεί/ειδικευθεί
είναι ειδικευμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ειδικεύσει
είχα ειδικευμένο
είχαμε ειδικεύσει
είχαμε ειδικευμένο
είχα ειδικευτεί/ειδικευθεί
ήμουν ειδικευμένος, -η
είχαμε ειδικευτεί/ειδικευθεί
ήμαστε ειδικευμένοι, -ες
είχες ειδικεύσει
είχες ειδικευμένο
είχατε ειδικεύσει
είχατε ειδικευμένο
είχες ειδικευτεί/ειδικευθεί
ήσουν ειδικευμένος, -η
είχατε ειδικευτεί/ειδικευθεί
ήσαστε ειδικευμένοι, -ες
είχε ειδικεύσει
είχε ειδικευμένο
είχαν ειδικεύσει
είχαν ειδικευμένο
είχε ειδικευτεί/ειδικευθεί
ήταν ειδικευμένος, -η, -ο
είχαν ειδικευτεί/ειδικευθεί
ήταν ειδικευμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ειδικεύωθα ειδικεύουμε, θα ειδικεύομεθα ειδικεύομαιθα ειδικευόμαστε
θα ειδικεύειςθα ειδικεύετεθα ειδικεύεσαιθα ειδικεύεστε, θα ειδικευόσαστε
θα ειδικεύειθα ειδικεύουν(ε)θα ειδικεύεταιθα ειδικεύονται
Fut
ur
θα ειδικεύσωθα ειδικεύσουμε, θα ειδικεύσομεθα ειδικευτώ, θα ειδικευθώθα ειδικευτούμε, θα ειδικευθούμε
θα ειδικεύσειςθα ειδικεύσετεθα ειδικευτείς, θα ειδικευθείςθα ειδικευτείτε, θα ειδικευθείτε
θα ειδικεύσειθα ειδικεύσουν(ε)θα ειδικευτεί, θα ειδικευθείθα ειδικευτούν(ε), θα ειδικευθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ειδικεύσει
θα έχω ειδικευμένο
θα έχουμε ειδικεύσει
θα έχουμε ειδικευμένο
θα έχω ειδικευτεί/ειδικευθεί
θα είμαι ειδικευμένος, -η
θα έχουμε ειδικευτεί/ειδικευθεί
θα είμαστε ειδικευμένοι, -ες
θα έχεις ειδικεύσει
θα έχεις ειδικευμένο
θα έχετε ειδικεύσει
θα έχετε ειδικευμένο
θα έχεις ειδικευτεί/ειδικευθεί
θα είσαι ειδικευμένος, -η
θα έχετε ειδικευτεί/ειδικευθεί
θα είστε ειδικευμένοι, -ες
θα έχει ειδικεύσει
θα έχει ειδικευμένο
θα έχουν ειδικεύσει
θα έχουν ειδικευμένο
θα έχει ειδικευτεί/ειδικευθεί
θα είναι ειδικευμένος, -η, -ο
θα έχουν ειδικευτεί/ειδικευθεί
θα είναι ειδικευμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ειδικεύωνα ειδικεύουμε, να ειδικεύομενα ειδικεύομαινα ειδικευόμαστε
να ειδικεύειςνα ειδικεύετενα ειδικεύεσαινα ειδικεύεστε, να ειδικευόσαστε
να ειδικεύεινα ειδικεύουν(ε)να ειδικεύεταινα ειδικεύονται
Aoristνα ειδικεύσωνα ειδικεύσουμε, να ειδικεύσομενα ειδικευτώ, να ειδικευθώνα ειδικευτούμε, να ειδικευθούμε
να ειδικεύσειςνα ειδικεύσετενα ειδικευτείς, να ειδικευθείςνα ειδικευτείτε, να ειδικευθείτε
να ειδικεύσεινα ειδικεύσουν(ε)να ειδικευτεί, να ειδικευθείνα ειδικευτούν(ε), να ειδικευθούν(ε)
Perfνα έχω ειδικεύσει
να έχω ειδικευμένο
να έχουμε ειδικεύσει
να έχουμε ειδικευμένο
να έχω ειδικευτεί/ειδικευθεί
να είμαι ειδικευμένος, -η
να έχουμε ειδικευτεί/ειδικευθεί
να είμαστε ειδικευμένοι, -ες
να έχεις ειδικεύσει
να έχεις ειδικευμένο
να έχετε ειδικεύσει
να έχετε ειδικευμένο
να έχεις ειδικευτεί/ειδικευθεί
να είσαι ειδικευμένος, -η
να έχετε ειδικευτεί/ειδικευθεί
να είστε ειδικευμένοι, -ες
να έχει ειδικεύσει
να έχει ειδικευμένο
να έχουν ειδικεύσει
να έχουν ειδικευμένο
να έχει ειδικευτεί/ειδικευθεί
να είναι ειδικευμένος, -η, -ο
να έχουν ειδικευτεί/ειδικευθεί
να είναι ειδικευμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presειδίκευεειδικεύετεειδικεύεστε
Aoristειδίκευσεειδικεύστε, ειδικεύσετεειδικεύσουειδικευτείτε, ειδικευθείτε
Part
izip
Presειδικεύονταςειδικευόμενος
Perfέχοντας ειδικεύσει, έχοντας ειδικευμένοειδικευμένος, -η, -οειδικευμένοι, -ες, -α
InfinAoristειδικεύσειειδικευτεί, ειδικευθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback