reißen
  Verb

ταξιδεύω  Verb
(0)
αρπάσσω  Verb
(0)
DeutschGriechisch
Noch keine Beispielsätze.

Deutsche Synonyme zu reißen

  • zerren
  • reißen
  • hinter sich her schleifen

Ähnliche Wörter zu reißen


Grammatik





ΤΑΞΙΔΕΥΩ
I travel
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ταξιδεύωταξιδεύουμε, ταξιδεύομε
ταξιδεύειςταξιδεύετε
ταξιδεύειταξιδεύουν(ε)
Imper
fekt
ταξίδευαταξιδεύαμε
ταξίδευεςταξιδεύατε
ταξίδευεταξίδευαν, ταξιδεύαν(ε)
Aoristταξίδεψαταξιδέψαμε
ταξίδεψεςταξιδέψατε
ταξίδεψεταξίδεψαν, ταξιδέψαν(ε)
Per
fect
έχω ταξιδέψειέχουμε ταξιδέψει
έχεις ταξιδέψειέχετε ταξιδέψει
έχει ταξιδέψειέχουν ταξιδέψει
Plu
per
fect
είχα ταξιδέψειείχαμε ταξιδέψει
είχες ταξιδέψειείχατε ταξιδέψει
είχε ταξιδέψειείχαν ταξιδέψει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ταξιδεύωθα ταξιδεύουμε, θα ταξιδεύομε
θα ταξιδεύειςθα ταξιδεύετε
θα ταξιδεύειθα ταξιδεύουν(ε)
Fut
ur
θα ταξιδέψωθα ταξιδέψουμε, θα ταξιδέψομε
θα ταξιδέψειςθα ταξιδέψετε
θα ταξιδέψειθα ταξιδέψουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ταξιδέψειθα έχουμε ταξιδέψει
θα έχεις ταξιδέψειθα έχετε ταξιδέψει
θα έχει ταξιδέψειθα έχουν ταξιδέψει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ταξιδεύωνα ταξιδεύουμε, να ταξιδεύομε
να ταξιδεύειςνα ταξιδεύετε
να ταξιδεύεινα ταξιδεύουν(ε)
Aoristνα ταξιδέψωνα ταξιδέψουμε, να ταξιδέψομε
να ταξιδέψειςνα ταξιδέψετε
να ταξιδέψεινα ταξιδέψουν(ε)
Perfνα έχω ταξιδέψεινα έχουμε ταξιδέψει
να έχεις ταξιδέψεινα έχετε ταξιδέψει
να έχει ταξιδέψεινα έχουν ταξιδέψει
Imper
ativ
Presταξίδευεταξιδεύετε
Aoristταξίδεψεταξιδέψτε, ταξιδεύτε
Part
izip
Presταξιδεύοντας
Perfέχοντας ταξιδέψει
InfinAoristταξιδέψει


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback