υψώνω  

  •    erhöhen
  •    erheben
  •    Ich hebe

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

ipsono, ypswnw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
υψώσει
μετοχή (ενεστώτας)
υψώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας υψώνω υψώνεις υψώνει υψώνο(υ)με υψώνετε υψώνουν(ε)
παρατατικός ύψωνα ύψωνες ύψωνε υψώναμε υψώνατε ύψωναν, υψώναν(ε)
αόριστος ύψωσα ύψωσες ύψωσε υψώσαμε υψώσατε ύψωσαν, υψώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα υψώνω θα υψώνεις θα υψώνει θα υψώνο(υ)με θα υψώνετε θα υψώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα υψώσω θα υψώσεις θα υψώσει θα υψώσο(υ)με θα υψώσετε θα υψώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω υψώσει έχεις υψώσει έχει υψώσει έχο(υ)με υψώσει έχετε υψώσει έχουν(ε) υψώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα υψώσει είχες υψώσει είχε υψώσει είχαμε υψώσει είχατε υψώσει είχαν(ε) υψώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω υψώσει θα έχεις υψώσει θα έχει υψώσει θα έχο(υ)με υψώσει θα έχετε υψώσει θα έχουν(ε) υψώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να υψώνω να υψώνεις να υψώνει να υψώνο(υ)με να υψώνετε να υψώνουν(ε)
αόριστος να υψώσω να υψώσεις να υψώσει να υψώσο(υ)με να υψώσετε να υψώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω υψώσει να έχεις υψώσει να έχει υψώσει να έχο(υ)με υψώσει να έχετε υψώσει να έχουν(ε) υψώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ύψωνε υψώνετε
αόριστος ύψωσε υψώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15