προσέχω  

  •    beobachten
  •    aufpassen

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

prosecho, prosexw


Grammatik

Ενεργητικός Ενεστώτας
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική
ἐγώ
προσέχω
προσέχω
προσέχοιμι
-
σύ
προσέχεις
προσέχῃς
προσέχοις
πρόσεχε
οὖτος
προσέχει
προσέχ
προσέχοι
προσεχέτω
ἡμεῖς
προσέχομεν
προσέχωμεν
προσέχοιμεν
-
ὑμεῖς
προσέχετε
προσέχητε
προσέχοιτε
προσέχετε
οὗτοι
προσέχουσι(ν)
προσέχωσι(ν)
προσέχοιεν
προσεχόντων / προσεχέτωσαν
ονοματικοί
τύποι
απαρέμφατο μετοχή
προσέχειν
προσέχων
προσέχουσα
πρόσεχον
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15