εκλέπτυνση  

  •    Verfeinerung
  •    Verdünnung
  •    Raffinesse

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

ekleptinsi, ekleptynsh


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ εκλέπτυνση εκλεπτύνσεις
Genitiv εκλέπτυνσης
& εκλεπτύνσεως
εκλεπτύνσεων
Akkusativ εκλέπτυνση εκλεπτύνσεις
Vokativ εκλέπτυνση εκλεπτύνσεις
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15