{η}  άξια Subst.  [aksia]

{der}    Subst.
(5)

GriechischDeutsch
Ιεραρχία εύλογης αξίας: Χρηματοοικονομικά μέσα στην εύλογη άξια (14)Als negativer Wert auszuweisende Posten werden in den Meldebögen durch die Aufnahme eines ‚(-)‘ zu Beginn der Bezeichnung gekennzeichnet, wie beispielsweise in ‚(-) Eigene Anteile‘.

Übersetzung bestätigt

Για να είναι η Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης άξια των χρημάτων και της προσπάθειας που θα δαπανήσουμε για αυτήν, πρέπει να αρχίσει να παράγει αποτελέσματα ως προς τις ευρωπαϊκές αξίες και, ιδίως, τα ανθρώπινα δικαιώματα.Wenn der Auswärtige Dienst das Geld und die Arbeit, die wir in ihn investieren, wert sein soll, muss er damit beginnen, an der Einhaltung europäischer Werte und insbesondere der Menschenrechte zu arbeiten.

Übersetzung bestätigt

Μπορεί να στηρίξει τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και συγκεκριμένα του Επίτροπου Marνnπρος την ίδια κατεύθυνση. Αλλά ας μην ξεγελιόμαστε, δεν θα μπορέσει να βρεθεί καμία λύση αν δεν δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για μια δικαιοσύνη η οποία να είναι άξια του ονόματός της.Aber wir sollten uns nichts vormachen, keine Lösung kann erreicht werden, wenn nicht die Voraussetzungen für die Existenz einer Justiz geschaffen werden, die wirklich den Namen verdient, den dieser Wert in einem Rechtssystem haben muß, und wenn niemand, absolut niemand, über der Macht des Gesetzes steht.

Übersetzung bestätigt



Grammatik

Noch keine Grammatik zu άξια.





Griechische Definition zu άξια

αξία η [aksia] : 1. το σύνολο των θετικών ιδιοτήτων ενός ανθρώπου, χάρη στις οποίες τον εκτιμούν οι άλλοι και θεωρούν τη συμβολή του στον πνευματικό, κοινωνικό ή επαγγελματικό τομέα σημαντική: Άνθρωπος με μεγάλη επιστημονική άξια. H άξια του στρατηγού φαίνεται στον πόλεμο, ικανότητα. Είναι άνθρωπος μεγάλης αξίας. Πήρε το άριστα με την άξια του, επάξια, όχι χαριστικά. (λόγ. έκφρ.) κατ΄ αξία(ν), επάξια, με την αξία του. || Mετάλλιο στρατιωτικής αξίας, που απονέμεται σε όσους διακρίθηκαν στον πόλεμο. α2. άνθρωπος που έχει αξία: Οι αξίες διακρίνονται στη ζωή. β. η σημασία, η σπουδαιότητα που έχει κτ. για τον άνθρωπο: Tην άξια της υγείας την εκτιμούμε όταν τη χάσουμε. Δε δίνει καμιά άξια στη ζωή του / στην περιουσία του. H φιλία δεν έχει γι΄ αυτόν καμιά άξια. Mη δίνεις άξια σε όσα λέει, μην τα υπολογίζεις. Aυτό το κόσμημα έχει για μένα συναισθηματική άξια, γιατί το φορούσε η μητέρα μου. || (απρόσ.): Έχει άξια να…, αξίζει: άξια έχει να αποχτήσεις δύναμη και να χάσεις τους φίλους σου; || χρησιμότητα: H άξια μιας ιστορικής πηγής / μιας μεθόδου. γ. το υψηλό ποιοτικό επίπεδο που χαρακτηρίζει κάποια ανθρώπινη δημιουργία: Έργο μεγάλης λογοτεχνικής / καλλιτεχνικής / επιστημονικής αξίας. δ. (συνήθ. πληθ.) για κτ. που αναγνωρίζεται από τα άτομα ή από την κοινωνία ως ωφέλιμο και καλό από ηθική, πνευματική ή υλική άποψη και που χρησιμοποιείται ως μέτρο των πράξεων ή γίνεται αντικείμενο των επιδιώξεων του ανθρώπου: H νεολαία πρέπει να πιστεύει σε πνευματικές αξίες. Στη ζωή του αγωνίστηκε μόνο για υλικές αξίες. Kοινωνικές / ανθρωπιστικές / θρησκευτικές αξίες. Οι αιώνιες αξίες της χριστιανικής θρησκείας. Στην εποχή μας αμφισβητήθηκαν πολλές αξίες. H ελευθερία και η δικαιοσύνη κατέχουν τις πρώτες θέσεις στην κλίμακα των αξιών. Kάθε ιστορική περίοδος αναπτύσσει το δικό της σύστημα αξιών. Επιστήμη των αξιών, αξιολογία. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback