ωριμάζω  Verb  [orimazo, wrimazw]

Ähnliche Bedeutung wie ωριμάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze Reifen

... Die Reifen dieses Autos haben nicht genügend Luft. ...

... Tauschen Sie den alten Satz Reifen durch einen neuen aus. ...

... Der Reifen ist undicht. ...

Quelle: xtofu80, Peanutfan, MUIRIEL

Grammatik


ΩΡΙΜΑΖΩ
I ripen
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ωριμάζωωριμάζουμε, ωριμάζομε
ωριμάζειςωριμάζετε
ωριμάζειωριμάζουν(ε)
Imper
fekt
ωρίμαζαωριμάζαμε
ωρίμαζεςωριμάζατε
ωρίμαζεωρίμαζαν, ωριμάζαν(ε)
Aoristωρίμασαωριμάσαμε
ωρίμασεςωριμάσατε
ωρίμασεωρίμασαν, ωριμάσαν(ε)
Per
fect
έχω ωριμάσειέχουμε ωριμάσει
έχεις ωριμάσειέχετε ωριμάσει
έχει ωριμάσειέχουν ωριμάσει
Plu
per
fect
είχα ωριμάσειείχαμε ωριμάσει
είχες ωριμάσειείχατε ωριμάσει
είχε ωριμάσειείχαν ωριμάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ωριμάζωθα ωριμάζουμε, θα ωριμάζομε
θα ωριμάζειςθα ωριμάζετε
θα ωριμάζειθα ωριμάζουν(ε)
Fut
ur
θα ωριμάσωθα ωριμάσουμε, θα ωριμάζομε
θα ωριμάσειςθα ωριμάσετε
θα ωριμάσειθα ωριμάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ωριμάσειθα έχουμε ωριμάσει
θα έχεις ωριμάσειθα έχετε ωριμάσει
θα έχει ωριμάσειθα έχουν ωριμάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ωριμάζωνα ωριμάζουμε, να ωριμάζομε
να ωριμάζειςνα ωριμάζετε
να ωριμάζεινα ωριμάζουν(ε)
Aoristνα ωριμάσωνα ωριμάσουμε, να ωριμάσομε
να ωριμάσειςνα ωριμάσετε
να ωριμάσεινα ωριμάσουν(ε)
Perfνα έχω ωριμάσεινα έχουμε ωριμάσει
να έχεις ωριμάσεινα έχετε ωριμάσει
να έχει ωριμάσεινα έχουν ωριμάσει
Imper
ativ
Presωρίμαζεωριμάζετε
Aoristωρίμασεωριμάστε
Part
izip
Presωριμάζοντας
Perfωριμασμένος, -η, -οωριμασμένοι, -ες, -α
InfinAoristωριμάσει



Singular

Plural

Nominativ der Reifen

die Reifen

Genitiv des Reifens

der Reifen

Dativ dem Reifen

den Reifen

Akkusativ den Reifen

die Reifen



Griechische Definition zu ωριμάζω

ωριμάζω [orimázo] .1α μππ. ωριμασμένος : 1. φτάνω σε ένα ανώτατο και κατάλληλο για κτ. στάδιο ανάπτυξης, εξέλιξης, τελείωσης κτλ.· γίνομαι ώριμος. α. (για καρπούς) γίνομαι, μεστώνω: Tα σύκα ωριμάζουν τον Aύγουστο. Ωρίμασαν τα στάχυα· καιρός ν΄ αρχίσει το θέρισμα. || Tυρί που ωριμάζει στη μούχλα. β. για άνθρωπο που ωριμάζει από πνευματική ή βιολογική άποψη: H γενιά μας ωρίμασε πολιτικά μέσα στο αντιδικτατορικό κίνημα. γ. για καταστάσεις, συνθήκες κτλ. που έχουν εξελιχθεί αρκετά, ώστε να γίνουν πρόσφορες, ευνοϊκές για κτ.: Aν δεν περιμένουμε να ωριμάσουν οι συνθήκες, οι μεταρρυθμίσεις θα αποτύχουν. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ωριμάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15