ψήνω  Verb  [psino, pshnw]

Ähnliche Bedeutung wie ψήνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ψήνω

... 582444; 20.6936833 Η Ψήνα είναι ορεινό χωριό της πρώην επαρχίας Δωδώνης της Ηπείρου στο νομό Ιωαννίνων σε υψόμετρο 660 μέτρων. Η Ψήνα είναι κτισμένη στους ...

... με την οποία ψήνουμε φέτες ψωμιού. Η λέξη τοστ προέρχεται από τα λατινικά. Υπάρχουν οι λέξεις torrere και tostum που σημαίνουν ψήνω, καβουρδίζω και ...

... του πηλού. Ο πηλός μετά το σχηματισμό του αγγείου και την επίχρωσή του, ψήνονταν με ειδική τεχνική, κατά την οποία σε μια φάση οξείδωσης σχηματίζονταν το ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze braten

... Es ist so heiß, dass man Eier auf den Motorhauben der Autos braten könnte. ...

... Schneiden Sie in der Zwischenzeit die Brotscheiben in Würfel und braten Sie sie im heißen Öl. ...

... Sie hatten ein Feuer gemacht, auf dem man einen Ochsen hätte braten können. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, Manfredo

Grammatik



ΨΗΝΩ
I bake
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ψήνωψήνουμε, ψήνομεψήνομαιψηνόμαστε
ψήνειςψήνετεψήνεσαιψήνεστε, ψηνόσαστε
ψήνειψήνουν(ε)ψήνεταιψήνονται
Imper
fekt
έψηναψήναμεψηνόμουν(α)ψηνόμαστε, ψηνόμασταν
έψηνεςψήνατεψηνόσουν(α)ψηνόσαστε, ψηνόσασταν
έψηνεέψηναν, ψήναν(ε)ψηνόταν(ε)ψήνονταν, ψηνόντανε, ψηνόντουσαν
Aoristέψησαψήσαμεψήθηκαψηθήκαμε
έψησεςψήσατεψήθηκεςψηθήκατε
έψησεέψησαν, ψήσαν(ε)ψήθηκεψήθηκαν, ψηθήκαν(ε)
Per
fect
έχω ψήσει
έχω ψημένο
έχουμε ψήσει
έχουμε ψημένο
έχω ψηθεί
είμαι ψημένος, -η
έχουμε ψηθεί
είμαστε ψημένοι, -ες
έχεις ψήσει
έχεις ψημένο
έχετε ψήσει
έχετε ψημένο
έχεις ψηθεί
είσαι ψημένος, -η
έχετε ψηθεί
είστε ψημένοι, -ες
έχει ψήσει
έχει ψημένο
έχουν ψήσει
έχουν ψημένο
έχει ψηθεί
είναι ψημένος, -η, -ο
έχουν ψηθεί
είναι ψημένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ψήσει
είχα ψημένο
είχαμε ψήσει
είχαμε ψημένο
είχα ψηθεί
ήμουν ψημένος, -η
είχαμε ψηθεί
ήμαστε ψημένοι, -ες
είχες ψήσει
είχες ψημένο
είχατε ψήσει
είχατε ψημένο
είχες ψηθεί
ήσουν ψημένος, -η
είχατε ψηθεί
ήσαστε ψημένοι, -ες
είχε ψήσει
είχε ψημένο
είχαν ψήσει
είχαν ψημένο
είχε ψηθεί
ήταν ψημένος, -η, -ο
είχαν ψηθεί
ήταν ψημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ψήνωθα ψήνουμεθα ψήνομαιθα ψηνόμαστε
θα ψήνειςθα ψήνετεθα ψήνεσαιθα ψήνεστε, θα ψηνόσαστε
θα ψήνειθα ψήνουνθα ψήνεταιθα ψήνονται
Fut
ur
θα ψήσωθα ψήσουμεθα ψηθώθα ψηθούμε
θα ψήσειςθα ψήσετεθα ψηθείςθα ψηθείτε
θα ψήσειθα ψήσουνθα ψηθείθα ψηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ψήσει
θα έχω ψημένο
θα έχουμε ψήσει
θα έχουμε ψημένο
θα έχω ψηθεί
θα είμαι ψημένος, -η
θα έχουμε ψηθεί
θα είμαστε ψημένοι, -ες
θα έχεις ψήσει
θα έχεις ψημένο
θα έχετε ψήσει
θα έχετε ψημένο
θα έχεις ψηθεί
θα είσαι ψημένος, -η
θα έχετε ψηθεί
θα είστε ψημένοι, -ες
θα έχει ψήσει
θα έχει ψημένο
θα έχουν ψήσει
θα έχουν ψημένο
θα έχει ψηθεί
θα είναι ψημένος, -η, -ο
θα έχουν ψηθεί
θα είναι ψημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ψήνωνα ψήνουμενα ψήνομαινα ψηνόμαστε
να ψήνειςνα ψήνετενα ψήνεσαινα ψήνεστε, να ψηνόσαστε
να ψήνεινα ψήνουννα ψήνεταινα ψήνονται
Aoristνα ψήσωνα ψήσουμενα ψηθώνα ψηθούμε
να ψήσειςνα ψήσετενα ψηθείςνα ψηθείτε
να ψήσεινα ψήσουννα ψηθείνα ψηθούν(ε)
Perfνα έχω ψήσει
να έχω ψημένο
να έχουμε ψήσει
να έχουμε ψημένο
να έχω ψηθεί
να είμαι ψημένος, -η
να έχουμε ψηθεί
να είμαστε ψημένοι, -ες
να έχεις ψήσει
να έχεις ψημένο
να έχετε ψήσει
να έχετε ψημένο
να έχεις ψηθεί
να είσαι ψημένος, -η
να έχετε ψηθεί
να είστε ψημένοι, -ες
να έχει ψήσει
να έχει ψημένο
να έχουν ψήσει
να έχουν ψημένο
να έχει ψηθεί
να είναι ψημένος, -η, -ο
να έχουν ψηθεί
να είναι ψημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presψήνεψήνετεψήνεστε
Aoristψήσεψήσετε, ψήστεψήσουψηθείτε
Part
izip
Presψήνοντας
Perfέχοντας ψήσει, έχοντας ψημένοψημένος, -η, -οψημένοι, -ες, -α
InfinAoristψήσειψηθεί





Person Wortform
Präsens ich koche
du kochst
er, sie, es kocht
Präteritum ich kochte
Konjunktiv II ich kochte
Imperativ Singular koch!
koche!
Plural kocht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gekocht haben
Alle weiteren Formen: Flexion:kochen






Griechische Definition zu ψήνω

ψήνω [psíno] -ομαι Ρ αόρ. έψησα, απαρέμφ. ψήσει, παθ. αόρ. ψήθηκα, απαρέμφ. ψηθεί, μππ. ψημένος : 1.κάνω κτ. κατάλληλο για φάγωμα, υποβάλλοντάς το στην επίδραση υψηλής θερμοκρασίας και με ελάχιστο ή καθόλου νερό ή λάδι· (πρβ. βράζω, τηγανίζω, μαγειρεύω): ψήνω το κρέας στο φούρνο / στα κάρβουνα / στη σούβλα. ψήνω σε δυνατή / σε χαμηλή φωτιά. ψήνω ψάρια / κοτόπουλο / πατάτες / πίτα / ψωμί. Ψήνετε τη σπανακόπιτα σε μέτριο φούρνο. Aλείφετε το κρέας με βούτυρο και το αφήνετε να ψηθεί για δύο περίπου ώρες. || (ειδικότ.): ψήνω καφέ, παρασκευάζω, βράζω, κάνω καφέ. || (σπάν., λαϊκότρ.) μαγειρεύω. ΦΡ ψήνω σε κπ. το ψάρι στα χείλια, τον ταλαιπωρώ, τον παιδεύω: Tου ΄χει ψήσει το ψάρι στα χείλια. Tης έψησε το ψάρι στα χείλια μέχρι να την παντρευτεί. (δεν τρώγεται) ούτε* ωμός ούτε ψημένος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ψήνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15