χαίρω  Verb  [chero, xairw]

  Verb
(1)
(0)

Etymologie zu χαίρω

χαίρω altgriechisch χαίρω χαρά


GriechischDeutsch
Όλως ιδιαιτέρως χαίρω που βλέπω εσάς κύριε Fischler.Ganz besonders freue ich mich, Herr Kommissar Fischler, Sie heute begrüßen zu können.

Synonyme zu χαίρω

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie χαίρω

Ähnliche Wörter zu χαίρω

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu χαίρω

Noch keine deutschen Synonyme




Griechische Definition zu χαίρω

χαίρω [xéro] Ρ (μόνο στο ενεστ. θ.) : 1.σε λόγιες εκφράσεις. α. χαίρομαι: χαίρω πολύ (για τη γνωριμία), όταν μας συστήσουν σε κπ.· χαίρομαι πολύ. (ειρ.) χαίρω πολύ, για κτ. που δεν έγινε στην ώρα του ή όπως έπρεπε. β. απολαμβάνω κτ., έχω κτ.: χαίρω άκρας υγείας, είμαι πολύ καλά στην υγεία μου. χαίρω της εμπιστοσύνης / της εκτιμήσεως κάποιου / καλής φήμης, με εμπιστεύεται / με εκτιμά κάποιος: Πρόσωπα που χαίρουν της απόλυτης εμπιστοσύνης του πρωθυπουργού. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback