φυλακίζω  Verb  [filakizo, fylakizw]

Ähnliche Bedeutung wie φυλακίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze φυλακίζω

... Ελλάδα. Κατά το διάστημα αυτό γράφονται πιθανότατα στην Έφεσο, όπου φυλακίζεται ο Παύλος, όλες ή μερικές από τις λεγόμενες "Επιστολές της αιχμαλωσίας" ...

... ο Βρόντης, ο Άργης και ο Στερόπης. Έχουν τεράστια δύναμη και γι αυτό φυλακίζονται στα Τάρταρα από τον Ουρανό, θεωρούμενοι ότι απειλούν την εξουσία του ...

... περνά στην παρανομία. Μη συμφωνώντας με τις Ελεύθερες Γαλλικές Δυνάμεις φυλακίζεται από τους συντρόφους του στην Τενερίφη. Φρανσουά Τρυφώ, Χίστκοκ, μτφρ ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze inhaftieren

... Studenten, Journalisten und Gewerkschafter) in Militärlagern inhaftieren und Privatwaffen konfiszieren. Der Kongress wurde geschlossen und das Land mit Präsidialdekreten ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik



ΦΥΛΑΚΙΖΩ
I imprison
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φυλακίζωφυλακίζουμε, φυλακίζομεφυλακίζομαιφυλακιζόμαστε
φυλακίζειςφυλακίζετεφυλακίζεσαιφυλακίζεστε, φυλακιζόσαστε
φυλακίζειφυλακίζουν(ε)φυλακίζεταιφυλακίζονται
Imper
fekt
φυλάκιζαφυλακίζαμεφυλακιζόμουν(α)φυλακιζόμαστε, φυλακιζόμασταν
φυλάκιζεςφυλακίζατεφυλακιζόσουν(α)φυλακιζόσαστε, φυλακιζόσασταν
φυλάκιζεφυλάκιζαν, φυλακίζαν(ε)φυλακιζόταν(ε)φυλακίζονταν, φυλακιζόντανε, φυλακιζόντουσαν
Aoristφυλάκισαφυλακίσαμεφυλακίστηκαφυλακιστήκαμε
φυλάκισεςφυλακίσατεφυλακίστηκεςφυλακιστήκατε
φυλάκισεφυλάκισαν, φυλακίσαν(ε)φυλακίστηκεφυλακίστηκαν, φυλακιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω φυλακίσει
έχω φυλακισμένο
έχουμε φυλακίσει
έχουμε φυλακισμένο
έχω φυλακιστεί
είμαι φυλακισμένος, -η
έχουμε φυλακιστεί
είμαστε φυλακισμένοι, -ες
έχεις φυλακίσει
έχεις φυλακισμένο
έχετε φυλακίσει
έχετε φυλακισμένο
έχεις φυλακιστεί
είσαι φυλακισμένος, -η
έχετε φυλακιστεί
είστε φυλακισμένοι, -ες
έχει φυλακίσει
έχει φυλακισμένο
έχουν φυλακίσει
έχουν φυλακισμένο
έχει φυλακιστεί
είναι φυλακισμένος, -η, -ο
έχουν φυλακιστεί
είναι φυλακισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα φυλακίσει
είχα φυλακισμένο
είχαμε φυλακίσει
είχαμε φυλακισμένο
είχα φυλακιστεί
ήμουν φυλακισμένος, -η
είχαμε φυλακιστεί
ήμαστε φυλακισμένοι, -ες
είχες φυλακίσει
είχες φυλακισμένο
είχατε φυλακίσει
είχατε φυλακισμένο
είχες φυλακιστεί
ήσουν φυλακισμένος, -η
είχατε φυλακιστεί
ήσαστε φυλακισμένοι, -ες
είχε φυλακίσει
είχε φυλακισμένο
είχαν φυλακίσει
είχαν φυλακισμένο
είχε φυλακιστεί
ήταν φυλακισμένος, -η, -ο
είχαν φυλακιστεί
ήταν φυλακισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φυλακίζωθα φυλακίζουμε, θα φυλακίζομεθα φυλακίζομαιθα φυλακιζόμαστε
θα φυλακίζειςθα φυλακίζετεθα φυλακίζεσαιθα φυλακίζεστε, θα φυλακιζόσαστε
θα φυλακίζειθα φυλακίζουν(ε)θα φυλακίζεταιθα φυλακίζονται
Fut
ur
θα φυλακίσωθα φυλακίσουμε, θα φυλακίζομεθα φυλακιστώθα φυλακιστούμε
θα φυλακίσειςθα φυλακίσετεθα φυλακιστείςθα φυλακιστείτε
θα φυλακίσειθα φυλακίσουν(ε)θα φυλακιστείθα φυλακιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φυλακίσει
θα έχω φυλακισμένο
θα έχουμε φυλακίσει
θα έχουμε φυλακισμένο
θα έχω φυλακιστεί
θα είμαι φυλακισμένος, -η
θα έχουμε φυλακιστεί
θα είμαστε φυλακισμένοι, -ες
θα έχεις φυλακίσει
θα έχεις φυλακισμένο
θα έχετε φυλακίσει
θα έχετε φυλακισμένο
θα έχεις φυλακιστεί
θα είσαι φυλακισμένος, -η
θα έχετε φυλακιστεί
θα είστε φυλακισμένοι, -ες
θα έχει φυλακίσει
θα έχει φυλακισμένο
θα έχουν φυλακίσει
θα έχουν φυλακισμένο
θα έχει φυλακιστεί
θα είναι φυλακισμένος, -η, -ο
θα έχουν φυλακιστεί
θα είναι φυλακισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φυλακίζωνα φυλακίζουμε, να φυλακίζομενα φυλακίζομαινα φυλακιζόμαστε
να φυλακίζειςνα φυλακίζετενα φυλακίζεσαινα φυλακίζεστε, να φυλακιζόσαστε
να φυλακίζεινα φυλακίζουν(ε)να φυλακίζεταινα φυλακίζονται
Aoristνα φυλακίσωνα φυλακίσουμε, να φυλακίσομενα φυλακιστώνα φυλακιστούμε
να φυλακίσειςνα φυλακίσετενα φυλακιστείςνα φυλακιστείτε
να φυλακίσεινα φυλακίσουν(ε)να φυλακιστείνα φυλακιστούν(ε)
Perfνα έχω φυλακίσει
να έχω φυλακισμένο
να έχουμε φυλακίσει
να έχουμε φυλακισμένο
να έχω φυλακιστεί
να είμαι φυλακισμένος, -η
να έχουμε φυλακιστεί
να είμαστε φυλακισμένοι, -ες
να έχεις φυλακίσει
να έχεις φυλακισμένο
να έχετε φυλακίσει
να έχετε φυλακισμένο
να έχεις φυλακιστεί
να είσαι φυλακισμένος, -η
να έχετε φυλακιστεί
να είστε φυλακισμένοι, -ες
να έχει φυλακίσει
να έχει φυλακισμένο
να έχουν φυλακίσει
να έχουν φυλακισμένο
να έχει φυλακιστεί
να είναι φυλακισμένος, -η, -ο
να έχουν φυλακιστεί
να είναι φυλακισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presφυλάκιζεφυλακίζετεφυλακίζεστε
Aoristφυλάκισεφυλακίστεφυλακίσουφυλακιστείτε
Part
izip
Presφυλακίζονταςφυλακιζόμενος
Perfέχοντας φυλακίσει, έχοντας φυλακισμένοφυλακισμένος, -η, -οφυλακισμένοι, -ες, -α
InfinAoristφυλακίσειφυλακιστεί








Griechische Definition zu φυλακίζω

φυλακίζω [filakízo] -ομαι : 1. κλείνω, βάζω κπ. σε φυλακή: Tον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν. Έγινε διαμαρτυρία για να απελευθερωθούν οι φυλακισμένοι συνδικαλιστές. || (μππ. και ως ουσ.): Περνώντας έβλεπα τους φυλακισμένους πίσω από τα κάγκελα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φυλακίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15