φρουρώ  Verb  [fruro, froyrw]

Ähnliche Bedeutung wie φρουρώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze φρουρώ

... Η Εθνική Φρουρά (Ε.Φ.) αποτελεί την συνδυασμένη ένοπλη δύναμη της Κύπρου, που περιλαμβάνει χερσαίες, ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις. Συγκροτήθηκε μετά ...

... Η Ελβετική Φρουρά είναι το όνομα που δίνεται στους Ελβετικούς στρατιωτικούς σχηματισμούς που υπηρετούν ως σωματοφύλακες, φρουροί παλατιού και διάφορων ...

... ένας από τους φρουρούς στην Οικία Ιπάτιεφ, ο Αλεξάντερ Στρεκότιν, θυμόταν την Αναστασία ως «πολύ φιλική και αστεία», ενώ ένας άλλος φρουρός είπε πως η Αναστασία ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze bewachen

... Eine Custodia, auch Kustodia, von lat. custodire „bewachen, (be)schützen“, ist ein Gefäß zur Aufbewahrung oder zum Zeigen des in der Heiligen Messe gewandelten ...

... Grundstück, das er, seiner ursprünglichen Aufgabe entsprechend, bewachen darf. Da er das Bewachen von Familie und Grundstück sehr ernst nimmt, ist eine sichere ...

... Eunuch (griech. εὐνοῦχος eunouchos, von εὐνή eunē Bett und ἔχω echō hüten, bewachen) ist ein Mensch männlichen Geschlechts (Kind, Jugendlicher oder erwachsener ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
φρουρήσει
μετοχή (ενεστώτας)
φρουρώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας φρουρώ φρουρείς φρουρεί φρουρούμε φρουρείτε φρουρούν
παρατατικός φρουρούσα φρουρούσες φρουρούσε φρουρούσαμε φρουρούσατε φρουρούσαν
αόριστος φρούρησα φρούρησες φρούρησε φρουρήσαμε φρουρήσατε φρούρησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα φρουρώ θα φρουρείς θα φρουρεί θα φρουρούμε θα φρουρείτε θα φρουρούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα φρουρήσω θα φρουρήσεις θα φρουρήσει θα φρουρήσουμε θα φρουρήσετε θα φρουρήσουν
παρακείμενος α' έχω φρουρήσει έχεις φρουρήσει έχει φρουρήσει έχουμε φρουρήσει έχετε φρουρήσει έχουν φρουρήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα φρουρήσει είχες φρουρήσει είχε φρουρήσει είχαμε φρουρήσει είχατε φρουρήσει είχαν φρουρήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω φρουρήσει θα έχεις φρουρήσει θα έχει φρουρήσει θα έχουμε φρουρήσει θα έχετε φρουρήσει θα έχουν φρουρήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να φρουρώ να φρουρείς να φρουρεί να φρουρούμε να φρουρείτε να φρουρούν
αόριστος να φρουρήσω να φρουρήσεις να φρουρήσει να φρουρήσουμε να φρουρήσετε να φρουρήσουν
παρακείμενος α' να έχω φρουρήσει να έχεις φρουρήσει να έχει φρουρήσει να έχουμε φρουρήσει να έχετε φρουρήσει να έχουν φρουρήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας φρούρει φρουρείτε
αόριστος φρούρησε φρουρήστε




Griechische Definition zu φρουρώ

φρουρώ [fruró] -ούμαι : 1. αναλαμβάνω τη φύλαξη, την ασφάλεια ενός χώρου, κτιρίου, ανθρώπου κτλ.: φρουρώ τα σύνορα / το λιμάνι / το αεροδρόμιο. Tο κτίριο της πρεσβείας / το στρατόπεδο φρουρείται. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φρουρώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15