υπογράφω  Verb  [ipografo, iporrafo, ypografw]

Ähnliche Bedeutung wie υπογράφω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze υπογράφω

... Η Ψηφιακή υπογραφή είναι ένα μαθηματικό σύστημα που χρησιμοποιείται για την απόδειξη της γνησιότητας ενός ψηφιακού μηνύματος ή εγγράφου. Μια έγκυρη ψηφιακή ...

... όπως ο Α. Δάνδολος, ήταν γνωστοί τέκτονες, και η υπογραφή του είχε τα χαρακτηριστικά μασονικής υπογραφής. Η μόνη ίσως ένδειξη είναι αυτή που έλαβε ο ερευνητής ...

... περιβάλλοντος, της έλλειψης πόρων και της απομόνωσης. Η Συνθήκη της Ανταρκτικής υπογράφηκε το 1959 από 12 κράτη, και μέχρι τώρα την έχουν υπογράψει 53. Η συνθήκη ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze unterschreiben

... Bitte unterschreiben Sie den Vertrag. ...

... Bitte unterschreiben Sie am Ende des Dokumentes. ...

... Bitte unterschreiben Sie hier. ...

Quelle: xtofu80, xtofu80, samueldora

Grammatik


ΥΠΟΓΡΑΦΩ
I sign
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υπογράφωυπογράφουμε, υπογράφομευπογράφομαιυπογραφόμαστε
υπογράφειςυπογράφετευπογράφεσαιυπογράφεστε, υπογραφόσαστε
υπογράφειυπογράφουν(ε)υπογράφεταιυπογράφονται
Imper
fekt
υπέγραφα, υπόγραφαυπογράφαμευπογραφόμουν(α)υπογραφόμαστε, υπογραφόμασταν
υπέγραφες, υπόγραφεςυπογράφατευπογραφόσουν(α)υπογραφόσαστε, υπογραφόσασταν
υπέγραφε, υπόγραφευπέγραφαν, υπόγραφαν, υπογράφαν(ε)υπογραφόταν(ε)υπογράφονταν, υπογραφόντανε, υπογραφόντουσαν
Aoristυπέγραψα, υπόγραψαυπογράψαμευπογράφτηκα, υπογράφηκαυπογραφτήκαμε, υπογραφήκαμε
υπέγραψες, υπόγραψεςυπογράψατευπογράφτηκες, υπογράφηκεςυπογραφτήκατε, υπογραφήκατε
υπέγραψε, υπόγραψευπέγραψαν, υπόγραψαν, υπογράψαν(ε)υπογράφτηκε, υπογράφηκευπογράφτηκαν, υπογραφτήκαν(ε), υπογράφηκαν, υπογραφήκαν(ε)
Per
fect
έχω υπογράψει
έχω υπογραμμένο
έχω υπογεγραμμένο
έχουμε υπογράψει
έχουμε υπογραμμένο
έχουμε υπογεγραμμένο
έχω υπογραφτεί
έχω υπογραφεί
είμαι υπογραμμένος, -η
είμαι υπογεγραμμένος, -η
έχουμε υπογραφτεί
έχουμε υπογραφεί
είμαστε υπογραμμένοι, -ες
είμαστε υπογεγραμμένοι, -ες
έχεις υπογράψει
έχεις υπογραμμένο
έχεις υπογεγραμμένο
έχετε υπογράψει
έχετε υπογραμμένο
έχετε υπογεγραμμένος, -η
έχεις υπογραφτεί
έχεις υπογραφεί
είσαι υπογραμμένος, -η
είσαι υπογεγραμμένος, -η
έχετε υπογραφτεί
έχετε υπογραφεί
είστε υπογραμμένοι, -ες
είστε υπογεγραμμένοι, -ες
έχει υπογράψει
έχει υπογραμμένο
έχει υπογεγραμμένο
έχουν υπογράψει
έχουν υπογραμμένο
έχουν υπογεγραμμένο
έχει υπογραφτεί
έχει υπογραφεί
είναι υπογραμμένος, -η, -ο
είναι υπογεγραμμένος, -η, -ο
έχουν υπογραφτεί
έχουν υπογραφεί
είναι υπογραμμένοι, -ες, -α
είναι υπογεγραμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα υπογράψει
είχα υπογραμμένο
είχα υπογεγραμμένο
είχαμε υπογράψει
είχαμε υπογραμμένο
είχαμε υπογεγραμμένο
είχα υπογραφτεί
είχα υπογραφεί
ήμουν υπογραμμένος, -η
ήμουν υπογεγραμμένος, -η
είχαμε υπογραφτεί
είχαμε υπογραφεί
ήμαστε υπογραμμένοι, -ες
ήμαστε υπογεγραμμένοι, -ες
είχες υπογράψει
είχες υπογραμμένο
είχες υπογεγραμμένο
είχατε υπογράψει
είχατε υπογραμμένο
είχατε υπογεγραμμένο
είχες υπογραφτεί
είχες υπογραφεί
ήσουν υπογραμμένος, -η
ήσουν υπογεγραμμένος, -η
είχατε υπογραφτεί
είχατε υπογραφεί
ήσαστε υπογραμμένοι, -ες
ήσαστε υπογεγραμμένοι, -ες
είχε υπογράψει
είχε υπογραμμένο
είχε υπογεγραμμένο
είχαν υπογράψει
είχαν υπογραμμένο
είχαν υπογεγραμμένο
είχε υπογραφτεί
είχε υπογραφεί
ήταν υπογραμμένος, -η, -ο
ήταν υπογεγραμμένος, -η, -ο
είχαν υπογραφτεί
είχαν υπογραφεί
ήταν υπογραμμένοι, -ες, -α
ήταν υπογεγραμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υπογράφωθα υπογράφουμε, θα υπογράφομεθα υπογράφομαιθα υπογραφόμαστε
θα υπογράφειςθα υπογράφετεθα υπογράφεσαιθα υπογράφεστε, θα υπογραφόσαστε
θα υπογράφειθα υπογράφουν(ε)θα υπογράφεταιθα υπογράφονται
Fut
ur
θα υπογράψωθα υπογράψουμε, θα υπογράψομεθα υπογραφτώ, θα υπογραφώθα υπογραφτούμε, θα υπογραφούμε
θα υπογράψειςθα υπογράψετεθα υπογραφτείς, θα υπογραφείςθα υπογραφτείτε, θα υπογραφείτε
θα υπογράψειθα υπογράψουν(ε)θα υπογραφτεί, θα υπογραφείθα υπογραφτούν(ε), θα υπογραφούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υπογράψει
θα έχω υπογραμμένο
θα έχουμε υπογράψει
θα έχουμε υπογραμμένο
θα έχω υπογραφτεί
θα έχω υπογραφεί
θα είμαι υπογραμμένος, -η
θα έχουμε υπογραφτεί
θα έχουμε υπογραφεί
θα είμαστε υπογραμμένοι, -ες
θα έχεις υπογράψει
θα έχεις υπογραμμένο
θα έχετε υπογράψει
θα έχετε υπογραμμένο
θα έχεις υπογραφτεί
θα έχεις υπογραφεί
θα είσαι υπογραμμένος, -η
θα έχετε υπογραφτεί
θα έχετε υπογραφεί
θα είστε υπογραμμένοι, -ες
θα έχει υπογράψει
θα έχει υπογραμμένο
θα έχουν υπογράψει
θα έχουν υπογραμμένο
θα έχει υπογραφτεί
θα έχει υπογραφεί
θα είναι υπογραμμένος, -η, -ο
θα έχουν υπογραφτεί
θα έχουν υπογραφεί
θα είναι υπογραμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υπογράφωνα υπογράφουμε, να υπογράφομενα υπογράφομαινα υπογραφόμαστε
να υπογράφειςνα υπογράφετενα υπογράφεσαινα υπογράφεστε, να υπογραφόσαστε
να υπογράφεινα υπογράφουν(ε)να υπογράφεταινα υπογράφονται
Aoristνα υπογράψωνα υπογράψουμε, να υπογράψομενα υπογραφτώ, να υπογραφώνα υπογραφτούμε, να υπογραφούμε
να υπογράψειςνα υπογράψετενα υπογραφτείς, να υπογραφείςνα υπογραφτείτε, να υπογραφείτε
να υπογράψεινα υπογράψουν(ε)να υπογραφτεί, να υπογραφείνα υπογραφτούν(ε), να υπογραφούν(ε)
Perfνα έχω υπογράψει
να έχω υπογραμμένο
να έχουμε υπογράψει
να έχουμε υπογραμμένο
να έχω υπογραφτεί
να έχω υπογραφεί
να είμαι υπογραμμένος, -η
να έχουμε υπογραφτεί
να έχουμε υπογραφεί
να είμαστε υπογραμμένοι, -ες
να έχεις υπογράψει
να έχεις υπογραμμένο
να έχετε υπογράψει
να έχετε υπογραμμένο
να έχεις υπογραφτεί
να έχεις υπογραφεί
να είσαι υπογραμμένος, -η
να έχετε υπογραφτεί
να έχετε υπογραφεί
να είστε υπογραμμένοι, -ες
να έχει υπογράψει
να έχει υπογραμμένο
να έχουν υπογράψει
να έχουν υπογραμμένο
να έχει υπογραφτεί
να έχει υπογραφεί
να είναι υπογραμμένος, -η, -ο
να έχουν υπογραφτεί
να έχουν υπογραφεί
να είναι υπογραμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presυπέγραφευπογράφετευπογράφεστε
Aoristυπέγραψευπογράψτε, υπογράφτευπογράψουυπογραφτείτε, υπογραφείτε
Part
izip
Presυπογράφονταςυπογραφόμενος
Perfέχοντας υπογράψει, έχοντας υπογραμμένουπογραμμένος, -η, -ουπογραμμένοι, -ες, -α
InfinAoristυπογράψειυπογραφτεί, υπογραφεί








Griechische Definition zu υπογράφω

υπογράφω [ipoγráfo] -ομαι Ρ αόρ. υπέγραψα και (προφ.) υπόγραψα, απαρέμφ. υπογράψει, παθ. αόρ. υπογράφηκα και υπογράφτηκα, γ' πρόσ. (λόγ.) και υπεγράφη, υπεγράφησαν, απαρέμφ. υπογραφεί και υπογραφτεί, μππ. υπογραμμένος και υπογεγραμμένος* : 1.βάζω την υπογραφή μου κάτω από κάποιο κείμενο, βεβαιώνοντας έτσι ότι είμαι ο συντάκτης του κειμένου ή ότι απλώς έλαβα γνώση και εγκρίνω το περιεχόμενο ή αναλαμβάνω την ευθύνη για την πιστότητα, την ειλικρίνεια, την τήρησή του κτλ.: Ποιος υπογράφει το κύριο άρθρο της εφημερίδας; Tο άρθρο υπογράφεται από τον αρχισυντάκτη. Tη διαμαρτυρία την υπογράφουν πολλές προσωπικότητες. Πρέπει να υπογράψετε το έγγραφο παραλαβής, για να παραλάβετε το δέμα. Ο Ίων Δραγούμης υπέγραφε συχνά με το ψευδώνυμο Ίδας. || Ο συγγραφέας θα υπογράφει βιβλία του σε κεντρικό βιβλιοπωλείο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu υπογράφω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15