υπερβαίνω Verb  [iperveno, yperbainw]

  Verb
(3)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu υπερβαίνω

υπερβαίνω υπέρ + βαίνω


GriechischDeutsch
Σαν νηφάλιος συνοδός σου είναι δουλειά μου να υπερβαίνω όρια.Ich bin Ihre Suchthelferin. Es ist mein Job, freundlichst Grenzen zu überschreiten.

Übersetzung nicht bestätigt

Απλά, νιώθω να υπερβαίνω τα όριά μου με τον Γουόλντεν ζητώντας κλειδί για την κοπέλα μου.Ich würde mich fühlen, als würde ich eine Grenze überschreiten, wenn ich Walden nach einem Schlüssel für meine Freundin Frage.

Übersetzung nicht bestätigt

Λοιπόν χωρίς να υπερβαίνω τα όρια, αλλά μιας που έχεις κέφια υπάρχει κάτι που πάντα αναρωτιόμουν.Also... ich will meine Grenzen nicht überschreiten, aber da du einen Lauf hast, es gibt da eine Sache, die ich mich immer gefragt habe.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu υπερβαίνω

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υπερβαίνωυπερβαίνουμε, υπερβαίνομε
υπερβαίνειςυπερβαίνετε
υπερβαίνειυπερβαίνουν(ε)
Imper
fekt
υπερέβαιναυπερβαίναμε
υπερέβαινεςυπερβαίνατε
υπερέβαινευπερέβαιναν, υπερβαίναν(ε)
Aorist(υπερέβηκα)(υπερβήκαμε)
(υπερέβηκες)(υπερβήκατε)
(υπερέβηκε) υπερέβη(υπερβήκανε) υπερέβησαν
Per
fekt
έχω υπερβείέχουμε υπερβεί
έχεις υπερβείέχετε υπερβεί
έχει υπερβείέχουν υπερβεί
Plu
per
fekt
είχα υπερβείείχαμε υπερβεί
είχες υπερβείείχατε υπερβεί
είχε υπερβείείχαν υπερβεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υπερβαίνωθα υπερβαίνουμε, θα υπερβαίνομε
θα υπερβαίνειςθα υπερβαίνετε
θα υπερβαίνειθα υπερβαίνουν(ε)
Fut
ur
θα υπερβώθα υπερβούμε, θα υπερβόμε
θα υπερβείςθα υπερβέτε
θα υπερβείθα υπερβούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υπερβείθα έχουμε υπερβεί
θα έχεις υπερβείθα έχετε υπερβεί
θα έχει υπερβείθα έχουν υπερβεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υπερβαίνωνα υπερβαίνουμε, να υπερβαίνομε
να υπερβαίνειςνα υπερβαίνετε
να υπερβαίνεινα υπερβαίνουν(ε)
Aoristνα υπερβώνα υπερβούμε, να υπερβόμε
να υπερβείςνα υπερβέτε
να υπερβείνα υπερβούν(ε)
Perfνα έχω υπερβείνα έχουμε υπερβεί
να έχεις υπερβείνα έχετε υπερβεί
να έχει υπερβείνα έχουν υπερβεί
Imper
ativ
Presυπερέβαινευπερβαίνετε
Aoristυπερβείτε
Part
izip
Presυπερβαίνοντας
Perfέχοντας υπερβεί
InfinAoristυπερβεί









Griechische Definition zu υπερβαίνω

υπερβαίνω [ipervéno] Ρ αόρ. γ' πρόσ. υπερέβη, υπερέβησαν, απαρέμφ. υπερβεί : (λόγ.) ξεπερνώ: Tο ύψος του δεν υπερβαίνει τα δέκα μέτρα. Tο συνολικό κόστος δεν πρέπει να υπερβεί τα δυο εκατομμύρια. Οι ομιλητές δεν πρέπει να υπερβούν τα είκοσι λεπτά. Tο έργο αυτό υπερβαίνει τις δυνάμεις μου. Yπερέβη κάθε όριο ευπρέπειας. Mην υπερβαίνεις τα όρια. Πρέπει να υπερβούμε τις φιλοδοξίες μας και να εργαστούμε για το κοινό συμφέρον. ΦΡ υπερβαίνει κάποιος τα εσκαμμένα*.

[λόγ. < αρχ. ὑπερβαίνω]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback