υπακούω  Verb  [ipakuo, ypakoyw]


Beispielsätze υπακούω

... κυνηγά πάνω από 1.000 είδη ζώων για τροφή. Μπορεί να εκπαιδευτεί ώστε να υπακούει σε απλές διαταγές. Οι γάτες επίσης έχει διαπιστωθεί ότι μαθαίνουν να χειρίζονται ...

... για τις συνέπειες που έχουν τέτοιες διαταγές, τόσο στο πρόσωπο που τις υπακούει όσο και σε αυτό που τις δίνει, που μπορεί να γίνει «δεσποτικός παρανοϊκός» ...

... οργανισμό μέσω της τροφής. Επιπλέον, αυτές οι μετατροπές υπακούουν στους ίδιους νόμους που υπακούουν και τα υπόλοιπα χημικά και φυσικά φαινόμενα (ενοποίηση ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze gehorchen

... Sie gehorchen nicht immer ihren Eltern. ...

... Gibt es irgendeinen Grund, warum ich ihm gehorchen sollte? ...

... Gehorcht die Natur den Naturgesetzen oder gehorchen nicht vielmehr die Naturgesetze der Natur? ...

Quelle: lilygilder, Sudajaengi, MUIRIEL

Grammatik


ΥΠΑΚΟΥΩ
I obey
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υπακούωυπακούουμε
υπακούςυπακούτε
υπακούειυπακούν(ε)
Imper
fekt
υπάκουγαυπακούγαμε
υπάκουγεςυπακούγατε
υπάκουγευπάκουγαν, υπακούγαν(ε)
Aoristυπάκουσαυπακούσαμε
υπάκουσεςυπακούσατε
υπάκουσευπάκουσαν, υπακούσαν(ε)
Per
fect
έχω υπακούσειέχουμε υπακούσει
έχεις υπακούσειέχετε υπακούσει
έχει υπακούσειέχουν υπακούσει
Plu
per
fect
είχα υπακούσειείχαμε υπακούσει
είχες υπακούσειείχατε υπακούσει
είχε υπακούσειείχαν υπακούσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υπακούωθα υπακούμε
θα υπακούςθα υπακούτε
θα υπακούειθα υπακούν(ε)
Fut
ur
θα υπακούσωθα υπακούσουμε, θα υπακούσομε
θα υπακούσειςθα υπακούσετε
θα υπακούσειθα υπακούσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υπακούσειθα έχουμε υπακούσει
θα έχεις υπακούσειθα έχετε υπακούσει
θα έχει υπακούσειθα έχουν υπακούσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υπακούωνα υπακούομε
να υπακούςνα υπακούτε
να υπακούεινα υπακούν(ε)
Aoristνα υπακούσωνα υπακούσουμε, να υπακούσομε
να υπακούσειςνα υπακούσετε
να υπακούσεινα υπακούσουν(ε)
Perfνα έχω υπακούσεινα έχουμε υπακούσει
να έχεις υπακούσεινα έχετε υπακούσει
να έχει υπακούσεινα έχουν υπακούσει
Imper
ativ
Presυπάκουγευπακούτε
Aoristυπάκουσευπακούστε
Part
izip
Presυπακούγοντας
Perfέχοντας υπακούσει
InfinAoristυπακούσει






Griechische Definition zu υπακούω

υπακούω [ipakúo] Ρ (βλ. ακούω) : 1α.συμμορφώνομαι με τις υποδείξεις ή με τις επιθυμίες κάποιου: Aυτό το παιδί δε με υπακούει καθόλου, δε με ακούει. Πρέπει τα παιδιά να υπακούνε τους γονείς τους. || Yπακούει στη φωνή της συνείδησής του. β. υποτάσσομαι σε κτ. που κάποιος άλλος μου επιβάλλει: υπακούω στους νόμους / σε μια διαταγή. || συμμορφώνομαι με κτ. το οποίο έμμεσα μου επιβάλλεται: Yπακούει πάντα στις επιταγές της μόδας. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu υπακούω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15