υμνώ  Verb  [imno, ymnw]

Ähnliche Bedeutung wie υμνώ

Ähnliche Wörter zu υμνώ

υμνωδία


Beispielsätze υμνώ

... γνωστός για τη συγγραφή του ποιήματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», οι πρώτες δύο στροφές του οποίου έγιναν ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας και ύστερα της Κύπρου ...

... Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν (πολυτονικά: Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν) είναι ποίημα που έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός το 1823, τμήμα του οποίου αποτελεί τον εθνικό ...

... χρησιμοποιείται ως εθνικό σύμβολο μίας χώρας. Οι περισσότερες χώρες εξέλιξαν εθνικούς ύμνους στις αρχές του 19ου αιώνα. Η πρώτη γνωστή χρήση του όρου έχει καταγραφεί ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze lobpreisen

... Lobpreis und Anbetung sind als besondere Form des Gebetes Ausdrucksmöglichkeiten des christlichen Glaubens. Im Lobpreis erweist der Gläubige Gott Ehre ...

... Liebesliedern, in denen das Suchen und Finden, das Sehnen und gegenseitige Lobpreisen zweier Liebender geschildert wird. Der Buchtitel lautet hebräisch שִׁיר ...

... Tonart Haydn Mozart Beethoven Schubert D-Dur Lobpreis, Majestätisches, Kriegerisches kräftig, Marsch, Sehnsucht, Schmerz E-Dur Todesgedanken überirdisch ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
υμνήσει
μετοχή (ενεστώτας)
υμνώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας υμνώ υμνείς υμνεί υμνούμε υμνείτε υμνούν
παρατατικός υμνούσα υμνούσες υμνούσε υμνούσαμε υμνούσατε υμνούσαν
αόριστος ύμνησα ύμνησες ύμνησε υμνήσαμε υμνήσατε ύμνησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα υμνώ θα υμνείς θα υμνεί θα υμνούμε θα υμνείτε θα υμνούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα υμνήσω θα υμνήσεις θα υμνήσει θα υμνήσουμε θα υμνήσετε θα υμνήσουν
παρακείμενος α' έχω υμνήσει έχεις υμνήσει έχει υμνήσει έχουμε υμνήσει έχετε υμνήσει έχουν υμνήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα υμνήσει είχες υμνήσει είχε υμνήσει είχαμε υμνήσει είχατε υμνήσει είχαν υμνήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω υμνήσει θα έχεις υμνήσει θα έχει υμνήσει θα έχουμε υμνήσει θα έχετε υμνήσει θα έχουν υμνήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να υμνώ να υμνείς να υμνεί να υμνούμε να υμνείτε να υμνούν
αόριστος να υμνήσω να υμνήσεις να υμνήσει να υμνήσουμε να υμνήσετε να υμνήσουν
παρακείμενος α' να έχω υμνήσει να έχεις υμνήσει να έχει υμνήσει να έχουμε υμνήσει να έχετε υμνήσει να έχουν υμνήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ύμνει υμνείτε
αόριστος ύμνησε υμνήστε






Griechische Definition zu υμνώ

υμνώ [imnó] -ούμαι : 1.υμνολογώ. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu υμνώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15