υιοθετώ  Verb  [iiotheto, yiothetw]

Ähnliche Bedeutung wie υιοθετώ


Beispielsätze υιοθετώ

... Γιουβέντους υιοθέτησε τις μαύρες και άσπρες λωρίδες εμπνευσμένη από τη Νοτς Κάουντι. Δύο χρόνια αργότερα, η Ιντεπεντιέντε της Αργεντινής υιοθέτησε τις κόκκινες ...

... τέχνης, όπως τον Τιντορέττο και τον Τιτσιάνο, του οποίου υπήρξε μαθητής, υιοθετώντας στοιχεία από τον μανιερισμό. Το 1577 εγκαταστάθηκε στο Τολέδο, όπου έζησε ...

... επίσης Κλασική Βιβλική Εβραϊκή (ή Κλασική Εβραϊκή, υπό στενή έννοια). Υιοθέτησε την αυτοκρατορική αραμαϊκή (συριακή) γραφή. Ύστερη Βιβλική Εβραϊκή (περ ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze annehmen

... Ich hätte das Geld annehmen sollen. ...

... Ich weiß nicht, ob ich annehmen oder ablehnen soll. ...

... Ich frage mich, ob ich diesen Job annehmen soll. ...

Quelle: lilygilder, xtofu80, Manfredo

Grammatik


ΥΙΟΘΕΤΩ
I adopt
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υιοθετώυιοθετούμευιοθετούμαιυιοθετούμαστε
υιοθετείςυιοθετείτευιοθετείσαιυιοθετείστε
υιοθετείυιοθετούν(ε)υιοθετείταιυιοθετούνται
Imper
fekt
υιοθετούσαυιοθετούσαμευιοθετούμουνυιοθετούμαστε
υιοθετούσεςυιοθετούσατε
υιοθετούσευιοθετούσαν(ε)υιοθετούνταν, υιοθετείτουιοθετούνταν, υιοθετούντο
Aoristυιοθέτησαυιοθετήσαμευιοθετήθηκαυιοθετηθήκαμε
υιοθέτησεςυιοθετήσατευιοθετήθηκεςυιοθετηθήκατε
υιοθέτησευιοθέτησαν, υιοθετήσαν(ε)υιοθετήθηκευιοθετήθηκαν, υιοθετηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω υιοθετήσει
έχω υιοθετημένο
έχουμε υιοθετήσει
έχουμε υιοθετημένο
έχω υιοθετηθεί
είμαι υιοθετημένος, -η
έχουμε υιοθετηθεί
είμαστε υιοθετημένοι, -ες
έχεις υιοθετήσει
έχεις υιοθετημένο
έχετε υιοθετήσει
έχετε υιοθετημένο
έχεις υιοθετηθεί
είσαι υιοθετημένος, -η
έχετε υιοθετηθεί
είστε υιοθετημένοι, -ες
έχει υιοθετήσει
έχει υιοθετημένο
έχουν υιοθετήσει
έχουν υιοθετημένο
έχει υιοθετηθεί
είναι υιοθετημένος, -η, -ο
έχουν υιοθετηθεί
είναι υιοθετημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα υιοθετήσει
είχα υιοθετημένο
είχαμε υιοθετήσει
είχαμε υιοθετημένο
είχα υιοθετηθεί
ήμουν υιοθετημένος, -η
είχαμε υιοθετηθεί
ήμαστε υιοθετημένοι, -ες
είχες υιοθετήσει
είχες υιοθετημένο
είχατε υιοθετήσει
είχατε υιοθετημένο
είχες υιοθετηθεί
ήσουν υιοθετημένος, -η
είχατε υιοθετηθεί
ήσαστε υιοθετημένοι, -ες
είχε υιοθετήσει
είχε υιοθετημένο
είχαν υιοθετήσει
είχαν υιοθετημένο
είχε υιοθετηθεί
ήταν υιοθετημένος, -η, -ο
είχαν υιοθετηθεί
ήταν υιοθετημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υιοθετώθα υιοθετούμεθα υιοθετούμαιθα υιοθετούμαστε
θα υιοθετείςθα υιοθετείτεθα υιοθετείσαιθα υιοθετείστε
θα υιοθετείθα υιοθετούν(ε)θα υιοθετείταιθα υιοθετούνται
Fut
ur
θα υιοθετήσωθα υιοθετήσουμεθα υιοθετηθώθα υιοθετηθούμε
θα υιοθετήσειςθα υιοθετήσετεθα υιοθετηθείςθα υιοθετηθείτε
θα υιοθετήσειθα υιοθετήσουν(ε)θα υιοθετηθείθα υιοθετηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υιοθετήσει
θα έχω υιοθετημένο
θα έχουμε υιοθετήσει
θα έχουμε υιοθετημένο
θα έχω υιοθετηθεί
θα είμαι υιοθετημένος, -η
θα έχουμε υιοθετηθεί
θα είμαστε υιοθετημένοι, -ες
θα έχεις υιοθετήσει
θα έχεις υιοθετημένο
θα έχετε υιοθετήσει
θα έχετε υιοθετημένο
θα έχεις υιοθετηθεί
θα είσαι υιοθετημένος, -η
θα έχετε υιοθετηθεί
θα είστε υιοθετημένοι, -η
θα έχει υιοθετήσει
θα έχει υιοθετημένο
θα έχουν υιοθετήσει
θα έχουν υιοθετημένο
θα έχει υιοθετηθεί
θα είναι υιοθετημένος, -η, -ο
θα έχουν υιοθετηθεί
θα είναι υιοθετημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υιοθετώνα υιοθετούμενα υιοθετούμαινα υιοθετούμαστε
να υιοθετείςνα υιοθετείτενα υιοθετείσαινα υιοθετείστε
να υιοθετείνα υιοθετούν(ε)να υιοθετείταινα υιοθετούνται
Aoristνα υιοθετήσωνα υιοθετήσουμε, να υιοθετήσομενα υιοθετηθώνα υιοθετηθούμε
να υιοθετήσειςνα υιοθετήσετενα υιοθετηθείςνα υιοθετηθείτε
να υιοθετήσεινα υιοθετήσουν(ε)να υιοθετηθείνα υιοθετηθούν(ε)
Perfνα έχω υιοθετήσει
να έχω υιοθετημένο
να έχουμε υιοθετήσει
να έχουμε υιοθετημένο
να έχω υιοθετηθεί
να είμαι υιοθετημένος, -η
να έχουμε υιοθετηθεί
να είμαστε υιοθετημένοι, -ες
να έχεις υιοθετήσει
να έχεις υιοθετημένο
να έχετε υιοθετήσει
να έχετε υιοθετημένο
να έχεις υιοθετηθεί
να είσαι υιοθετημένος, -η
να έχετε υιοθετηθεί
να είστε υιοθετημένοι, -ες
να έχει υιοθετήσει
να έχει υιοθετημένο
να έχουν υιοθετήσει
να έχουν υιοθετημένο
να έχει υιοθετηθεί
να είναι υιοθετημένος, -η, -ο
να έχουν υιοθετηθεί
να είναι υιοθετημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presυιοθετείτευιοθετείστε
Aoristυιοθέτησευιοθετήστε, υιοθετήσετευιοθετήσουυιοθετηθείτε
Part
izip
Presυιοθετώντας
Perfέχοντας υιοθετήσει, έχοντας υιοθετημένουιοθετημένος, -η, -ουιοθετημένοι, -ες, -α
InfinAoristυιοθετήσειυιοθετηθεί






Griechische Definition zu υιοθετώ

υιοθετώ [ioθetó] -ούμαι : 1.αναγνωρίζω επίσημα και νομιμοποιώ ως δικό μου ένα ξένο παιδί με όλες τις συνακόλουθες υποχρεώσεις για την ανατροφή, τη διαπαιδαγώγηση και την αποκατάστασή του: Πολλά άτεκνα ζευγάρια ζητούν να υιοθετήσουν ένα παιδί. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu υιοθετώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15