τυπώνω  Verb  [tipono, typwnw]

Ähnliche Bedeutung wie τυπώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze τυπώνω

... απεικονίζουν το λογότυπο της διοργάνωσης. Ο αριθμός του ποδοσφαιριστή συνήθως τυπώνεται στην πίσω πλευρά της φανέλας, παρόλο που οι εθνικές ομάδες συχνά τοποθετούν ...

... εκδόσεις τυπώνονται για την Περιφέρεια της Κολούμπια, το Μέριλαντ και τη Βιρτζίνια. Η εφημερίδα τυπώνεται σε μεγάλο σχήμα, με τις φωτογραφίες να τυπώνονται και ...

... wc -l <όνομα αρχείου> τυπώνει το πλήθος γραμμών wc -c <όνομα αρχείου> τυπώνει το πλήθος bytes wc -m <όνομα αρχείου> τυπώνει το πλήθος χαρακτήρων wc ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze drücken

... Können Sie mir sagen, auf welchen Knopf ich drücken muss? ...

... Die beiden Gedichte drücken das menschliche Leid aus. ...

... Bitte drücken Sie auf den Buzzer. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, xtofu80

Grammatik


ΤΥΠΩΝΩ
I print
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τυπώνωτυπώνουμε, τυπώνομετυπώνομαιτυπωνόμαστε
τυπώνειςτυπώνετετυπώνεσαιτυπώνεστε, τυπωνόσαστε
τυπώνειτυπώνουν(ε)τυπώνεταιτυπώνονται
Imper
fekt
τύπωνατυπώναμετυπωνόμουν(α)τυπωνόμαστε, τυπωνόμασταν
τύπωνεςτυπώνατετυπωνόσουν(α)τυπωνόσαστε, τυπωνόσασταν
τύπωνετύπωναν, τυπώναν(ε)τυπωνόταν(ε)τυπώνονταν, τυπωνόντανε, τυπωνόντουσαν
Aoristτύπωσατυπώσαμετυπώθηκατυπωθήκαμε
τύπωσεςτυπώσατετυπώθηκεςτυπωθήκατε
τύπωσετύπωσαν, τυπώσαν(ε)τυπώθηκετυπώθηκαν, τυπωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω τυπώσει
έχω τυπωμένο
έχουμε τυπώσει
έχουμε τυπωμένο
έχω τυπωθεί
είμαι τυπωμένος, -η
έχουμε τυπωθεί
είμαστε τυπωμένοι, -ες
έχεις τυπώσει
έχεις τυπωμένο
έχετε τυπώσει
έχετε τυπωμένο
έχεις τυπωθεί
είσαι τυπωμένος, -η
έχετε τυπωθεί
είστε τυπωμένοι, -ες
έχει τυπώσει
έχει τυπωμένο
έχουν τυπώσει
έχουν τυπωμένο
έχει τυπωθεί
είναι τυπωμένος, -η, -ο
έχουν τυπωθεί
είναι τυπωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα τυπώσει
είχα τυπωμένο
είχαμε τυπώσει
είχαμε τυπωμένο
είχα τυπωθεί
ήμουν τυπωμένος, -η
είχαμε τυπωθεί
ήμαστε τυπωμένοι, -ες
είχες τυπώσει
είχες τυπωμένο
είχατε τυπώσει
είχατε τυπωμένο
είχες τυπωθεί
ήσουν τυπωμένος, -η
είχατε τυπωθεί
ήσαστε τυπωμένοι, -ες
είχε τυπώσει
είχε τυπωμένο
είχαν τυπώσει
είχαν τυπωμένο
είχε τυπωθεί
ήταν τυπωμένος, -η, -ο
είχαν τυπωθεί
ήταν τυπωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τυπώνωθα τυπώνουμε, θα τυπώνομεθα τυπώνομαιθα τυπωνόμαστε
θα τυπώνειςθα τυπώνετεθα τυπώνεσαιθα τυπώνεστε, θα τυπωνόσαστε
θα τυπώνειθα τυπώνουν(ε)θα τυπώνεταιθα τυπώνονται
Fut
ur
θα τυπώσωθα τυπώσουμε, θα τυπώσομεθα τυπωθώθα τυπωθούμε
θα τυπώσειςθα τυπώσετεθα τυπωθείςθα τυπωθείτε
θα τυπώσειθα τυπώσουνθα τυπωθείθα τυπωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τυπώσει
θα έχω τυπωμένο
θα έχουμε τυπώσει
θα έχουμε τυπωμένο
θα έχω τυπωθεί
θα είμαι τυπωμένος, -η
θα έχουμε τυπωθεί
θα είμαστε τυπωμένοι, -ες
θα έχεις τυπώσει
θα έχεις τυπωμένο
θα έχετε τυπώσει
θα έχετε τυπωμένο
θα έχεις τυπωθεί
θα είσαι τυπωμένος, -η
θα έχετε τυπωθεί
θα είστε τυπωμένοι, -ες
θα έχει τυπώσει
θα έχει τυπωμένο
θα έχουν τυπώσει
θα έχουν τυπωμένο
θα έχει τυπωθεί
θα είναι τυπωμένος, -η, -ο
θα έχουν τυπωθεί
θα είναι τυπωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τυπώνωνα τυπώνουμε, να τυπώνομενα τυπώνομαινα τυπωνόμαστε
να τυπώνειςνα τυπώνετενα τυπώνεσαινα τυπώνεστε, να τυπωνόσαστε
να τυπώνεινα τυπώνουν(ε)να τυπώνεταινα τυπώνονται
Aoristνα τυπώσωνα τυπώσουμε, να τυπώσομενα τυπωθώνα τυπωθούμε
να τυπώσειςνα τυπώσετενα τυπωθείςνα τυπωθείτε
να τυπώσεινα τυπώσουν(ε)να τυπωθείνα τυπωθούν(ε)
Perfνα έχω τυπώσει
να έχω τυπωμένο
να έχουμε τυπώσει
να έχουμε τυπωμένο
να έχω τυπωθεί
να είμαι τυπωμένος, -η
να έχουμε τυπωθεί
να είμαστε τυπωμένοι, -ες
να έχεις τυπώσει
να έχεις τυπωμένο
να έχετε τυπώσει
να έχετε τυπωμένο
να έχεις τυπωθεί
να είσαι τυπωμένος, -η
να έχετε τυπωθεί
να είστε τυπωμένοι, -ες
να έχει τυπώσει
να έχει τυπωμένο
να έχουν τυπώσει
να έχουν τυπωμένο
να έχει τυπωθεί
να είναι τυπωμένος, -η, -ο
να έχουν τυπωθεί
να είναι τυπωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτύπωνετυπώνετετυπώνεστε
Aoristτύπωσετυπώστε, τυπώσετετυπώσουτυπωθείτε
Part
izip
Presτυπώνοντας
Perfέχοντας τυπώσει, έχοντας τυπωμένοτυπωμένος, -η, -οτυπωμένοι, -ες, -α
InfinAoristτυπώσειτυπωθεί






Griechische Definition zu τυπώνω

τυπώνω [tipóno] -ομαι : 1α. μεταφέρω επάνω σε χαρτί γραφικά σύμβολα ή εικόνες χρησιμοποιώντας μία από τις τυπογραφικές μεθόδους· εκτυπώνω: τυπώνω ένα βιβλίο σε χαρτί πολυτελείας. Tο βιβλίο στοιχειοθετήθηκε και τυπώθηκε στο τάδε τυπογραφείο σε χίλια αντίτυπα. Πόσα φύλλα τυπώνει αυτή η εφημερίδα; || (επέκτ.) εκδίδω: Tύπωσε μια νέα συλλογή διηγημάτων του. β. (ηλεκτρον.) τυπωμένο κύκλωμα*. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τυπώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15