τυγχάνω  Verb  [tigchano, tirchano, tygxanw]

Ähnliche Bedeutung wie τυγχάνω


Beispielsätze τυγχάνω

... τέλη της δεκαετίας του 1960 και από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 τυγχάνουν υψηλής εκτίμησης από τους οπαδούς ποδοσφαίρου. Στη δεκαετία του ...

... έξοδα διδάκτρων κατά το 2004-05 ήταν 27.448 δολάρια, αλλά πολλοί φοιτητές τυγχάνουν ευνοϊκής μεταχείρισης και υποτροφιών. Τα Wikimedia Commons έχουν ...

... τοπικής εκκλησίας και ενθρονίζεται στην επαρχία του. Κάθε μητροπολίτης τυγχάνει ισόβιος και αναπληρώνεται μόνο σε περίπτωση έγκυρα διαπιστωμένης ασθένειας ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ein Ziel erreichen

... das Erreichen einer Zeitvorgabe oder Marke bei einem sportlichen Wettkampf. Mit dem Begriff Reise­ziel ist meist ein räumliches Ziel gemeint, also ein Zielort ...

... Ziele sind bekannt als magisches Viereck der Wirtschaftspolitik, magisch deshalb, weil sich alle vier Ziele gleichzeitig nicht konfliktfrei erreichen ...

... und persönliche Ziele der Mitarbeiter in Zielvereinbarungsgesprächen zusammenbringen lassen. Das Erreichen von persönlichen Zielen kann sich auf vitale ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


Ενεργητικός Ενεστώτας
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική
ἐγώ
τυγχάνω
τυγχάνω
τυγχάνοιμι
-
σύ
τυγχάνεις
τυγχάνῃς
τυγχάνοις
τύγχανε
οὖτος
τυγχάνει
τυγχάν
τυγχάνοι
τυγχανέτω
ἡμεῖς
τυγχάνομεν
τυγχάνωμεν
τυγχάνοιμεν
-
ὑμεῖς
τυγχάνετε
τυγχάνητε
τυγχάνοιτε
τυγχάνετε
οὗτοι
τυγχάνουσι(ν)
τυγχάνωσι(ν)
τυγχάνοιεν
τυγχανόντων / τυγχανέτωσαν
ονοματικοί
τύποι
απαρέμφατο μετοχή
τυγχάνειν
τυγχάνων
τυγχάνουσα
τυγχάνον




Griechische Definition zu τυγχάνω

τυγχάνω [tiŋxáno] Ρ αόρ. έτυχα, απαρέμφ. τύχει : (λόγ.) τυχαίνω. || (απρόσ.) συμβαίνει: Tυγχάνει να είναι γνωστός μου. (απαρχ.) ΦΡ εική* και ως έτυχε.

[λόγ. < αρχ. τυγχάνω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τυγχάνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15