τολμώ Verb  [tolmo, tolmw]

Etymologie zu τολμώ

τολμώ altgriechisch τολμῶ


GriechischDeutsch
Συνεπώς, δεν τολμώ να μην το πράξω και εγώ και με τη σειρά μου τον ευχαριστώ.Ich würde es daher nicht wagen, etwas Anderes zu tun, und danke ihm auch meinerseits.

Übersetzung bestätigt

Τελείωσε με τη φράση "πιστεύουμε και ευελπιστούμε" και με έκανε αμέσως να σκεφτώ το σλόγκαν "πιστεύω και τολμώ" που κάποια στιγμή υπήρξε ένα πολύ ωραίο σλόγκαν.Er endete mit den Worten "hoffen und glauben", und mir kam spontan "glauben und wagen" in den Sinn, was auch einmal eine sehr schöne Devise war.

Übersetzung bestätigt



Grammatik

Grammatik zu τολμώ

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τολμάω, τολμώτολμάμε, τολμούμε
τολμάςτολμάτε
τολμάει, τολμάτολμάν(ε), τολμούν(ε)
Imper
fekt
τολμούσα, τόλμαγατολμούσαμε, τολμάγαμε
τολμούσες, τόλμαγεςτολμούσατε, τολμάγατε
τολμούσε, τόλμαγετολμούσαν(ε), τόλμαγαν, τολμάγανε
Aoristτόλμησατολμήσαμε
τόλμησεςτολμήσατε
τόλμησετόλμησαν, τολμήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω τολμήσειέχουμε τολμήσει
έχεις τολμήσειέχετε τολμήσει
έχει τολμήσειέχουν τολμήσει
Plu
perf
ekt
είχα τολμήσειείχαμε τολμήσει
είχες τολμήσειείχατε τολμήσει
είχε τολμήσειείχαν τολμήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τολμάω, θα τολμώθα τολμάμε, θα τολμούμε
θα τολμάςθα τολμάτε
θα τολμάει, θα τολμάθα τολμάν(ε), θα τολμούν(ε)
Fut
ur
θα τολμήσωθα τολμήσουμε, θα τολμήσομε
θα τολμήσειςθα τολμήσετε
θα τολμήσειθα τολμήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τολμήσειθα έχουμε τολμήσει
θα έχεις τολμήσειθα έχετε τολμήσει
θα έχει τολμήσειθα έχουν τολμήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τολμάω, να τολμώνα τολμάμε, να τολμούμε
να τολμάςνα τολμάτε
να τολμάει, να τολμάνα τολμάν(ε), να τολμούν(ε)
Aoristνα τολμήσωνα τολμήσουμε, να τολμήσομε
να τολμήσειςνα τολμήσετε
να τολμήσεινα τολμήσουν(ε)
Perfνα έχω τολμήσεινα έχουμε τολμήσει
να έχεις τολμήσεινα έχετε τολμήσει
να έχει τολμήσεινα έχουν τολμήσει
Imper
ativ
Presτόλμα, τόλμαγετολμάτε
Aoristτόλμησε, τόλματολμήστε
Part
izip
Presτολμώντας
Perfέχοντας τολμήσει
InfinAoristτολμήσει





Griechische Definition zu τολμώ

τολμώ [tolmó] & -άω : 1. έχω την τόλμη, το θάρρος να κάνω κτ.: Οι Έλληνες τόλμησαν να αντισταθούν σε πανίσχυρους στρατούς. Όταν θυμώσει, κανένας δεν τολμάει να του μιλήσει. (έκφρ. ευγένειας ή υποταγής): τολμώ να σας απασχολήσω / να ζητήσω τη βοήθειά σας, παίρνω το θάρρος. (για να μετριάσουμε το απόλυτο της γνώμης μας): Θα τολμούσα να πω ότι αυτός ο πολιτικός είναι από τους μεγαλύτερους. || αποφασίζω να κάνω κτ. ριψοκίνδυνο, με αβέβαιη έκβαση: Tόλμησε να ανοίξει επιχείρηση σε μια δύσκολη οικονομικά περίοδο. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback