τολμώ  Verb  [tolmo, tolmw]

Ähnliche Bedeutung wie τολμώ


Beispielsätze τολμώ

... Τόλμη (Κανονιοφόρος) / P 229 Εντάχθηκε στον Στόλο στις 6 Μαρτίου 1990. Παραχωρήθηκε από τις ΗΠΑ στο πλαίσιο στρατιωτικής βοήθειας. Κατασκευάστηκε στα ...

... Ο Κρις Τόλμαν (γέννηση 22 Σεπτεμβρίου 1970) είναι αμερικανός ηθοποιός και κωμικός και είναι γνωστός για τις εμφανίσεις του στις σειρές Crossballs και Reno ...

... Χωματιανού. Έγραψε αρκετά βιβλία, με σπουδαιότερο το αυτοβιογραφικό Τολμώ. Τολμώ (1980) Ο οργασμός του Μπράβο (1984) Έλα καλέ τώρα (1990) Πως Πάχυνα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich etwas trauen

... Trauen ist ein Ortsteil der niedersächsischen Stadt Munster in der Lüneburger Heide und liegt etwa 7 km südlich der Kernstadt. Trauen liegt an der Bahnstrecke ...

... Schwere der Trauer wieder da sein, doch klingen die Abschnitte meist schneller ab. Der Trauerprozess ist kein passiver Vorgang, bei dem etwas mit einem ...

... Antje Traue (* 18. Januar 1981 in Mittweida) ist eine deutsche Schauspielerin. Im Alter von zwei Jahren zog Antje Traue mit ihrer Mutter nach Genthin ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΤΟΛΜΩ
I dare
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τολμάω, τολμώτολμάμε, τολμούμε
τολμάςτολμάτε
τολμάει, τολμάτολμάν(ε), τολμούν(ε)
Imper
fekt
τολμούσα, τόλμαγατολμούσαμε, τολμάγαμε
τολμούσες, τόλμαγεςτολμούσατε, τολμάγατε
τολμούσε, τόλμαγετολμούσαν(ε), τόλμαγαν, τολμάγανε
Aoristτόλμησατολμήσαμε
τόλμησεςτολμήσατε
τόλμησετόλμησαν, τολμήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω τολμήσειέχουμε τολμήσει
έχεις τολμήσειέχετε τολμήσει
έχει τολμήσειέχουν τολμήσει
Plu
perf
ekt
είχα τολμήσειείχαμε τολμήσει
είχες τολμήσειείχατε τολμήσει
είχε τολμήσειείχαν τολμήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τολμάω, θα τολμώθα τολμάμε, θα τολμούμε
θα τολμάςθα τολμάτε
θα τολμάει, θα τολμάθα τολμάν(ε), θα τολμούν(ε)
Fut
ur
θα τολμήσωθα τολμήσουμε, θα τολμήσομε
θα τολμήσειςθα τολμήσετε
θα τολμήσειθα τολμήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τολμήσειθα έχουμε τολμήσει
θα έχεις τολμήσειθα έχετε τολμήσει
θα έχει τολμήσειθα έχουν τολμήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τολμάω, να τολμώνα τολμάμε, να τολμούμε
να τολμάςνα τολμάτε
να τολμάει, να τολμάνα τολμάν(ε), να τολμούν(ε)
Aoristνα τολμήσωνα τολμήσουμε, να τολμήσομε
να τολμήσειςνα τολμήσετε
να τολμήσεινα τολμήσουν(ε)
Perfνα έχω τολμήσεινα έχουμε τολμήσει
να έχεις τολμήσεινα έχετε τολμήσει
να έχει τολμήσεινα έχουν τολμήσει
Imper
ativ
Presτόλμα, τόλμαγετολμάτε
Aoristτόλμησε, τόλματολμήστε
Part
izip
Presτολμώντας
Perfέχοντας τολμήσει
InfinAoristτολμήσει



Person Wortform
Präsens ich wage
du wagst
er, sie, es wagt
Präteritum ich wagte
Konjunktiv II ich wagte
Imperativ Singular wage!
Plural wagt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gewagt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:wagen


Griechische Definition zu τολμώ

τολμώ [tolmó] & -άω : 1. έχω την τόλμη, το θάρρος να κάνω κτ.: Οι Έλληνες τόλμησαν να αντισταθούν σε πανίσχυρους στρατούς. Όταν θυμώσει, κανένας δεν τολμάει να του μιλήσει. (έκφρ. ευγένειας ή υποταγής): τολμώ να σας απασχολήσω / να ζητήσω τη βοήθειά σας, παίρνω το θάρρος. (για να μετριάσουμε το απόλυτο της γνώμης μας): Θα τολμούσα να πω ότι αυτός ο πολιτικός είναι από τους μεγαλύτερους. || αποφασίζω να κάνω κτ. ριψοκίνδυνο, με αβέβαιη έκβαση: Tόλμησε να ανοίξει επιχείρηση σε μια δύσκολη οικονομικά περίοδο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τολμώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15