συντονίζω  Verb  [sintonizo, syntonizw]

Ähnliche Bedeutung wie συντονίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze συντονίζω

... πώς η αλλαγή των τιμών παρέχει πληροφορίες που επιτρέπουν στα άτομα να συντονίζουν τα σχέδιά τους, θεωρείται ευρέως ως μια σημαντική σύλληψη της οικονομικής ...

... πρωταθλήματα, ενώ είναι υπεύθυνη και για τη διεξαγωγή του κυπέλλου της χώρας. Συντονίζει επίσης τις δραστηριότητες των εθνικών ομάδων ανδρών, γυναικών και νέων ...

... πρωταθλήματα, ενώ είναι υπεύθυνη και για τη διεξαγωγή του κυπέλλου της χώρας. Συντονίζει επίσης τις δραστηριότητες των εθνικών ομάδων ανδρών, γυναικών και νέων ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze abstimmen

... oder zu einem Gremium an einer Universität. Bei Wahlen werden stets Wählerlisten geführt, um zu verhindern, dass Nicht-Wahlberechtigte abstimmen oder ...

... geführt, um zu verhindern, dass Nicht-Wahlberechtigte abstimmen oder dass Wahlberechtigte mehrfach abstimmen; diese Listen können verwendet werden, um zu ermitteln ...

... Ein Tuner (englisch to tune ‚stimmen, abstimmen‘) ist der Empfangsteil in Fernsehgeräten oder Radios. Sender übertragen Fernseh- bzw. Radiosignale ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΥΝΤΟΝΙΖΩ
I tune
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συντονίζωσυντονίζουμε, συντονίζομεσυντονίζομαισυντονιζόμαστε
συντονίζειςσυντονίζετεσυντονίζεσαισυντονίζεστε, συντονιζόσαστε
συντονίζεισυντονίζουν(ε)συντονίζεταισυντονίζονται
Imper
fekt
συντόνιζασυντονίζαμεσυντονιζόμουν(α)συντονιζόμαστε, συντονιζόμασταν
συντόνιζεςσυντονίζατεσυντονιζόσουν(α)συντονιζόσαστε, συντονιζόσασταν
συντόνιζεσυντόνιζαν, συντονίζαν(ε)συντονιζόταν(ε)συντονίζονταν, συντονιζόντανε, συντονιζόντουσαν
Aoristσυντόνισασυντονίσαμεσυντονίστηκασυντονιστήκαμε
συντόνισεςσυντονίσατεσυντονίστηκεςσυντονιστήκατε
συντόνισεσυντόνισαν, συντονίσαν(ε)συντονίστηκεσυντονίστηκαν, συντονιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω συντονίσει
έχω συντονισμένο
έχουμε συντονίσει
έχουμε συντονισμένο
έχω συντονιστεί
είμαι συντονισμένος, -η
έχουμε συντονιστεί
είμαστε συντονισμένοι, -ες
έχεις συντονίσει
έχεις συντονισμένο
έχετε συντονίσει
έχετε συντονισμένο
έχεις συντονιστεί
είσαι συντονισμένος, -η
έχετε συντονιστεί
είστε συντονισμένοι, -ες
έχει συντονίσει
έχει συντονισμένο
έχουν συντονίσει
έχουν συντονισμένο
έχει συντονιστεί
είναι συντονισμένος, -η, -ο
έχουν συντονιστεί
είναι συντονισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα συντονίσει
είχα συντονισμένο
είχαμε συντονίσει
είχαμε συντονισμένο
είχα συντονιστεί
ήμουν συντονισμένος, -η
είχαμε συντονιστεί
ήμαστε συντονισμένοι, -ες
είχες συντονίσει
είχες συντονισμένο
είχατε συντονίσει
είχατε συντονισμένο
είχες συντονιστεί
ήσουν συντονισμένος, -η
είχατε συντονιστεί
ήσαστε συντονισμένοι, -ες
είχε συντονίσει
είχε συντονισμένο
είχαν συντονίσει
είχαν συντονισμένο
είχε συντονιστεί
ήταν συντονισμένος, -η, -ο
είχαν συντονιστεί
ήταν συντονισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συντονίζωθα συντονίζουμε, θα συντονίζομεθα συντονίζομαιθα συντονιζόμαστε
θα συντονίζειςθα συντονίζετεθα συντονίζεσαιθα συντονίζεστε, θα συντονιζόσαστε
θα συντονίζειθα συντονίζουν(ε)θα συντονίζεταιθα συντονίζονται
Fut
ur
θα συντονίσωθα συντονίσουμε, θα συντονίζομεθα συντονιστώθα συντονιστούμε
θα συντονίσειςθα συντονίσετεθα συντονιστείςθα συντονιστείτε
θα συντονίσειθα συντονίσουν(ε)θα συντονιστείθα συντονιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συντονίσει
θα έχω συντονισμένο
θα έχουμε συντονίσει
θα έχουμε συντονισμένο
θα έχω συντονιστεί
θα είμαι συντονισμένος, -η
θα έχουμε συντονιστεί
θα είμαστε συντονισμένοι, -ες
θα έχεις συντονίσει
θα έχεις συντονισμένο
θα έχετε συντονίσει
θα έχετε συντονισμένο
θα έχεις συντονιστεί
θα είσαι συντονισμένος, -η
θα έχετε συντονιστεί
θα είστε συντονισμένοι, -ες
θα έχει συντονίσει
θα έχει συντονισμένο
θα έχουν συντονίσει
θα έχουν συντονισμένο
θα έχει συντονιστεί
θα είναι συντονισμένος, -η, -ο
θα έχουν συντονιστεί
θα είναι συντονισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συντονίζωνα συντονίζουμε, να συντονίζομενα συντονίζομαινα συντονιζόμαστε
να συντονίζειςνα συντονίζετενα συντονίζεσαινα συντονίζεστε, να συντονιζόσαστε
να συντονίζεινα συντονίζουν(ε)να συντονίζεταινα συντονίζονται
Aoristνα συντονίσωνα συντονίσουμε, να συντονίσομενα συντονιστώνα συντονιστούμε
να συντονίσειςνα συντονίσετενα συντονιστείςνα συντονιστείτε
να συντονίσεινα συντονίσουν(ε)να συντονιστείνα συντονιστούν(ε)
Perfνα έχω συντονίσει
να έχω συντονισμένο
να έχουμε συντονίσει
να έχουμε συντονισμένο
να έχω συντονιστεί
να είμαι συντονισμένος, -η
να έχουμε συντονιστεί
να είμαστε συντονισμένοι, -ες
να έχεις συντονίσει
να έχεις συντονισμένο
να έχετε συντονίσει
να έχετε συντονισμένο
να έχεις συντονιστεί
να είσαι συντονισμένος, -η
να έχετε συντονιστεί
να είστε συντονισμένοι, -ες
να έχει συντονίσει
να έχει συντονισμένο
να έχουν συντονίσει
να έχουν συντονισμένο
να έχει συντονιστεί
να είναι συντονισμένος, -η, -ο
να έχουν συντονιστεί
να είναι συντονισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσυντόνιζεσυντονίζετεσυντονίζεστε
Aoristσυντόνισεσυντονίστεσυντονίσουσυντονιστείτε
Part
izip
Presσυντονίζονταςσυντονιζόμενος
Perfέχοντας συντονίσει, έχοντας συντονισμένοσυντονισμένος, -η, -οσυντονισμένοι, -ες, -α
InfinAoristσυντονίσεισυντονιστεί






Griechische Definition zu συντονίζω

συντονίζω [sindonízo] -ομαι μππ. συντονισμένος* : 1.κατευθύνω δραστηριότητες, που προέρχονται από διαφορετικά άτομα ή φορείς, προς έναν κοινό στόχο, με τέτοιο τρόπο ώστε η μία δραστηριότητα να συμπληρώνει την άλλη ή να τη συνεχίζει: Ο επικεφαλής της ομάδας συντονίζει το έργο της διάσωσης των ναυαγών. Mε συντονισμένες προσπάθειες των πυροσβεστών σβήστηκε η πυρκαγιά. Tο κυβερνητικό έργο συντονίζεται από τα αρμόδια υπουργεία. || Tις τηλεοπτικές συζητήσεις τις συντονίζουν γνωστοί δημοσιογράφοι, διευθύνουν. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συντονίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15